<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>NOMIKA NEA | </title>
	<atom:link href="/category/%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%bflaw%ce%b3%ce%af%ce%b1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://nomika-nea.gr</link>
	<description>Διαδικτυακή πύλη ιδεών</description>
	<lastBuildDate>Sun, 23 Jul 2017 13:40:26 +0000</lastBuildDate>
	<language>en-US</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.5.1</generator>
	<item>
		<title>Το ΣτΕ για την πενταετή παραγραφή των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου.</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%83%cf%84%ce%b5-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b5%cf%84%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 23 Jul 2017 13:40:26 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗς ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ. ΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ. ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΆ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18971</guid>

					<description><![CDATA[ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017, με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Παπαγεωργίου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Β....]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ</p>
<p>ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ</p>
<p>Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017, με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Παπαγεωργίου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Δ. Κυριλλόπουλος, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου &#8211; Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Χ. Ντουχάνης, Β. Κίντζιου, Θ. Τζοβαρίδου, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Μίντζια, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ηλ. Μάζος και Α. Μίντζια καθώς και η Πάρεδρος Ε. Σκούρα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.</p>
<p>Για να δικάσει την από 11ης Απριλίου 2014 αίτηση:</p>
<p>των: 1) Προϊσταμένου Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Δ.Ε.Κ.) Αθηνών και 2) Προϊσταμένου Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), οι οποίοι παρέστησαν με τη Χριστίνα Διβάνη Νομική Σύμβουλο του Κράτους, κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΙΓΑΙΟΝ ΟΪΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ», που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής (Κονδύλη 10), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: 1) Νικόλαο Κόλλια (Α.Μ. 536 Δ.Σ. Χαλκίδας) και 2) Ευστάθιο Μπακάλη (Α.Μ. 27173), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, και κατά του παρεμβαίνοντος &#8230;, κατοίκου Αθηνών (&#8230;), ο οποίος με την από 26ης Απριλίου 2017 έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πάνου Λαζαράτου (Α.Μ. 14350), παραιτήθηκε από το δικόγραφο της παρεμβάσεως.</p>
<p>Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ&#8217; αριθ. 675/2017 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.</p>
<p>Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες Προϊστάμενοι επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ&#8217; αριθμ. 628/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.</p>
<p>Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Κ. Νικολάου.</p>
<p>Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο των αναιρεσειόντων Προϊσταμένων, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τους πληρεξούσιους της αναιρεσίβλητης εταιρείας, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.</p>
<p>Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι</p>
<p>Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α</p>
<p>Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο</p>
<p>1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (ΦΕΚ 241 τ. Α΄), του Συμβούλου Ιωάννη Σύμπλη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση, έλαβε μέρος αντ’ αυτού στην διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Ηλίας Μάζος, αναπληρωματικό, μέχρι τώρα, μέλος της συνθέσεως (βλ. Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 121Α/7.6.2017). Εξάλλου, στην παρούσα δίκη άσκησε, κατ&#8217; επίκληση του άρθρου 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), παρέμβαση ο &#8230;, από το δικόγραφο της οποίας, στη συνέχεια, παραιτήθηκε με την από 26.4.2017 (αριθ. πρωτ. 2565) έγγραφη δήλωση του υπογράφοντος αυτό πληρεξουσίου δικηγόρου. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση εξετάσεως της εν λόγω παρεμβάσεως (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3776/2012)</p>
<p>2. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου.</p>
<p>3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της 675/2017 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ζητείται η αναίρεση της 628/2014 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ&#8217; αποδοχή προσφυγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, ακυρώθηκε το 2167/13.12.2010 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2002, του Προϊσταμένου του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Δ.Ε.Κ.) Αθηνών. Με την εν λόγω πράξη είχε επιβληθεί σε βάρος της εταιρείας κύριος φόρος 3.986.826,28 ευρώ και πρόσθετος φόρος 11.102.850,15 ευρώ λόγω ανακρίβειας της σχετικής δηλώσεως.</p>
<p>4. Επειδή, με την ως άνω 675/2017 παραπεμπτική απόφαση κατ’ αρχάς αφενός μεν έγινε δεκτό ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την ερμηνεία και την συνταγματικότητα των περί παρατάσεως της παραγραφής διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 3513/2006, 29 του ν. 3697/2008, 10 του ν. 3790/2009 και 82 του ν. 3842/2010, στις οποίες η φορολογική Διοίκηση είχε στηρίξει την έκδοση του ενδίκου φύλλου ελέγχου, και ότι, ενόψει τούτου, προβάλλεται παραδεκτώς σχετικός με το ζήτημα αυτό λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), και αφετέρου απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως ότι το διοικητικό εφετείο εσφαλμένως και αναιτιολογήτως απέκλεισε σιγή την εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των παραγράφων 4 ή και 5 του άρθρου 84 και της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του ν. 2238/1994, με βάση τις οποίες το δικαίωμα του Δημοσίου δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, ενόψει του γεγονότος ότι η έκδοση του ανωτέρω φύλλου ελέγχου βασίσθηκε, κατά το Δημόσιο, και σε συμπληρωματικά στοιχεία. Στη συνέχεια η προαναφερθείσα παραπεμπτική απόφαση δέχθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις περί παρατάσεως του χρόνου της παραγραφής αντίκεινται στο Σύνταγμα και, κατόπιν αυτού, παρέπεμψε το εν λόγω ζήτημα προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος.</p>
<p>5. Επειδή, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος [πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 4731/2014, 640/2015 κ.ά.• βλ. και το ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης», Α΄ 34, στο άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου προβλέπεται ότι μεταξύ των αρχών καλής νομοθέτησης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια δικαίου (περ. η)] και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ. ΑΕΔ 11/2003, ΣτΕ 2034/2011 Ολ., 3777/2008, 4731/2014, 640/2015 κ.ά.), επιβάλλει, ιδίως, τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (πρβλ. ΣτΕ 2811/2012 7μ., 144, 1976/2015) και πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στους ενδιαφερόμενους, όπως είναι οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή επιβαρύνσεων υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και οποιασδήποτε φύσεως κυρώσεων για παράβαση των σχετικών διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 144, 1976/2015, 1623/2016, επίσης ΔΕΕ, 2.6.2016, C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε. κατά Υπουργού Οικονομικών, σκέψη 45, 3.9.2015, C-384/14, Établissement national des produits de l’ agriculture et de la mer (FranceAgriMer) κατά Sodiaal International SA, σκέψη 30). Ειδικότερα, η ως άνω θεμελιώδης αρχή, η οποία εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, επιτάσσει η κατάσταση του διοικουμένου, όσον αφορά την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων της σχετικής με τις ανωτέρω επιβαρύνσεις νομοθεσίας, να μη μπορεί να τίθεται επ&#8217; αόριστον εν αμφιβόλω. Συνακόλουθα, για την επιβολή επιβαρύνσεων, υπό την μορφή φόρων, τελών, εισφορών και σχετικών κυρώσεων, απαιτείται να προβλέπεται προθεσμία παραγραφής, η οποία, προκειμένου να εκπληρώνει τη συνιστάμενη στη διασφάλιση της ως άνω αρχής λειτουργία της, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων και η διάρκειά της να είναι επαρκώς προβλέψιμη από τον διοικούμενο, μετά δε την λήξη της να μην είναι πλέον δυνατή η επιβολή εις βάρος του διοικουμένου ούτε της σχετικής οικονομικής επιβαρύνσεως (φόρου, τέλους, εισφοράς) ούτε οποιασδήποτε σχετικής κυρώσεως. Για να είναι δυνατή δε η (εκ των προτέρων) πρόβλεψη της διαρκείας της παραγραφής, πράγμα που συμβάλλει και στην δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης των διοικουμένων προς την Διοίκηση, αλλά και το κράτος γενικότερα, η λήξη της παραγραφής πρέπει να προσδιορίζεται στο νόμο συγκεκριμένα, εν αναφορά με συγκεκριμένο χρονικό σημείο, και να μην εξαρτάται από ενέργειες δημοσίας αρχής (π.χ. από έκδοση ή και κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή από το ύψος του ποσού, στο οποίο η Διοίκηση θα προσδιορίσει τις υποχρεώσεις του διοικουμένου). Εξάλλου, η παραγραφή πρέπει να έχει, συνολικά, εύλογη διάρκεια, δηλαδή να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. ΔΕΕ, 17.9.2014, C-341/13, Cruz &amp; Companhia Lda κατά Instituto de Financiamento da Agricultura e Pescas, IP (IFAP), σκέψεις 62 και 65). Αυτά δε προς τον σκοπό α) να είναι μεν δυνατή η άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου για την εξακρίβωση της εκ μέρους των διοικουμένων τηρήσεως των ως άνω οικονομικών υποχρεώσεών τους, χωρίς όμως να ενθαρρύνεται η απραξία των αρμοδίων διοικητικών αρχών, την οποία ενθαρρύνει η μεγάλη διάρκεια του χρόνου της παραγραφής ή η δυνατότητα της εκ των υστέρων, και ιδίως πλησίον του χρόνου λήξεώς της, παρατάσεώς της, β) να μην αφήνονται οι διοικούμενοι έκθετοι αφενός μεν σε μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου – που αποτελεί, σε συνδυασμό και με τις συνεχείς μεταβολές της σχετικής με φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις νομοθεσίας, παράγοντα αποτρεπτικό για τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, με ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις για την ανάπτυξη και, γενικότερα, την εθνική οικονομία, ιδιαιτέρως μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσεως, σε βλάβη του δημοσίου συμφέροντος – και αφετέρου στον κίνδυνο να μην είναι πλέον σε θέση, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από το γεγονός που γεννά την σχετική οικονομική υποχρέωση και την κτήση του διαφυγόντος την υποχρέωση αυτή περιουσιακού οφέλους, να αμυνθούν προσηκόντως έναντι σχετικού ελέγχου, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις προκύπτουσες από τον έλεγχο αυτό οικονομικές υποχρεώσεις, είτε οι ίδιοι είτε, πολύ περισσότερο, οι αναλαβόντες, κατά νόμο, συνεπεία κληρονομικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής (πιθανής σε περίπτωση που ο χρόνος της παραγραφής είναι μεγάλος), τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη, εισφορές και συναφείς κυρώσεις, ιδιαιτέρως, μάλιστα, σε περίπτωση που επιβάλλονται ταυτοχρόνως οικονομικές επιβαρύνσεις για περισσότερα έτη, και γ) να μην αφήνεται το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έκθετο στον κίνδυνο αδυναμίας είσπραξης τυχόν βεβαιουμένων, μετά την πάροδο μακρού χρόνου από την γένεση των σχετικών υποχρεώσεων, ποσών φόρων, τελών, εισφορών και σχετικών κυρώσεων, λόγω της ενδεχομένως εν τω μεταξύ επελθούσης επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως των διοικουμένων και της εκ μέρους τους απωλείας του περιουσιακού οφέλους, που απέκτησαν μη εκπληρώνοντας εμπροθέσμως τις εν λόγω υποχρεώσεις τους (πρβλ. ΣτΕ 1623/2016 επταμελούς, 1976/2015), ενόψει, άλλωστε, του ότι τελικός σκοπός των ελέγχων δεν είναι ούτε η τιμωρία των διοικουμένων που παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους από φόρους, τέλη και εισφορές, ούτε απλώς η βεβαίωση των οικονομικών αυτών επιβαρύνσεων και των σχετικών προστίμων, αλλά η είσπραξή τους, καθόσον μόνον με την είσπραξη των φόρων, τελών και εισφορών επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος με την πρόβλεψή τους σκοπός, δηλαδή η κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την λειτουργία του κράτους και των επιδιωκόντων δημοσίους σκοπούς νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και την εκπλήρωση των έναντι των πολιτών υποχρεώσεών τους. Εξάλλου, η Διοίκηση, διαθέτουσα προδήλως περιορισμένο αριθμό καταλλήλως εκπαιδευμένου προσωπικού, ικανού να αξιολογήσει τα προκύπτοντα με βάση τις σύγχρονες μεθόδους ελέγχου στοιχεία, και επιβαρυμένη με την υποχρέωση ταυτοχρόνου ελέγχου τόσο παλαιών υποθέσεων, διεπομένων ενδεχομένως, ενόψει των αλλεπαλλήλων τροποποιήσεων της σχετικής με φόρους, τέλη και εισφορές νομοθεσίας, από μη ισχύουσες πλέον κατά τον χρόνο του ελέγχου διατάξεις, όσο και νέων υποθέσεων, διατρέχει τον κίνδυνο να επικεντρώνει την προσοχή της στη διενέργεια ελέγχων αφορώντων στις παραμένουσες σε εκκρεμότητα υποθέσεις παρελθόντων ετών, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να ασκήσει επικαίρως ελέγχους για την εξακρίβωση τηρήσεως της ήδη ισχυούσης νομοθεσίας, οι οποίοι (έλεγχοι) θα ήταν ενδεχομένως και περισσότερο αποτελεσματικοί και λυσιτελείς και θα συνέβαλαν στην εμπέδωση στους διοικουμένους της συνειδήσεως για την εκπλήρωση των σχετικών με φόρους, τέλη και εισφορές υποχρεώσεων τους, που απορρέουν από ισχύουσες διατάξεις, σε χρόνο που θα έχουν και τη δυνατότητα να συμμορφωθούν και να αποφύγουν την επανάληψη ενδεχομένων παραβάσεων και, επομένως, και την επιβολή κυρώσεων, καθώς και να αποφύγουν τη συσσώρευση οικονομικών επιβαρύνσεων πολλών ετών.</p>
<p>6. Επειδή, εκδήλωση της, απορρέουσας, κατά τα προεκτεθέντα, από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχής της ασφάλειας δικαίου ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο αποτελούν οι θεσπιζόμενες με το άρθρο 78 του Συντάγματος ρυθμίσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό ορίζονται τα εξής: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που επεκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων ως προς τις πηγάζουσες από την αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτήσεις, η πρόβλεψη στο νόμο ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου συνιστά ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής κατά την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 78 (ΣτΕ Ολ. 3174/2014). Ως ουσιαστικό δε στοιχείο της φορολογικής ενοχής η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το έτος, που έπεται εκείνου, στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων. Εξάλλου, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και προς αποφυγή ενθαρρύνσεως ενδεχόμενης απραξίας της φορολογικής διοικήσεως, η παραγραφή πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια, ενόψει, μάλιστα, του ότι πλέον διευκολύνεται η διαδικασία ελέγχου τόσο λόγω των συγχρόνων ηλεκτρονικών και άλλων μεθόδων ελέγχου όσο και λόγω του γεγονότος ότι πολλά δεδομένα που αφορούν την πάσης φύσεως οικονομική δραστηριότητα των φορολογουμένων (όπως εισόδημα π.χ. από μισθωτές υπηρεσίες, τόκους καταθέσεων κ.λπ.) εισάγονται στο σύστημα ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος χωρίς να χρειάζεται καμία ενέργεια εκ μέρους των φορολογουμένων και, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται ο καθορισμός μακρού χρόνου παραγραφής πέραν των χρονικών ορίων που όριζαν προϊσχύσασες διατάξεις σε χρόνο, κατά τον οποίο η φορολογική διοίκηση δεν διέθετε τα μέσα αυτά. Άλλωστε, η ταχύτητα των εξελίξεων σε όλους τους τομείς, μεταξύ των οποίων και ο οικονομικός και ο επιχειρηματικός, επιβάλλει, προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, την ταχύτερη κατά το δυνατόν εκκαθάριση των υποχρεώσεων των φορολογουμένων, ώστε τόσο αυτοί, προκειμένου να προγραμματίζουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να γνωρίζουν τις οφειλές τους επικαίρως και ανά τακτά, και σχετικώς μικρά, χρονικά διαστήματα &#8211; διότι συσσώρευση οφειλών πολλών ετών, λόγω της μετά πάροδο μακρού χρόνου διενέργειας ελέγχου για περισσότερα έτη και εκδόσεως των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, και αξίωση συγχρόνου καταβολής αυτών μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία μπορεί να συνεπάγονται δυσμενείς επιπτώσεις στην εθνική οικονομία γενικότερα &#8211; όσο και το κράτος να είναι σε θέση να προβλέπει εγκαίρως, με σχετική ασφάλεια, τα έσοδά του για να μπορεί, στη συνέχεια, να προγραμματίζει και τις δαπάνες του και τον τρόπο αντιμετωπίσεώς τους.</p>
<p>7. Επειδή, κατά το άρθρο 84 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151) «1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου [&#8230;] δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας. 2. … 3. … 4. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκησή του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται: α) … β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 [δηλαδή σε περίπτωση περιελεύσεως στην φορολογική αρχή συμπληρωματικών στοιχείων] … 5. Αν δεν υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή δήλωση απόδοσης παρακρατουμένων φόρων … το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου … παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης…». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, «1. Κάθε νομικό πρόσωπο του άρθρου 101 υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας [&#8230;] 2. Η δήλωση της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλεται: α) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101, μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για εισοδήματα που απόκτησαν μέσα σε αυτήν [&#8230;]».</p>
<p>8. Επειδή, η προβλεπόμενη ως κανόνας από το προαναφερθέν άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος πενταετής παραγραφή παρατάθηκε στη συνέχεια με τις εξής διατάξεις έως την έκδοση του ένδικου φύλλου ελέγχου: Άρθρο 11 του ν. 3513/2006 (Α΄ 265/5.12.2006): «Οι προθεσμίες παραγραφής που λήγουν στις 31.12.2006 και 31.12.2007, ημερομηνίες μετά τις οποίες παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρων, τελών και εισφορών παρατείνονται μέχρι 31.12.2008. […]». Άρθρο 29 του ν. 3697/2008 (Α΄ 194/25.9.2008): «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2008, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2009. [&#8230;]». Άρθρο 10 του ν. 3790/2009 (Α΄ 143/7.8.2009): «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2009, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 30.6.2010». Άρθρο 82 του ν. 3842/2010 (Α΄58/23.4.2010), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 92 παρ. 3 περ. β του ν. 3862/2010 (Α΄113/13.7.2010): «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 30.6.2010, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2010».</p>
<p>9. Επειδή, στη συνέχεια χορηγήθηκαν και περαιτέρω παρατάσεις του χρόνου παραγραφής με τις εξής διατάξεις: Άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010 (Α΄ 175/30.9.2010), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 7 του ν. 3899/2010 (Α΄ 212/17.12.2010): «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2010, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2011». Άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 4002/2011 (Α΄ 180/22.8.2011): «Η προθεσμία παραγραφής που λήγει στις 31.12.2011, ημερομηνία μετά την οποία παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών και εισφορών, παρατείνεται μέχρι 31.12.2012». Άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4098/2012 (Α΄ 249/20.12.2012): «Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής φόρων, τελών ή εισφορών που λήγει στις 31.12.2012, παρατείνεται μέχρι 31.12.2013». Άρθρο 37 παρ. 5 του ν. 4141/2013 (Α΄ 81/5.4.2013): «Από τις ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων των οποίων επίκειται ο χρόνος παραγραφής σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου μέχρι το χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων επιβολής του φόρου και λοιπών καταλογιστικών πράξεων, παρατείνεται το δικαίωμα αυτό για δύο ακόμα έτη πέραν του χρόνου που ορίζεται από τις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν για υποθέσεις για τις οποίες η προθεσμία παραγραφής λήγει από 31.12.2013 και μετά». Άρθρο 22 του ν. 4203/2013 (Α΄ 235/1.11.2013): «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν στις 31.12.2013, παρατείνονται κατά δύο (2) έτη από τη λήξη τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν αποσταλεί στοιχεία σε ελληνική δικαστική, φορολογική, ελεγκτική ή άλλη αρχή από άλλα κράτη &#8211; μέλη της Ε.Ε. ή τρίτες χώρες στα πλαίσια αμοιβαίας διοικητικής ή δικαστικής συνδρομής ή συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος και κεφαλαίου ή συμβάσεων ανταλλαγής πληροφοριών ή συμβάσεις διοικητικής συνδρομής για την καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, ή εκκρεμεί, κατόπιν αιτήματος των ανωτέρω ελληνικών αρχών η αποστολή στοιχείων, και β) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος ή θα εκδοθούν μέχρι τις 31.12.2013 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης». Άρθρο 87 του ν. 4316/2014 (Α΄ 270/24.12.2014): «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν στις 31.12.2014, παρατείνονται κατά ένα (1) έτος από τη λήξη τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν αποσταλεί στοιχεία σε ελληνική δικαστική, φορολογική, ελεγκτική ή άλλη αρχή από άλλα κράτη – μέλη της Ε.Ε. ή τρίτες χώρες στα πλαίσια αμοιβαίας διοικητικής ή δικαστικής συνδρομής ή συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας εισοδήματος και κεφαλαίου ή συμβάσεων ανταλλαγής πληροφοριών ή συμβάσεων διοικητικής συνδρομής για την καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας, ή εκκρεμεί, κατόπιν αιτήματος των ανωτέρω ελληνικών αρχών ή αποστολή στοιχείων, και β) για υποθέσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος ή θα εκδοθούν μέχρι τις 31.12.2014 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης». Άρθρο 22 του ν. 4337/2015 (Α΄ 129/17.10.2015): «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν στις 31.12.2015 παρατείνονται κατά ένα (1) έτος από τη λήξη τους για υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί (κατά τη δημοσίευση του παρόντος) ή θα εκδοθούν μέχρι τις 31.12.2015 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης». Άρθρο 61 παρ. 8 του ν. 4410/2016 (Α΄141/3.8.2016): «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξεων διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών για τις υποθέσεις του παρόντος άρθρου, καθώς και για αυτές που μεταφέρθηκαν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Δ7 της παρ. Δ΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, παρατείνονται για τρία (3) έτη». Άρθρο 97 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016): «1. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 61 του ν. 4410/2016 (Α΄ 141) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και για τις λοιπές υποθέσεις της Ε.Γ. ΣΔΟΕ που περιέρχονται στην αρμοδιότητα της Γ.Γ.Δ.Ε. με οποιονδήποτε τρόπο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης 1α της υποπαραγράφου Δ7 της παρ. Δ΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94)». 2. Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξεων διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν την 31.12.2016 παρατείνονται κατά ένα (1) έτος από τη λήξη τους για υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ή θα εκδοθούν μέχρι την 31.12.2016 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης». Εξάλλου, διατάξεις αφορώσες παραγραφή αξιώσεων παρελθόντων ετών περιέλαβε παραλλήλως προς τις ανωτέρω και ο θεσπισθείς με τον ν. 4174/2013 (Α΄ 170/26.7.2013) Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 36 παρ. 3 του εν λόγω Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 46 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287/31.12.2013), ορίσθηκε ότι, κατ’ εξαίρεση από τον κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 36 κανόνα της πενταετούς παραγραφής, «πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης» και με το άρθρο 72 παρ. 11 του ίδιου Κώδικα (πρώην άρθρο 66, αναριθμηθέν σε άρθρο 72 με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015), όπως η εν λόγω παράγραφος 11 προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 1 του ν. 4223/2013 και συμπληρώθηκε με την περίπτωση 18β της υποπαραγράφου Δ.2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85/7.4.2014), ορίσθηκε ότι «Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών, προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. Κατ’ εξαίρεση, οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 36 εφαρμόζονται και για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η οποία διαπράχθηκε πριν την εφαρμογή του Κώδικα, εάν, κατά τη θέση αυτού σε ισχύ, το δικαίωμα του Δημοσίου δεν έχει παραγραφεί. …».</p>
<p>10. Επειδή, με τις παρατεθείσες στην όγδοη σκέψη διατάξεις παρατείνεται διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου λίγο πριν από την λήξη είτε της αρχικής παραγραφής είτε της προηγούμενης παρατάσεως αυτής ώστε η θεσπιζόμενη με το άρθρο 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος ως κανόνας πενταετής παραγραφή, που είναι, άλλωστε, εύλογη, να φαίνεται ότι δεν έχει πλέον σε καμία περίπτωση εφαρμογή για τις φορολογικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν κατά τις χρήσεις στις οποίες αφορούν οι ανωτέρω διατάξεις και, αντιθέτως, να διαφαίνεται από τις ρυθμίσεις αυτές αδυναμία οποιασδήποτε προβλέψεως περί του χρόνου λήξεως της παραγραφής τους, με συνέπεια να κλονίζεται η αξιοπιστία του κράτους γενικότερα, πράγμα που δεν συμβάλλει στην εμπέδωση της συνειδήσεως στους πολίτες ότι οφείλουν να εκπληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Άλλωστε, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, η παραγραφή αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια και πάλι, επανειλημμένως, ώστε έως τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος, αλλά και ενώπιον της Ολομελείας, να υπάρχουν, ενδεχομένως, υποθέσεις, αφορώσες στο ένδικο οικονομικό έτος 2002, για τις οποίες, ενόψει των εν λόγω διατάξεων, η παραγραφή δεν έχει ακόμη λήξει (δοθέντος ότι η παράταση της παραγραφής εξαρτάται πλέον από ενέργειες διαφόρων αρχών, με συνέπεια ο χρόνος παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων του ίδιου έτους ενδεχομένως να διαφέρει από φορολογούμενο σε φορολογούμενο αναλόγως εάν για συγκεκριμένο φορολογούμενο έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου από κάποια από τις προβλεπόμενες στις ανωτέρω διατάξεις αρχή) και ως προς τις οποίες να μην είναι, ενδεχομένως, δυνατόν ούτε καν να προβλεφθεί ευχερώς πότε συμπληρώνεται η παραγραφή. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των εκτεθέντων στις σκέψεις 5 και 6, οι παρατεθείσες στην όγδοη σκέψη διατάξεις αντίκεινται στις εξειδικεύουσες την (απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου) αρχή της ασφάλειας δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος, διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών.</p>
<p>11. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Κατά την ένδικη χρήση 2001 η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε αντικείμενο εργασιών την εμπορία πετρελαιοειδών και έδρα τον Πειραιά (&#8230;.), τηρούσε δε βιβλία και στοιχεία Γ΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.). Κατόπιν σχετικών εντολών διενεργήθηκε φορολογικός έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία της σε συσχετισμό προς το 25117/12.7.2007 έγγραφο του Ζ΄ Τελωνείου Πειραιώς, το οποίο αναφερόταν σε Αιτήσεις Εφοδιασμού Πλοίων (Α.Ε.Π.) που είχε καταθέσει αυτή στο προαναφερόμενο Τελωνείο από 1/7.31/12/2001 και αφορούσαν σε εφοδιασμούς πλοίων που είχαν πραγματοποιηθεί από το Δ/Ξ ΕΤΖΙΑΝ ΙΙΙ (Ν.Π. 10561), το οποίο είχε ναυλώσει και λειτουργούσε ως φορολογική αποθήκη της. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν λανθασμένες εγγραφές στα αντίτυπα των Α.Ε.Π., ανακολουθίες μεταξύ των ενδείξεων του μετρητή που αφορούσαν τη λήξη των προηγηθεισών και την έναρξη των αμέσως επόμενων παραδόσεων καυσίμων, καθώς επίσης και διαφορές μεταξύ μετρηθεισών και παραδοθεισών ποσοτήτων πετρελαίου ναυτιλίας 6.046.500 και 296.700 λίτρων, οι οποίες, αν και είχαν καταμετρηθεί από το μετρητή καυσίμων του Δ/Ξ ΕΤΖΙΑΝ ΙΙΙ, δεν είχαν παραδοθεί σε άλλα δικαιούχα ατελείας πλοία, κατόπιν εγκρίσεως της τελωνειακής αρχής ή δεν είχαν λάβει άλλο σύννομο προορισμό. Ενόψει αυτών ο Διευθυντής του Ζ΄ Τελωνείου Πειραιώς, αφού προέβη στη χρέωση των αναλογουσών στις ως άνω ποσότητες πετρελαίου δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, εξέδωσε την 776/06/2008 καταλογιστική πράξη, με την οποία κηρύχθηκε η αναιρεσίβλητη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεη ως αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή πολλαπλών τελών, προστίμων και φορολογικών επιβαρύνσεων ποσού 6.656.163,18, 20.000 και 2.218.721,06 ευρώ αντίστοιχα. Στη συνέχεια δε εκδόθηκε σε βάρος της η 415/13.12.2010 απόφαση του Προϊσταμένου του Δ.Ε.Κ. Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε σε αυτήν συνολικό πρόστιμο Κ.Β.Σ. 2.934.127,21 ευρώ, με την αιτιολογία ότι, κατά τη χρήση 2001, 1) δεν ζήτησε και δεν έλαβε ή δεν εξέδωσε τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις τιμολόγιο αγοράς για αγορασθείσα ποσότητα 35.000 λίτρων πετρελαίου εσωτερικής καύσεως (ναυτιλίας), συνολικής καθαρής αξίας 5.325.015 δραχμών (15.627,34 ευρώ), και 2) δεν εξέδωσε α) τουλάχιστον σε επτά περιπτώσεις τιμολόγια πώλησηςδελτία αποστολής για πωληθείσες ποσότητες 6.317.500 λίτρων πετρελαίου εσωτερικής καύσεως, συνολικής καθαρής αξίας 994.178.972 δραχμών (2.917.619,87 ευρώ), και β) τουλάχιστον σε μία περίπτωση τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής για πωληθείσα ποσότητα 700 λίτρων ίδιου πετρελαίου, συνολικής καθαρής αξίας 110.160 δραχμών (323,28 ευρώ). Κατόπιν αυτών, αφού έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω παραβάσεις επιδρούσαν στο κύρος και την αποδεικτική ισχύ των βιβλίων και στοιχείων της, καθιστώντας αυτά ανακριβή, προσδιορίσθηκαν εξωλογιστικά τα αποτελέσματά της, για την ένδικη χρήση, με το 2167/13.12.2010 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου του Δ.Ε.Κ. Αθηνών, με το οποίο καταλογίσθηκε σε βάρος της κύριος φόρος 3.986.826,28 ευρώ, καθώς και πρόσθετος φόρος 11.102.850,15 ευρώ λόγω ανακρίβειας της σχετικής δηλώσεως. Το ανωτέρω φύλλο ελέγχου επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21.12.2010 και κατ&#8217; αυτού η τελευταία άσκησε, στις 17.2.2011, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή φόρου εισοδήματος παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της σχετικής δήλωσης, με την έννοια ότι μέσα στην πενταετία αυτή πρέπει να εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον υπόχρεο το σχετικό φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο έκρινε ότι από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3513/2006 προέκυπτε ότι η παράταση παραγραφής μέχρι 31.12.2008 αφορούσε μόνον τις φορολογικές υποθέσεις, στις οποίες η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου έληγε πρωτογενώς στις 31.12.2006 και 31.12.2007, δηλαδή αφορούσε τις υποθέσεις των χρήσεων 2000 και 2001, ενώ από τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 29 του ν. 3697/2008, του άρθρου 10 του ν. 3790/2009, του άρθρου 82 του ν. 3842/2010, του άρθρου 12 παρ. 7 του ν. 3888/2010, του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 4002/2011 και του άρθρου δεύτερου του ν. 4098/2012 προέκυπτε ότι οι παρατάσεις αυτές αφορούσαν τις φορολογικές υποθέσεις, στις οποίες η προθεσμία παραγραφής έληγε πρωτογενώς στις 31.12.2008, 31.12.2009, 30.6.2010, 31.12.2010, 31.12.2011 και 31.12.2012 και όχι και τις φορολογικές υποθέσεις στις οποίες η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου έληγε στις ανωτέρω ημερομηνίες μετά από την προηγηθείσα παράταση του άρθρου 11 του ν. 3513/2006. Αντίθετη ερμηνεία των τελευταίων αυτών διατάξεων, ότι δηλαδή οι περαιτέρω διαδοχικές (έξι) παρατάσεις της ως άνω προθεσμίας αφορούσαν όλες τις φορολογικές υποθέσεις, στις οποίες η εν λόγω προθεσμία έληγε όχι μόνον πρωτογενώς αλλά και κατά παράταση, θα ήταν, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ευθέως αντισυνταγματική, διότι θα παραβίαζε τα άρθρα 4 (παρ. 1), 20 (παρ. 1) και 78 (παρ. 2) του Συντάγματος, καθώς και την απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 αυτού αρχή της ασφαλείας του δικαίου. Κατ&#8217; ακολουθία, το δικάσαν δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) ότι στην προκείμενη υπόθεση ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την κοινοποίηση του επίδικου φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος, οικονομικού έτους 2002, άρχισε στις 31.12.2002 και έληξε, με την πάροδο της πενταετίας και της παρατάσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3513/2006, στις 31.12.2008 και β) ότι το ως άνω φύλλο ελέγχου εκδόθηκε στις 13.12.2010 και κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21.12.2010, έκρινε ότι το ένδικο δικαίωμα του Δημοσίου έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατά το βάσιμο λόγο της ασκηθείσης προσφυγής, όπως αυτή είχε συμπληρωθεί με τους πρόσθετους λόγους. Με τις σκέψεις δε αυτές δέχθηκε την εν λόγω προσφυγή και ακύρωσε το 2167/13.12.2010 φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος.</p>
<p>12. Επειδή, η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών της, είναι ορθή, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 10, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 11 του ν. 3513/2006, 29 του ν. 3697/2008, 10 του ν. 3790/2009 και 82 του ν. 3842/2010, με τις οποίες παρατάθηκε ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων αναγομένων σε χρήσεις προγενέστερες του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των εν λόγω νόμων ημερολογιακού έτους, όπως είναι και η ένδικη χρήση 2001, αντίκεινται προς τις διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να στηρίξουν νομίμως την έκδοση του ένδικου φύλλου ελέγχου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.</p>
<p>13. Επειδή, τέλος, με το, υποβληθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και εντός της χορηγηθείσης σχετικώς από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προθεσμίας, από 16.5.2017 υπόμνημα το Δημόσιο προβάλλει ότι «η κρίση περί αντιθέσεως προς το Σύνταγμα κάθε νομοθετικής διατάξεως περί παρατάσεως της παραγραφής θα έχει τεράστιες και μη δυνάμενες να εκτιμηθούν στο χρονικό αυτό σημείο επιπτώσεις και καθιστά ορατό τον κίνδυνο διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους, αφού θα έχει σαν αποτέλεσμα να τεθεί στο αρχείο τεράστιος αριθμός φορολογικών υποθέσεων, που αφορούν σε υψηλά ποσά αδήλωτων εισοδημάτων από πρόσωπα υψηλής φοροδοτικής ικανότητας» και επικαλείται το υπ’ αριθ. ΔΕΛ Β 1065945 ΕΞ 1017 έγγραφο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με το οποίο «… μεγάλο πλήθος υποθέσεων που εκκρεμούν στα Διοικητικά Δικαστήρια, καθώς και υποθέσεων για τις οποίες έχουν εκδοθεί εντολές ελέγχου και οι έλεγχοι αυτοί βρίσκονται σε εξέλιξη, αφορούν σε υποθέσεις που περιλαμβάνονται σε λίστες μεγάλης φοροδιαφυγής που έχουν περιέλθει στην Α.Α.Δ.Ε. μέσω Εισαγγελικών Αρχών, καθώς επίσης και υποθέσεις που έχουν μεταφερθεί από την Ειδική Γραμματεία του Σ.Δ.Ο.Ε. στην Α.Α.Δ.Ε. λόγω μεταφοράς αρμοδιοτήτων. Προσεγγιστικά και όλως ενδεικτικώς εκτιμάται ότι: α) Το πλήθος των εκκρεμών υποθέσεων με παραγραφόμενες χρήσεις είναι περί τις 30.000. β) Το πλήθος των μεταφερόμενων από το Σ.Δ.Ο.Ε. υποθέσεων είναι περί τις 25.000, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων αφορά σε ελέγχους με παραγραφόμενες χρήσεις. Στις υποθέσεις αυτές περιλαμβάνονται κατά βάση: &#8211; Περιπτώσεις που αφορούν ελεγκτικές διασταυρώσεις και έρευνες, με βάση δεδομένα τα οποία χορήγησαν υπηρεσίες άλλων χωρών στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων. Ο έλεγχος των υποθέσεων αυτών … πρέπει να ολοκληρωθεί… &#8211; Σημαντικές υποθέσεις για τις οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει οι ελεγκτικές ενέργειες, έχουν παρασχεθεί στοιχεία από τράπεζες και επίκειται η επεξεργασία τους ώστε να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι. Η βεβαίωση που θα προκύψει από τους … ελέγχους δεν μπορεί να προσδιοριστεί πριν την ολοκλήρωση των ελέγχων, πλην όμως εκτιμάται ότι θα είναι ιδιαίτερα υψηλή…». Ενόψει δε των ανωτέρω το Δημόσιο ζητεί, σε περίπτωση που κριθούν αντισυνταγματικές οι επίμαχες διατάξεις, το Δικαστήριο να καθορίσει μεταγενέστερο χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της εκδοθησομένης αποφάσεως μετά στάθμιση του, λόγω της οξυμένης δημοσιονομικής κρίσεως, επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην διαφύλαξη της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του κράτους, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 3β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) και ορίζει ότι «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το Δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης». Ο ισχυρισμός αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι, εκτός των άλλων, δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο όχι μόνον οι φερόμενες ως ελεγχόμενες φορολογικές υποθέσεις, αλλά ούτε οι υποθέσεις, οι οποίες φέρονται ότι εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια, ούτε και τα ποσά που έχουν βεβαιωθεί στις υποθέσεις αυτές. Και τούτο ανεξαρτήτως αν στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη του π.δ. 18/1989.</p>
<p>14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια, στην οποία παραπέμφθηκε το προαναφερόμενο ζήτημα, κρίνει ότι, μετά την επίλυσή του κατά τα ανωτέρω, πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να απορρίψει την κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.</p>
<p>Δ ι ά τ α ύ τ α</p>
<p>Επιλύει το παραπεμφθέν ζήτημα, κατά το σκεπτικό.</p>
<p>Κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την αίτηση.</p>
<p>Επιβάλλει στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται, για την παράστασή της ενώπιον του Β΄ Τμήματος και ενώπιον της Ολομελείας, σε εννιακόσια είκοσι (460Χ2=920) ευρώ.</p>
<p>Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2017 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης του ίδιου μήνα και έτους.</p>
<p>Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας</p>
<p>Νικ. Σακελλαρίου Ελ. Γκίκα</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>διακρίσεις λόγω βάρους</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%bb%cf%8c%ce%b3%cf%89-%ce%b2%ce%ac%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%82/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 22 Dec 2016 12:43:53 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΣΟΤΗΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΤΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18880</guid>

					<description><![CDATA[ και ενώ δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη η απόφαση για τα κανάλια &#8230;. ΣτΕ: Συνταγματικός ο αποκλεισμός των παχύσαρκων από το διορισμό στις γραμματείες των Στρατοδικείων ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ Σύμφωνος με το Σύνταγμα και την ισχύουσα νομοθεσία είναι ο περιορισμός που επιβάλλεται για την απασχόληση δικαστικών γραμματέων...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div id="location-TOP-FULL"> και ενώ δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη η απόφαση για τα κανάλια &#8230;.</div>
<div class="large-8 columns">
<article id="item-article">
<header>
<h2 class="item-title">ΣτΕ: Συνταγματικός ο αποκλεισμός των παχύσαρκων από το διορισμό στις γραμματείες των Στρατοδικείων</h2>
<p><span class="item-author"> <a href="http://www.kathimerini.gr/authors?id=67">ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ</a> </span></header>
<div class="row">
<div class="large-9 columns">
<div class="clearing-assembled">
<div>
<div class="carousel">
<ul class="clearing-thumbs clearing-feature">
<li class="clearing-featured-img"><a href="http://s.kathimerini.gr/resources/2016-12/ste1100778552233-thumb-large-thumb-large.jpg"> <img src="http://s.kathimerini.gr/resources/2016-12/ste1100778552233-thumb-large-thumb-large.jpg" alt="" /> </a></li>
</ul>
</div>
</div>
</div>
<div class="freetext">
<p>Σύμφωνος με το Σύνταγμα και την ισχύουσα νομοθεσία είναι ο περιορισμός που επιβάλλεται για την απασχόληση δικαστικών γραμματέων στα Στρατοδικεία, αποκλείοντας τους παχύσαρκους.</p>
<p>Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με απόφαση του Γ’ Τμήματός του έκρινε ότι σχετική διάταξη αποκλεισμού των παχύσαρκων από την είσοδό τους στις δικαστικές γραμματείες των στρατοδικείων είναι συνταγματικός ανεκτή για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αφού οι δικαστικοί γραμματείς των Στρατοδικείων ανήκουν στις Ένοπλές Δυνάμεις με καθήκοντα στρατιωτικού χαρακτήρα, τα οποία ανάγονται τελικά στην Εθνική Άμυνα της χώρας.</p>
<div id="adman-UID3"></div>
<p>Η υπόθεση, που έφθασε προς κρίση στο Συμβούλιο της Επικρατείας αφορούσε στον αποκλεισμό υποψήφιας από σχετικό διαγωνισμό πρόσληψης δικαστικών γραμματέων η οποία είχε βάρος 82 κιλά.</p>
<p>Όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΣτΕ, η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας (άρθρο 5 Συντάγματος), προβλέπει ότι η πρόσβαση κάθε Έλληνα πολίτη σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική του αξία και ικανότητα», αλλά ο νομοθέτης μπορεί «να θεσπίζει ρυθμίσεις, οι οποίες αποκλίνουν από την αρχή αυτή, εφ&#8217; όσον δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού και δεν παραβιάζουν την  συνταγματική αρχή της αναλογικότητας».</p>
<p>Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το νόμο 2292/1995, οι δικαστικοί γραμματείς υπάγονται στους στρατιωτικούς νόμους και στρατιωτικούς κανονισμούς και ως προς τις προϋποθέσεις πρόσληψη, (με διαγωνισμό), των δικαστικών γραμματέων ισχύουν οι προϋποθέσεις που ισχύουν και για τους λοιπούς στρατιωτικούς.</p>
<p>Σύμφωνα με το ΣτΕ, προς πλήρωση των κενών θέσεων ανθυπασπιστών- γραμματέων του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, «οι υποψήφιοι που πάσχουν από «ελαφρά παχυσαρκία» κρίνονται «ικανοί δεύτερης κατηγορίας» («Ι 2») και ως εκ τούτου «ακατάλληλοι» προς κατάταξη, με συνέπεια να αποκλείονται του διαγωνισμού».</p>
<p>Ο δε  αποκλεισμός αυτός  των υποψηφίων, συνεχίζουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, «εκ του λόγου ότι πάσχουν από «ελαφρά παχυσαρκία» δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι οι δικαστικοί γραμματείς των Ενόπλων Δυνάμεων ανήκουν στο στρατιωτικό προσωπικό αυτών, τα δε καθήκοντά τους, ως εκ του προέχοντος στρατιωτικού χαρακτήρα τους, ανάγονται εν τέλει στην Εθνική Άμυνα της Χώρας».</p>
<p>Στη δικαστική απόφαση σημειώνεται ότι οι δικαστικοί γραμματείς των Στρατοδικείων δεν υποχρεούνται να εκτελούν μόνο τα καθήκοντα της κυρίας θέσεώς τους, αλλά, ως αξιωματικοί υποχρεούνται σε  εκτέλεση ασκήσεων και υποβάλλονται σε  ειδική εκπαίδευση,   ενώ «δεν υπηρετούν μόνο σε στρατιωτικά δικαστήρια αλλά και   σε μονάδες, συγκροτήματα και σχηματισμούς   των Ενόπλων Δυνάμεων».</p>
<p>Κατά συνέπεια, «η θέσπιση ειδικών σωματικών προσόντων, μεταξύ των οποίων το επίδικο ειδικό προσόν του σωματικού βάρους κάτω του ορίου της «ελαφράς παχυσαρκίας», δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται η πρόσβαση κάθε Έλληνα πολίτη σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, ούτε στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας» προσθέτουν οι σύμβουλοι Επικρατείας.</p>
</div>
</div>
</div>
</article>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Δδιακόπτεται δικαστικά η εκτέλεση ταμειακών βεβαιώσεων και κατασχετηρίων εκθέσεων εις χείρας Τραπεζών, για οφειλές προς το ΙΚΑ.</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%ce%b4%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%ba%cf%8c%cf%80%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%b7-%ce%b5%ce%ba%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 07 Nov 2016 13:07:38 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΚΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18795</guid>

					<description><![CDATA[Γράφει η δικηγόρος Αναστασία Μήλιου* Τα δικαστήρια αναγνωρίζοντας το παράνομο και κατάφωρα αντισυνταγματικό τρόπο που το ΙΚΑ χειρίζεται τις οφειλές των ασφαλισμένων του προς αυτό, παρακάμπτοντας την νόμιμη διαδικασία, η οποία επιβάλει να εξετάζεται πρώτα επί της ουσίας η παράβαση και η επιβολή οποιουδήποτε προστίμου...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>Γράφει η δικηγόρος Αναστασία Μήλιου*</em></strong></p>
<p>Τα δικαστήρια αναγνωρίζοντας το παράνομο και κατάφωρα αντισυνταγματικό τρόπο που το ΙΚΑ χειρίζεται τις οφειλές των ασφαλισμένων του προς αυτό, παρακάμπτοντας την νόμιμη διαδικασία, η οποία επιβάλει να εξετάζεται πρώτα επί της ουσίας η παράβαση και η επιβολή οποιουδήποτε προστίμου και εν συνεχεία να προχωρεί το Ταμείο στην βεβαίωση της οφειλής και την διαδικασία είσπραξης του προστίμου, με κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών, συντάξεων κ.τ.λ., αναστέλλουν πλήρως οποιαδήποτε ενέργεια κατάσχεσης, μέχρι την οριστική κρίση επί της ουσίας της παράβασης.</p>
<p>Στην κάτωθι περίπτωση το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με απόφαση επί αίτησης αναστολής, ομόρρυθμης εταιρείας, εις βάρος της οποίας είχε καταλογιστεί πρόστιμο για αδήλωτη εργασία υπαλλήλου και <strong>επισπεύτηκε σε βάρος της  εταιρείας αλλά και των ομόρρυθμων εταίρων προσωπικά</strong> αναγκαστική κατάσχεση, εις χείρας όλων των τραπεζών στις οποίες μπορεί να είχε τραπεζικούς λογαριασμούς για όλο το ποσό της οφειλής, ανάστειλε την διαδικασία δέσμευσης των χρημάτων αυτών των τραπεζικών λογαριασμών.</p>
<p>Η ομόρρυθμη εταιρεία άσκηση κατά της αναγκαστικής κατάσχεσης ανακοπή και αίτηση αναστολής επί της ανακοπής, η οποία αναστολή έγινε δεκτή με το εξής σκεπτικό: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, …(κ.τλ.) ενώ το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή την τροποποίησή της. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών και διαφορών με χρηματικό αντικείμενο το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της πράξης, κατά το μέρος που συνεπάγεται τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, εφόσον ο αιτών αποδεικνύει ότι η βλάβη.</p>
<p>Η πράξη βεβαίωσης οφειλής συντάσσεται τον επόμενο μήνα λήξης της εμπροθέσμου καταβολής των ασφαλιστικών οφειλών και σε κάθε περίπτωση μέχρι έξι (6) μήνες από την ημέρα που οι ασφαλιστικές οφειλές κατέστησαν καθυστερούμενες. Ο οφειλέτης ενημερώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο για την οφειλή του και την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, β) εντός μηνός από την έκδοση του εκτελεστού τίτλου αποστέλλεται ατομική ειδοποίηση και τάσσεται προθεσμία είκοσι (20) ημερών εντός της οποίας καλείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει, γ) μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας ο εκτελεστός τίτλος διαβιβάζεται στα κατά τόπο αρμόδια όργανα για εκτέλεση σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, ως ισχύει, δ) μετά τη διαβίβαση στο Κ.Ε.Α.Ο. των ληξιπροθέσμων οφειλών κάθε είδους διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση που ασκείται ενώπιον των οικείων Ασφαλιστικών Οργανισμών ή Δικαστηρίων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.</p>
<p>Η άσκηση ένστασης ενώπιον της Τ.Δ.Ε. από τον οφειλέτη του Ι.Κ.Α. κατά καταλογιστικών πράξεων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη των σχετικών οφειλών. Ωστόσο, όπως έχει κριθεί σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας περί της ενδικοφανούς προσφυγής, ερμηνευόμενων υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται η αποτελεσματική παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), <strong><u>κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ένστασης, όπως και στην περίπτωση που, μετά την άσκηση ένστασης από τον οφειλέτη του ΙΚΑ κατά καταλογιστικών πράξεων, </u></strong><strong><u>δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η διοικητική διαδικασία</u>, είτε με την έκδοση απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.), επί της κατά τα ανωτέρω ένστασης, είτε με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας οφείλει να αποφανθεί η Τ.Δ.Ε., δεν αναστέλλεται μεν, η εγγραφή του οφειλέτη του ΙΚΑ στην κατάσταση οφειλετών του Ιδρύματος, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό ευρεία έννοια για τη βεβαίωση και είσπραξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, </strong><strong><u>είναι, όμως, ανεπίτρεπτη, </u></strong>κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, <strong><u>η ταμειακή βεβαίωση της σχετικής οφειλής, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο </u></strong>υπό στενή έννοια<strong><u> για την είσπραξη των εν λόγω απαιτήσεων</u></strong> (βλ. ΣτΕ 1825/2010, 1760, 3328/2008, 2982/2007 επταμ.). Επομένως, υπό το φως των ως άνω διατάξεων (άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ), είναι, και υπό το νυν ισχύον καθεστώς του άρθρου 101 του Ν.4172/2013, ανεπίτρεπτη η ταμειακή βεβαίωση και είσπραξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ από καθυστερούμενες οφειλές κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ένστασης κατά καταλογιστικών πράξεων ή όταν, μετά την άσκηση ένστασης από τον οφειλέτη του ΙΚΑ κατά των πράξεων αυτών, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η διοικητική διαδικασία.</p>
<p>Στην προκείμενη περίπτωση από τακτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμόδια όργανα του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Εύοσμου για τη χρονική περίοδο από Νοέμβριο 2011 έως Νοέμβριο 2015 διαπιστώθηκαν διαφορές ως προς την ασφάλιση του προσωπικού της επιχείρησης, με αποτέλεσμα να εκδοθούν Π.Ε.Π.Ε.Ε., με τις οποίες καταλογίσθηκαν σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας εισφορές και πρόσθετες επιβαρύνσεις εισφορών για την ασφαλιστική τακτοποίηση εργαζομένων της επιχείρησης, οι οποίες της επιδόθηκαν στις 11-2-2016. Κατόπιν σχετικής καταγγελίας εργαζομένου και για την ασφαλιστική του τακτοποίηση εκδόθηκαν κι άλλες Π.Ε.Π.Ε.Ε.  επί των οποίων η αιτούσα άσκησε την 504/59/10-3-2016 ένσταση ενώπιον της Τ.Δ.Ε. του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Εύοσμου.</p>
<p>Εν τω μεταξύ, με πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του Κ.Ε.Α.Ε.Ο Θεσσαλονίκης βεβαιώθηκε ταμειακά, η οφειλή στην εταιρεία. Ακολούθως, ο ίδιος ως άνω Διευθυντής εξέδωσε πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης αντίστοιχα, κατά της εταιρίας και κατά των ομόρρυθμων μελών αυτής, εις χείρας όλων των τραπεζών, προερχόμενης από τις ίδιες ως άνω καταλογιστικές πράξεις.</p>
<p>Κατά των ανωτέρω πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης η  εταιρία και οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής άσκησαν ανακοπή, για τη συζήτηση της οποίας δεν έχει ακόμη ορισθεί δικάσιμος και, ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, ζητούν την αναστολή εκτέλεσής τους, προβάλλοντας κατ&#8217; αρχάς ότι οι λόγοι της ανακοπής είναι προδήλως βάσιμοι. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι δεν έλαβαν ατομική ειδοποίηση των προαναφερόμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών τους που βεβαιώθηκαν στο Κ.Ε.Α.Ο. Θεσσαλονίκης και ότι έλαβαν γνώση περί της εν λόγω βεβαίωσης όταν αντιλήφθηκαν ότι είχαν επιβληθεί οι επίμαχες ως άνω κατασχέσεις εις χείρας της Τράπεζας Πειραιώς, όπου η αιτούσα εταιρία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό για την εξυπηρέτηση των οικονομικών συναλλαγών της επιχείρησης και την εξόφληση των οφειλών της προς το Δημόσιο και το προσωπικό της. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης πάσχουν, καθόσον εκδόθηκαν, ενώ δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία οριστικοποίησης των σχετικών καταλογιστικών πράξεων, δοθέντος ότι είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως ενστάσεις στην Τ.Δ.Ε. κατά των Π.Ε.Π.Ε.Ε., οι δε ταμειακές βεβαιώσεις έλαβαν χώρα την ίδια ημερομηνία με αυτή της άσκησης των ενστάσεών τους. Για τον ίδιο λόγο είναι μη νόμιμες και οι προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης. Εξ άλλου, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης είναι παράνομες και για το λόγο ότι δεν τους κοινοποιήθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης, ούτε τους εστάλη ατομική ειδοποίηση χρεών, με αποτέλεσμα να απωλέσουν ένα στάδιο δικαστικής προστασίας. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι μη νομίμως εκδόθηκαν οι καταλογιστικές πράξεις του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ ΕΤΑΜ σε βάρος της αιτούσας εταιρίας, αμφισβητώντας τα πορίσματα του τακτικού ελέγχου και ελέγχου που διενεργήθηκε κατόπιν καταγγελίας εργαζομένου της επιχείρησης, προβάλλοντας ουσιαστικούς ισχυρισμούς, επικαλούνται δε και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους των ελεγκτικών οργάνων του ΙΚΑ, ενώ ισχυρίζονται ότι κατά παράβαση της διαδικασίας δεν συνετάγη έκθεση επιτόπιου ελέγχου. Εξ άλλου, οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι η άμεση εκτέλεση των προσβαλλόμενων πράξεων τους επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησής τους από τη λήψη αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη της οφειλής, αλλά και στη λήψη μέτρων σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων ατομικά. Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποστηρίζει ότι η προθεσμία και ή άσκηση ένστασης κατά των σχετικών καταλογιστικών πράξεων ενώπιον της Τ.Δ.Ε. δεν αποτελεί λόγο αναστολής σύνταξης των οικείων ταμειακών βεβαιώσεων και ότι η αιτούσα εταιρία έλαβε ηλεκτρονικά ατομική ειδοποίηση, που εκδόθηκε μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του ΙΚΑ, που αναρτήθηκε στο λογαριασμό που τηρεί αυτή.</p>
<p>Με τα ανωτέρω δεδομένα, λαμβάνεται ιδίως υπόψη ότι: α) η ταμειακή βεβαίωση, η οποία αποτελεί την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ιδιώτη, μπορεί, να ανασταλεί αυτή καθ&#8217; εαυτή από το δικαστήριο, που δικάζει σχετική αίτηση αναστολής όταν εκτιμάται ότι το κύριο ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά αυτής είναι προδήλως βάσιμο, περίπτωση δε πρόδηλης βασιμότητας του κυρίου ένδικου βοηθήματος συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικράτειας β) δεν είναι επιτρεπτή η ταμειακή βεβαίωση του χρέους προερχόμενου από καταλογιστική πράξη του οργάνου του ΙΚΑ, κατά του οποίου προβλέπεται η άσκηση ένστασης ενώπιον της Τ.Δ.Ε., για όσο χρόνου διαρκεί η προθεσμία άσκησης της ένστασης και μέχρι να εκδικασθεί αυτή από την Τ.Δ.Ε. ή να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την έκδοση σχετικής απόφασης, γ) εν προκειμένω, οι Π.Ε.Ε., οι Π.Ε.Π.Ε.Ε. και η Π.Ε.Π.Α.Ε. σε βάρος της αιτούσας εταιρίας προσβλήθηκαν εμπροθέσμως με ενστάσεις που άσκησε, το δε ΙΚΑ προχώρησε στην ταμειακή βεβαίωση των σχετικών χρεών, ενόσω, δηλαδή διαρκούσε η προθεσμία έκδοσης απόφασης επί των ως άνω ενστάσεων, προθεσμία η οποία, κατά τα γινόμενα δεκτά ανωτέρω, εμπόδιζε την ταμειακή βεβαίωση των χρεών από τις καταλογιστικές πράξεις που προσβλήθηκαν με ένσταση. Συνεπώς, από την άποψη αυτή, πάσχουν οι ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις, κατά το μέρος που αφορούν τα χρέη που προέρχονται από τις Π.Ε.Ε., Π.Ε.Π.Ε.Ε. και την Π.Ε.Π.Α.Ε., ο δε προβαλλόμενος λόγος της ανακοπής παρίσταται προδήλως βάσιμος, κατά το βασίμως προβαλλόμενο ισχυρισμό της κρινόμενης αίτησης, που πρέπει να γίνει δεκτός.</p>
<p>Συντρέχει, επομένως, λόγος χορήγησης αναστολής των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και τις πράξεις αναγκαστικής κατάσχεσης, κατά το μέρος που αφορούν τα χρέη που προέρχονται από τις ως άνω καταλογιστικές πράξεις. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να χορηγηθεί η αναστολή εκτέλεσης των  πράξεων ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του ΚΕΑΟ Θεσσαλονίκης και των πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης του ανωτέρω Διευθυντή, στο σύνολό τους, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής.</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>αντιρρησίες συνείδησης</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%81%cf%81%ce%b7%cf%83%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b4%ce%b7%cf%83%ce%b7%cf%82/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 29 Sep 2016 12:19:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[αντιρρησίες συνείδησης]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18731</guid>

					<description><![CDATA[Για την παραβίαση του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) περί της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης και θρησκείας καταδίκασε για ακόμη μια φορά την Ελλάδα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Η υπόθεση αφορά την απόφαση «Παπαβασιλάκης κατά Ελλάδος», που...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<div id="maincontent">
<div id="content" class="content">
<article class="articlecontent loaded">
<section class="articlebody ">Για την παραβίαση του άρθρου 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) περί της ελευθερίας σκέψης, συνείδησης και θρησκείας καταδίκασε για ακόμη μια φορά την Ελλάδα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).</p>
<p>Η υπόθεση αφορά την απόφαση «Παπαβασιλάκης κατά Ελλάδος», που εξέδωσε το Α΄ Τμήμα του στις 15 Σεπτεμβρίου 2016, σύμφωνα με ανακοίνωση της Εθνικής Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ).</p>
<p>Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η αρμόδια αρχή που εξέτασε την υπόθεση του προσφεύγοντος Λεωνίδα Παπαβασιλάκη, συνεδρίασε με τριμελή σύνθεση, απαρτιζόμενη, κατά πλειοψηφία, από μόνιμους αξιωματικούς του στρατού, αντί της νομοθετικά προβλεπόμενης πενταμελούς (σύνεδρος ή πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δυο αξιωματικοί του στρατού και δυο καθηγητές ΑΕΙ φιλοσοφίας, κοινωνικών και πολιτικών επιστημών ή ψυχολογίας) και δεν παρείχε τις απαιτούμενες από την ΕΣΔΑ εγγυήσεις αμερόληπτης και ανεξάρτητης κρίσης.</p>
<p>Μάλιστα, το ΕΔΔΑ παραθέτει απόσπασμα των παρατηρήσεων της ΕΕΔΑ, το οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρει πως «η αρμόδια Αρχή που θα αποφασίζει αν ένα άτομο θα πρέπει να εκπληρώσει εναλλακτική υπηρεσία ή όχι, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να μην περιλαμβάνει μέλη της στρατιωτικής διοίκησης. [&#8230;] Η πρόταση συμβαδίζει με τις πρόσφατες συστάσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαωμάτων του ΟΗΕ, στις οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνεται η από το 2005 προτροπή της Επιτροπής να τεθεί η εξέταση των αιτήσεων υπό τον πλήρη έλεγχο πολιτικών αρχών». Επιπλέον, επισημαίνεται, πως πρέπει να προστεθούν δυο πολιτικοί εκπρόσωποι: Ένας του υπουργείου Εσωτερικών και ένας του υπουργείου Υγείας.</p>
<p>Η ΕΕΔΑ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τη μη αποδοχή από την ελληνική πλευρά, των σχετικών με τους αντιρρησίες συνείδησης συστάσεων που έγιναν προς την Ελλάδα, στο πλαίσιο του δευτέρου κύκλου της Οικουμενικής Περιοδικής Αξιολόγησης από το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ.</p>
<p>σχετικό δελτίο τύπου του Συνήγορου του Πολίτη<a href="http://www.synigoros.gr/resources/160916-dt.pdf"> Εδώ </a></p>
</section>
</article>
</div>
</div>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>τίτλοι ευγενείας στην ΕΕ</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%cf%84%ce%af%cf%84%ce%bb%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%cf%85%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%b5%ce%af%ce%b1%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%b5/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 22 Jun 2016 16:32:39 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΤΙΤΛΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΑς]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18552</guid>

					<description><![CDATA[ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα) της 2ας Ιουνίου 2016 (*) «Προδικαστική παραπομπή — Ιθαγένεια της Ένωσης — Άρθρο 21 ΣΛΕΕ — Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής εντός των κρατών μελών — Νόμος κράτους μέλους περί καταργήσεως των προνομίων και απαγορεύσεως απονομής νέων τίτλων ευγενείας — Επώνυμο ενηλίκου, υπηκόου...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="C19Centre">ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)</p>
<p class="C19Centre">της 2ας Ιουνίου 2016 (<a href="http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=9ea7d0f130d52e17830dfd194bf2a38dcf7604f1ba08.e34KaxiLc3eQc40LaxqMbN4OchyQe0?text=&amp;docid=179469&amp;pageIndex=0&amp;doclang=EL&amp;mode=req&amp;dir=&amp;occ=first&amp;part=1&amp;cid=89478#Footnote*" name="Footref*">*</a>)</p>
<p class="C71Indicateur">«Προδικαστική παραπομπή — Ιθαγένεια της Ένωσης — Άρθρο 21 ΣΛΕΕ — Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής εντός των κρατών μελών — Νόμος κράτους μέλους περί καταργήσεως των προνομίων και απαγορεύσεως απονομής νέων τίτλων ευγενείας — Επώνυμο ενηλίκου, υπηκόου του εν λόγω κράτους, κτηθέν κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του εντός άλλου κράτους μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης το πρόσωπο αυτό — Επώνυμο περιέχον στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας — Διαμονή εντός του πρώτου κράτους μέλους — Άρνηση των αρχών του πρώτου κράτους μέλους να προβούν σε ληξιαρχική καταχώριση του κτηθέντος στο δεύτερο κράτος μέλος ονοματεπωνύμου — Δικαιολόγηση — Δημόσια τάξη — Μη συμβατός χαρακτήρας με τις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου»</p>
<p class="C02AlineaAltA">Στην υπόθεση C‑438/14,</p>
<p class="C02AlineaAltA">με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο της περιφέρειας Καρλσρούης, Γερμανία) με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff </b></p>
<p class="C02AlineaAltA">κατά</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>Standesamt der Stadt Karlsruhe,</b></p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe,</b></p>
<p class="C19Centre">ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),</p>
<p class="C02AlineaAltA">συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, A. Rosas (εισηγητή), A. Prechal και E. Jarašiūnas, δικαστές,</p>
<p class="C02AlineaAltA">γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet</p>
<p class="C02AlineaAltA">γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,</p>
<p class="C02AlineaAltA">έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Νοεμβρίου 2015,</p>
<p class="C02AlineaAltA">λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:</p>
<p class="C03Tiretlong">–        ο Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff, αυτοπροσώπως και εκπροσωπούμενος από τον T. Donderer, Rechtsanwalt,</p>
<p class="C03Tiretlong">–        η Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe, εκπροσωπούμενη από τις D. Schönhaar και P. Becker,</p>
<p class="C03Tiretlong">–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και από τις J. Kemper και K. Petersen,</p>
<p class="C03Tiretlong">–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. von Rintelen και M. Wilderspin και από την C. Tufvesson,</p>
<p class="C02AlineaAltA">αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2016,</p>
<p class="C02AlineaAltA">εκδίδει την ακόλουθη</p>
<p class="C75Debutdesmotifs"><b>Απόφαση</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point1"></a>1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point2"></a>2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff, αφενός, και του Standesamt der Stadt Karlsruhe (ληξιαρχείου του Δήμου Καρλσρούης) και της Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe (κεντρικής νομικής υπηρεσίας του Δήμου Καρλσρούης), σχετικά με την άρνηση των αρχών αυτών να τροποποιήσουν τα ονόματα και το επώνυμο του αιτούντος της κύριας δίκης στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του και να καταχωρίσουν, στη μερίδα του ληξιαρχείου, στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας τα οποία αποτελούν μέρος του επωνύμου που απέκτησε ο αιτών σε άλλο κράτος μέλος.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Το γερμανικό δίκαιο</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point3"></a>3        Το άρθρο 123, παράγραφος 1, του Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), της 23ης Μαΐου 1949 (BGBl. 1949 I, σ. 1, στο εξής: Θεμελιώδης Νόμος), ορίζει ότι «[τ]ο δίκαιο που ίσχυε προ της πρώτης συγκλήσεως του Bundestag εξακολουθεί να ισχύει καθόσον δεν αντιβαίνει στον Θεμελιώδη Νόμο».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point4"></a>4        Το άρθρο 109 του Verfassung des Deutschen Reichs (Συντάγματος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας), το οποίο θεσπίσθηκε στις 11 Αυγούστου 1919 στη Βαϊμάρη (Reichsgesetzblatt 1919, σ. 1383, στο εξής: Σύνταγμα της Βαϊμάρης) και τέθηκε σε ισχύ στις 14 Αυγούστου 1919, ορίζει τα εξής:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Όλοι οι Γερμανοί είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.</p>
<p class="C02AlineaAltA">Άνδρες και γυναίκες έχουν, καταρχήν, τα ίδια πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.</p>
<p class="C02AlineaAltA">Τα προνόμια εκ του νόμου και οι ανισότητες λόγω γεννήσεως ή κοινωνικής τάξεως καταργούνται. Οι τίτλοι ευγενείας ισχύουν μόνον ως μέρος του επωνύμου. Στο εξής δεν επιτρέπεται η απονομή τους.</p>
<p class="C02AlineaAltA">Τίτλοι απονέμονται μόνον εφόσον δηλώνουν αξίωμα ή επάγγελμα· ο περιορισμός δεν αφορά τους πανεπιστημιακούς τίτλους.</p>
<p class="C02AlineaAltA">Το Κράτος δεν απονέμει παράσημα ούτε μετάλλια.</p>
<p class="C02AlineaAltA">Ουδείς Γερμανός επιτρέπεται να δεχθεί τίτλο ή παράσημο από αλλοδαπή κυβέρνηση.»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point5"></a>5        Με αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1966 και της 11ης Δεκεμβρίου 1996, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Γερμανία) έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 123, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου, το άρθρο 109 του Συντάγματος της Βαϊμάρης εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, κατέχοντας, στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, θέση ομοσπονδιακού νόμου απλής τυπικής ισχύος.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point6"></a>6        Υπό τον τίτλο «Κατάσταση προσώπων», το άρθρο 5 του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuch (εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα), της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 2494, και διορθωτικό BGBl. 1997 I, σ. 1061), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: EGBGB), ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Σε περίπτωση παραπομπής στο δίκαιο του κράτους ιθαγένειας προσώπου και εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος πλειόνων κρατών, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους με το οποίο το εν λόγω πρόσωπο διατηρεί τον στενότερο δεσμό, ιδίως λόγω της συνήθους διαμονής ή λόγω της πορείας του βίου του. Σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο έχει και τη γερμανική ιθαγένεια, η ιθαγένεια αυτή κατισχύει.»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point7"></a>7        Το άρθρο 6 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσια τάξη», ορίζει τα εξής:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή αλλοδαπής νομικής διατάξεως έχει αποτέλεσμα το οποίο αντιβαίνει προδήλως σε ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου, η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Τέτοια διάταξη δεν τυγχάνει ιδίως εφαρμογής εφόσον η εφαρμογή της αντιβαίνει στα θεμελιώδη δικαιώματα.»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point8"></a>8        Το άρθρο 10 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όνομα», προβλέπει στην παράγραφό του 1 ότι:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Το όνομα φυσικού προσώπου καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας του προσώπου αυτού.»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point9"></a>9        Το άρθρο 48 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιλογή ονόματος κτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης», ορίζει τα εξής:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Εάν το όνομα φυσικού προσώπου καθορίζεται από το γερμανικό δίκαιο, το πρόσωπο αυτό δύναται, κατόπιν δηλώσεως ενώπιον του ληξιαρχείου, να επιλέξει το όνομα το οποίο έχει αποκτήσει κατά τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο έχει καταχωρισθεί σε ληξιαρχείο του εν λόγω κράτους μέλους, εφόσον η επιλογή αυτή δεν αντιβαίνει προδήλως σε ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου. Η επιλογή του ονόματος ισχύει αναδρομικώς από τον χρόνο της ληξιαρχικής καταχωρίσεως στο άλλο κράτος μέλος, εκτός εάν το πρόσωπο δηλώσει ρητώς ότι η επιλογή αυτή θα ισχύει μόνο για το μέλλον. Η δήλωση πρέπει να έχει επικυρωθεί ή να αποτελεί το αντικείμενο δημοσίου εγγράφου. [&#8230;]»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point10"></a>10      Το άρθρο 48 του EGBGB, όπως ισχύει σήμερα, θεσπίσθηκε με τον Gesetz zur Anpassung der Vorschriften des Internationalen Privatrechts an die Verordnung (EU) Nr. 1259/2010 und zur Änderung anderer Vorschriften des Internationalen Privatrechts (νόμο περί προσαρμογής ορισμένων διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στον κανονισμό 1259/2010 και τροποποιήσεως άλλων διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), της 23ης Ιανουαρίου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 101), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29 Ιανουαρίου 2013. Η διάταξη αυτή εισήχθη στο γερμανικό δίκαιο κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559).</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα </b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point11"></a>11      Ο αιτών της κύριας δίκης είναι Γερμανός υπήκοος, γεννηθείς στις 9 Ιανουαρίου 1963 στην Καρλσρούη (Γερμανία). Κατά τη γέννησή του έλαβε το όνομα «Nabiel» και το επώνυμο «Bagadi», τα οποία και καταχωρίσθηκαν στο ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point12"></a>12      Εν συνεχεία, κατόπιν διοικητικής διαδικασίας αλλαγής ονόματος ενώπιον του Δήμου Νυρεμβέργης (Γερμανία), ο αιτών της κύριας δίκης απέκτησε το επώνυμο «Bogendorff», αφενός, ενώ το όνομα «Peter» προσετέθη στο όνομα «Nabiel» που έφερε από της γεννήσεώς του. Κατόπιν υιοθεσίας, το κατά το γερμανικό δίκαιο ονοματεπώνυμο του αιτούντος της κύριας δίκης μεταβλήθηκε εκ νέου, με αποτέλεσμα αυτός να φέρει πλέον, σύμφωνα με τις γερμανικές ληξιαρχικές καταχωρίσεις, τα ονόματα «Nabiel Peter» και το επώνυμο «Bogendorff von Wolffersdorff».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point13"></a>13      Το 2001 ο αιτών της κύριας δίκης μετοίκησε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου άσκησε, από το έτος 2002, το επάγγελμα του συμβούλου επί θεμάτων πτωχεύσεως στο Λονδίνο.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point14"></a>14      Το 2004 απέκτησε τη βρετανική ιθαγένεια με πολιτογράφηση, διατηρώντας παράλληλα και τη γερμανική ιθαγένεια.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point15"></a>15      Με δήλωση (Deed Poll) της 26ης Ιουλίου 2004, η οποία κατατέθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2004 ενώπιον των υπηρεσιών του Supreme Court of England and Wales (ανωτάτου δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας, Ηνωμένο Βασίλειο) και δημοσιεύθηκε στη <i>The London Gazette </i>της 8ης Νοεμβρίου 2004, ο αιτών της κύριας δίκης άλλαξε το όνομά του έτσι ώστε, βάσει του βρετανικού δικαίου, να αποκαλείται «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point16"></a>16      Το 2005 ο αιτών της κύριας δίκης και η σύζυγός του μετοίκησαν από το Λονδίνο στο Χέμνιτς της Γερμανίας, όπου γεννήθηκε η κόρη τους στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Εξακολουθούν να διαμένουν έκτοτε στην πόλη αυτή.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point17"></a>17      Η γέννηση της κόρης τους, η οποία έχει διπλή ιθαγένεια, γερμανική και βρετανική, δηλώθηκε στο γενικό προξενείο του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ντύσσελντορφ (Γερμανία) στις 23 Μαρτίου 2006. Στη βρετανική ληξιαρχική πράξη γεννήσεως και στο βρετανικό διαβατήριο αναγράφονται τα ονόματα και το επώνυμο «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point18"></a>18      Εντούτοις, το ληξιαρχείο του Δήμου του Χέμνιτς αρνήθηκε να προβεί σε καταχώριση του βρετανικού ονόματος της κόρης του αιτούντος της κύριας δίκης, επικαλούμενο το άρθρο 10 του EGBGB. Ο αιτών της κύριας δίκης προσέφυγε ενώπιον του Oberlandesgericht Dresden (εφετείο της περιφέρειας Δρέσδης, Γερμανία), ζητώντας να υποχρεωθεί η ως άνω υπηρεσία να καταχωρίσει ληξιαρχικώς το όνομα της κόρης του όπως αναγράφεται στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως που χορήγησαν οι βρετανικές αρχές.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point19"></a>19      Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2011, το Oberlandesgericht Dresden (εφετείο της περιφέρειας Δρέσδης, Γερμανία) δέχθηκε το αίτημα αυτό.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point20"></a>20      Βάσει της δικαστικής εντολής αυτής, ο Δήμος Χέμνιτς προέβη στην εν λόγω καταχώριση. Η κόρη του αιτούντος της κύριας δίκης φέρει, κατά συνέπεια, ως Γερμανίδα υπήκοος, πανομοιότυπα ονόματα και επώνυμο με εκείνα τα οποία φέρει ως Βρετανίδα υπήκοος, συγκεκριμένα δε «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point21"></a>21      Στις 22 Μαΐου 2013, με δήλωση, ο αιτών της κύριας δίκης ζήτησε από το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης να καταχωρίσει, σύμφωνα με το άρθρο 48 του EGBGB, στο μητρώο γεννήσεων, τα ονόματα και το επώνυμο που απέκτησε βάσει της βρετανικής νομοθεσίας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point22"></a>22      Δεδομένου ότι η υπηρεσία αυτή αρνήθηκε να προβεί στην εν λόγω καταχώριση, ο αιτών της κύριας δίκης προσέφυγε ενώπιον του Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης), ζητώντας να υποχρεωθεί η εν λόγω υπηρεσία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Personenstandsgesetz (νόμου περί προσωπικής καταστάσεως), να τροποποιήσει τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του, αναδρομικώς από της 22ας Σεπτεμβρίου 2004, προκειμένου να αναγράφονται σε αυτήν τα ονόματα και το επώνυμο «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point23"></a>23      Το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης αντιτάχθηκε στην αίτηση αυτή επικαλούμενο ότι αντιβαίνει στις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου, κατά το άρθρο 48 του EGBGB.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point24"></a>24      Το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης) επισημαίνει συναφώς ότι, στο πλαίσιο της εξειδικευμένης γερμανικής νομικής θεωρίας, το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 48 του EGBGB, που θεσπίσθηκε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), βάσει της οποίας επιτρέπεται σε πρόσωπο του οποίου το όνομα καθορίζεται από το γερμανικό δίκαιο να φέρει όνομα κτηθέν κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του εντός άλλου κράτους μέλους, είναι αμφιλεγόμενο, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το όνομα αυτό αποκτήθηκε ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταβολής προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν καθιστά δυνατό να δοθεί απάντηση στο νομικό ζήτημα αυτό. Οι αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C‑148/02, EU:C:2003:539) και της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), αφορούν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ονόματα των ενδιαφερομένων, τα οποία μπορούσαν να αναγνωρισθούν από τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών, διέφεραν ήδη από τον χρόνο γεννήσεως των ενδιαφερομένων προσώπων. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), διαφέρει της υποθέσεως της κύριας δίκης καθόσον, στην υπόθεση εκείνη, η ενδιαφερόμενη δεν είχε διπλή ιθαγένεια, η διαφορά ως προς το όνομα οφειλόταν σε μεταβολή της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, εν προκειμένω λόγω υιοθεσίας, και, τέλος, όσον αφορά τη χρήση τίτλων ευγενείας, οι λύσεις τις οποίες προέκριναν τα αντίστοιχα Συντάγματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μπορούσαν να θεωρηθούν παρεμφερείς μόνον υπό ορισμένες επιφυλάξεις.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point25"></a>25      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«Έχουν τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους οφείλουν να αναγνωρίζουν τη μεταβολή ονοματεπωνύμου υπηκόου του εν λόγω κράτους, εάν αυτός είναι συγχρόνως υπήκοος και άλλου κράτους μέλους και κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του σε αυτό το άλλο κράτος προέβη σε μεταβολή ονοματεπωνύμου μη συνδεόμενη με μεταβολή οικογενειακής καταστάσεως και απέκτησε ονοματεπώνυμο της επιλογής του συνοδευόμενο από δηλωτικά τίτλων ευγενείας, εφόσον είναι πιθανό να μην υπάρξει ουσιαστικός δεσμός με το εν λόγω κράτος στο μέλλον, ενώ στο πρώτο κράτος μέλος έχουν καταργηθεί μεν συνταγματικώς οι τίτλοι ευγενείας, αλλά τα δηλωτικά τίτλων ευγενείας που ίσχυαν κατά τον χρόνο της καταργήσεως μπορούν να διατηρούνται ως συστατικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου;»</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Επί του προδικαστικού ερωτήματος</b></p>
<p class="C05Titre2"> <i>Εισαγωγικές παρατηρήσεις</i></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point26"></a>26      Πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως του N. P. Bogendorff von Wolffersdorff για την αλλαγή όχι μόνον του επωνύμου, αλλά και των ονομάτων του, από «Nabiel Peter» σε «Peter Mark Emanuel». Ως εκ τούτου, η μνεία στο προδικαστικό ερώτημα της έννοιας της «μεταβολής ονοματεπωνύμου» πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα την άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν τόσο τα ονόματα όσο και το επώνυμο που απέκτησε υπήκοος του κράτους αυτού, κατά τη συνήθη διαμονή του σε δεύτερο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point27"></a>27      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το επώνυμο και τα ονόματα υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να διευκρινισθεί αν λόγοι συνδεόμενοι με τις συνταγματικές επιλογές του πρώτου κράτους μέλους και την κατάργηση των τίτλων ευγενείας δύνανται να επιτρέπουν σε αυτό το κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει αλλαγή ονομάτων και επωνύμου συντελεσθείσα υπό τις συνθήκες αυτές.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point28"></a>28      Βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης απονέμεται σε κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ο αιτών της κύριας δίκης, ο οποίος έχει την ιθαγένεια δύο κρατών μελών, απολαύει της ιδιότητας αυτής.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><strong><a name="point29"></a>29      Το Δικαστήριο έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</strong></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><strong>30      Η ιδιότητα αυτή καθιστά δυνατό σε όσους εκ των πολιτών αυτών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση να τυγχάνουν, όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, της ιδίας νομικής μεταχειρίσεως, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους και με την επιφύλαξη των ρητώς προβλεπομένων προς τούτο εξαιρέσεων (βλ. απόφαση της 12ης Μ</strong>αΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point31"></a>31      Μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης καταλέγονται οι συνδεόμενες με την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη, ιδίως δε οι σχετικές με την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ (βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk, C‑184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 33, της 11ης Ιουλίου 2002, D’Hoop, C‑224/98, EU:C:2002:432, σκέψη 29, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 62).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point32"></a>32      Μολονότι, στην παρούσα κατάσταση του δικαίου της Ένωσης, οι κανόνες περί της ληξιαρχικής καταχωρίσεως του επωνύμου και του ονόματος φυσικού προσώπου εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν, πάντως, να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελευθερία όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν στο έδαφος των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello, C‑148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 25, της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 16, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 38 και 39, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 63).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point33"></a>33      Στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο αιτών έχει την ιθαγένεια δύο κρατών μελών και ότι άσκησε, ως πολίτης της Ένωσης, το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος καταγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point34"></a>34      Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα αποκλειστικώς τη διάταξη αυτή η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο που απέκτησε υπήκοος του κράτους αυτού εντός άλλου κράτους μέλους, του οποίου έχει επίσης την ιθαγένεια, σε περιστάσεις όπως εκείνες της υποθέσεως της κύριας δίκης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 65).</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί της υπάρξεως περιορισμού</i></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point35"></a>35      Πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι το όνομα και το επώνυμο ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής ζωής του, οι οποίες προστατεύονται βάσει του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Μολονότι δεν μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 7 του Χάρτη, το όνομα και το επώνυμο ενός προσώπου αφορά πράγματι την ιδιωτική και την οικογενειακή ζωή του, καθόσον αποτελεί μέσο ταυτοποιήσεώς του και συνδέσεως με ορισμένη οικογένεια (βλ., όσον αφορά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 66).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point36"></a>36      Εθνική ρύθμιση η οποία περιάγει σε δυσμενή θέση ορισμένους ημεδαπούς για τον λόγο και μόνον ότι άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος συνιστά περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 21, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 53, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 68).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point37"></a>37      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο ημεδαπού ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, όπως το επώνυμο αυτό καθορίσθηκε στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος, δύναται να παρακωλύσει την άσκηση του κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών. Πράγματι, λόγω διαφοράς μεταξύ δύο ονομάτων που αφορούν το ίδιο πρόσωπο ενδέχεται να προκληθεί σύγχυση και να ανακύψουν προβλήματα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 39, 41, 42, 66 και 71).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point38"></a>38      Εν προκειμένω, η άρνηση των γερμανικών αρχών να αναγνωρίσουν την αλλαγή των ονομάτων και του επωνύμου Γερμανού υπηκόου, η οποία συνετελέσθη βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης ο υπήκοος αυτός, δύναται να συνιστά τέτοιο περιορισμό. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, πάντως, προκύπτει ότι, για να αποτελεί περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζονται βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, η άρνηση μεταβολής των ονομάτων και του επωνύμου υπηκόου κράτους μέλους και αναγνωρίσεως των ονομάτων και του επωνύμου που απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να δύναται να προκαλέσει στον ενδιαφερόμενο «σοβαρά προβλήματα» διοικητικής, επαγγελματικής και ιδιωτικής φύσεως (βλ., σχετικώς απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point39"></a>39      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, οσάκις το επώνυμο που χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν αντιστοιχεί σ’ αυτό που αναγράφεται στο έγγραφο το οποίο υποβάλλεται ως αποδεικτικό της ταυτότητας του προσώπου ή εάν σε δύο έγγραφα που υποβάλλονται από κοινού δεν αναγράφεται το ίδιο επώνυμο, ενδέχεται, λόγω της διαφοράς μεταξύ επωνύμων, να εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του προσώπου, τη γνησιότητα των υποβληθέντων εγγράφων ή την πιστότητα του περιεχομένου τους (απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 28).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point40"></a>40      Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει, όσον αφορά υπήκοο κράτους μέλους το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει το επώνυμο που απέκτησε το πρόσωπο αυτό συνεπεία της υιοθεσίας του εντός άλλου κράτους μέλους στο οποίο διαμένει, ότι ο σαφής κίνδυνος να υποχρεωθεί ένα πρόσωπο, εξαιτίας της διαφοράς μεταξύ ονομάτων, να άρει τις αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του αποτελεί περίσταση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 70).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point41"></a>41      Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν τα προβλήματα που οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των ονομάτων και των επωνύμων που φέρει ο αιτών της κύριας δίκης ήταν επιζήμια για εκείνον, στην ιδιωτική και επαγγελματική ζωή του. Ουδόλως προκύπτει ότι το όνομα που απέκτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει μεγάλη σημασία για την ταυτοποίηση του αιτούντος της κύριας δίκης και τη σύνδεσή του με ορισμένη οικογένεια.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point42"></a>42      Αντιθέτως, ο αιτών της κύριας δίκης υποστήριξε, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση επ’ ακροατηρίου, ότι αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, κατά την έννοια της προμνημονευθείσας στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, ιδίως κατά την καταχώριση σε μητρώο εταιριών, στη Γερμανία, υποκαταστήματος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που συνέστησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τις ανάγκες της οποίας, ως Γερμανός πολίτης, υποχρεώθηκε να αποδείξει την ταυτότητά του βάσει γερμανικών εγγράφων στα οποία αναγραφόταν ονοματεπώνυμο διαφορετικό από εκείνο που αναγραφόταν στα προερχόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφα, καθώς και κατά το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού για την εταιρία αυτή ή, ακόμη, στο πλαίσιο απλών ελέγχων της τροχαίας κατά τους οποίους υποχρεώθηκε να επιδείξει τη βρετανική άδειά του οδηγήσεως και, σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί εγγράφων ταυτότητας, γερμανικό δελτίο ταυτότητας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point43"></a>43      Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι σε πολλές συναλλαγές της καθημερινής ζωής, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο, απαιτείται η απόδειξη της ταυτότητας, επιπλέον δε, όταν πρόκειται για οικογένεια, η απόδειξη της φύσεως των οικογενειακών δεσμών που συνδέουν τα διάφορα μέλη αυτής (απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 73).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point44"></a>44      Δεδομένου ότι ο αιτών της κύριας δίκης έχει δύο ιθαγένειες, τόσο οι γερμανικές όσο και οι βρετανικές αρχές μπορούν να του χορηγούν επίσημα έγγραφα, όπως διαβατήριο. Ο αιτών της κύριας δίκης, όμως, έχει καταχωρισθεί με διαφορετικά ονόματα και επώνυμα στο γερμανικό ληξιαρχείο και στις βρετανικές αρχές. Συγκεκριμένα, τα ονόματα και το επώνυμο «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff» τα οποία αναγράφονται στο βρετανικό διαβατήριο και στη βρετανική άδειά του οδηγήσεως δεν είναι όμοια με τα ονόματα και το επώνυμο «Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff» που έχουν καταχωρισθεί στο γερμανικό ληξιαρχείο και στα γερμανικά έγγραφα ταυτότητας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point45"></a>45      Όπως και στην περίπτωση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), ο σαφής κίνδυνος, σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, να υποχρεωθεί ένα πρόσωπο, εξαιτίας της διαφοράς μεταξύ ονομάτων, να άρει τις αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του αποτελεί περίσταση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point46"></a>46      Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, καθόσον η ανήλικη κόρη του αιτούντος της κύριας δίκης διαθέτει δύο διαβατήρια στο όνομα «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff», τα οποία έχουν χορηγηθεί, αντιστοίχως, από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Oberlandesgericht Dresden (εφετείου της περιφέρειας Δρέσδης), από τις γερμανικές αρχές, ο αιτών της κύριας δίκης διατρέχει επίσης τον κίνδυνο, λόγω του αναγραφομένου στο γερμανικό διαβατήριό επωνύμου του, το οποίο διαφέρει εκείνου της κόρης του, να αντιμετωπίσει δυσχέρειες προκειμένου να αποδείξει τους οικογενειακούς δεσμούς που τον συνδέουν με την κόρη του.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point47"></a>47      Κατά συνέπεια, η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν τα ονόματα και το επώνυμο ημεδαπού, όπως αυτά καθορίσθηκαν και καταχωρίσθηκαν σε δεύτερο κράτος μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης το πρόσωπο αυτό, αποτελεί περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζονται βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ για κάθε πολίτη της Ένωσης.</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί της υπάρξεως δικαιολογήσεως </i></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point48"></a>48      Κατά πάγια νομολογία, τυχόν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο βάσει αντικειμενικών λόγων και εφόσον είναι ανάλογο του θεμιτώς επιδιωκομένου από το εθνικό δίκαιο σκοπού (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 29, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 81).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point49"></a>49      Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει τέσσερις λόγους δυνάμενους να δικαιολογήσουν την άρνηση αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως των ονομάτων και του επωνύμου που απέκτησε ο αιτών της κύριας δίκης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι λόγοι αυτοί αντλούνται από τις αρχές της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου, από το ότι η μεταβολή του ονοματεπωνύμου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε οικειοθελής, άνευ οποιασδήποτε σχέσεως με μεταβολή της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, από τον μακροσκελή και σύνθετο χαρακτήρα του επιλεγέντος ονοματεπωνύμου, καθώς και από λόγους σχετικούς με τις λύσεις που προέκρινε το γερμανικό Σύνταγμα και με την κατάργηση των τίτλων ευγενείας.</p>
<p class="C06Titre3"> Επί των αρχών της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point50"></a>50      Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο η αλλαγή ονοματεπωνύμου με δήλωση βουλήσεως, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, δεν επιτρέπεται κατά το γερμανικό δίκαιο έγκειται κυρίως στις αρχές της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου, το οποίο πρέπει να συνιστά αξιόπιστο και διαρκές στοιχείο ταυτοποιήσεως ενός προσώπου.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point51"></a>51      Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 30 και 31της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), επί υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας οι γερμανικές αρχές είχαν επικαλεσθεί τις αρχές της βεβαιότητας και της συνέχειας προς στήριξη της ιθαγένειας ενός προσώπου ως συνδέσμου για τον καθορισμό του επωνύμου του, ότι, όσο θεμιτές και αν είναι καθαυτές οι αρχές αυτές, δεν μπορεί να τους προσδίδεται τέτοια σημασία ώστε να δύνανται να δικαιολογήσουν άρνηση των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο του ενδιαφερομένου προσώπου, όπως αυτό έχει καθορισθεί και καταχωρισθεί σε άλλο κράτος μέλος.</p>
<p class="C06Titre3"> Επί του οικειοθελούς χαρακτήρα της μεταβολής ονοματεπωνύμου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point52"></a>52      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η διαφορά μεταξύ των ονοματεπωνύμων που αναγράφονται στο βρετανικό και στο γερμανικό διαβατήριο του αιτούντος της κύριας δίκης δεν οφείλεται στις συνθήκες της γεννήσεώς του, σε υιοθεσία ή σε άλλη μεταβολή της προσωπικής καταστάσεώς του, αλλά στην απόφασή του να αλλάξει ονοματεπώνυμο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η απόφαση αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε λόγους προσωπικής εξυπηρετήσεως. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η επιλογή αυτή είναι άξια προστασίας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point53"></a>53      Επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 του EGBGB δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στο οικογενειακό δίκαιο. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίσθηκε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), δημιουργεί νομική βάση που καθιστά δυνατό σε πρόσωπο υποκείμενο στο γερμανικό δίκαιο να επιλέγει όνομα το οποίο αποκτήθηκε και καταχωρίσθηκε εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου. Η κυβέρνηση αυτή διευκρίνισε ότι η καταχώριση του ονόματος αυτού μπορεί να πραγματοποιηθεί με δήλωση του ενδιαφερομένου στο ληξιαρχείο, με την οποία επισημαίνεται ότι το πρόσωπο αυτό επιθυμεί να φέρει όνομα κτηθέν σε άλλο κράτος μέλος αντί εκείνου που φέρει κατ’ εφαρμογήν του γερμανικού δικαίου περί προσωπικής καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το όνομα αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια συνήθους διαμονής, δηλαδή διαμονής ορισμένης χρονική διάρκειας η οποία είχε ως αποτέλεσμα κοινωνική ένταξη ορισμένου βαθμού. Η απαίτηση αυτή σκοπεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο Γερμανοί υπήκοοι, έχοντες ως αποκλειστικό σκοπό την καταστρατήγηση του εθνικού δικαίου τους περί προσωπικής καταστάσεως, να διαμένουν για βραχύ χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος με ευνοϊκότερη νομοθεσία προκειμένου να αποκτήσουν το όνομα που επιθυμούν.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point54"></a>54      Συναφώς, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής ζωής του, οι οποίες προστατεύονται βάσει του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point55"></a>55      Στην απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1994, Stjerna κατά Φινλανδίας (ECLI:CE:ECHR:1994:1125JUD001813191 § 38 και 39), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε την καθοριστική σημασία του ονοματεπωνύμου για την ταυτοποίηση των προσώπων και έκρινε ότι η άρνηση των φινλανδικών αρχών να επιτρέψουν στον προσφεύγοντα την απόκτηση συγκεκριμένου νέου επωνύμου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί κατ’ ανάγκην ως παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου στον σεβασμό της προσωπικής ζωής του, όπως θα συνέβαινε, επί παραδείγματι, στην περίπτωση της υποχρεώσεως αλλαγής επωνύμου. Δέχθηκε, πάντως, ότι είναι δυνατό να υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για τους οποίους ένα πρόσωπο επιθυμεί να αλλάξει το όνομα του, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι τυχόν εκ του νόμου περιορισμοί της δυνατότητας αυτής μπορούν να δικαιολογηθούν για λόγους δημοσίου συμφέροντος· παραδείγματος χάριν, προκειμένου να διασφαλισθεί η ακριβής απογραφή του πληθυσμού ή τα μέσα προσωπικής ταυτοποιήσεως και προκειμένου να συνδέονται όσοι φέρουν ορισμένο επώνυμο με μια οικογένεια.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point56"></a>56      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός καθαυτόν ο οικειοθελής χαρακτήρας της αλλαγής του ονοματεπωνύμου δεν θίγει το γενικό συμφέρον και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί αφεαυτού να δικαιολογήσει περιορισμό του άρθρου 21 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, οι γερμανικές αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση ονοματεπωνύμου το οποίο έχει αποκτήσει νομίμως Γερμανός υπήκοος σε άλλο κράτος μέλος, απλώς και μόνον επειδή η αλλαγή αυτή ονοματεπωνύμου έγινε για λόγους προσωπικής εξυπηρετήσεως του ενδιαφερομένου και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το σκεπτικό που υπαγόρευσε τη συγκεκριμένη μεταβολή.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point57"></a>57      Όσον αφορά, ειδικότερα, τη μέριμνα, όσον αφορά τις οικειοθελείς αλλαγές ονόματος, να αποτρέπεται η καταστρατήγηση του εθνικού δικαίου περί προσωπικής καταστάσεως διά της αποκλειστικώς προς τούτο ασκήσεως της ελευθερίας κυκλοφορίας και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη 24 της αποφάσεως της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126), το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να αποτρέπει το ενδεχόμενο ορισμένοι από τους υπηκόους του, εκμεταλλευόμενοι τις ευχέρειες που παρέχονται βάσει της Συνθήκης, να εκφεύγουν καταχρηστικώς της υπαγωγής τους στην εθνική νομοθεσία και ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης καταχρηστικώς ή καταστρατηγώντας τους.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point58"></a>58      Ως εκ τούτου, η άρνηση αναγνωρίσεως του βρετανικού ονοματεπωνύμου του αιτούντος της κύριας δίκης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλώς και μόνον επειδή η αλλαγή ονοματεπωνύμου συνετελέσθη με πρωτοβουλία του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι που υπαγόρευσαν την αλλαγή αυτή.</p>
<p class="C06Titre3"> Επί του μακροσκελούς χαρακτήρα του ονόματος</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point59"></a>59      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η γερμανική έννομη τάξη επιδιώκει επίσης τον σκοπό της αποφυγής της χρήσεως δυσανάλογα μακροσκελών ή υπέρμετρα σύνθετων ονοματεπωνύμων. Επισημαίνει συναφώς ότι το ονοματεπώνυμο που επέλεξε ο αιτών της κύριας δίκης, συγκεκριμένα δε το «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff» είναι ασυνήθιστα μακροσκελές για τα γερμανικά δεδομένα.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point60"></a>60      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στη σκέψη 36 της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), αποφαινόμενο επί επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το γερμανικό δίκαιο δεν επιτρέπει την απονομή σύνθετων ονομάτων για πρακτικούς λόγους, σκοπούντες στον περιορισμό του μάκρους των ονοματεπωνύμων, ότι τέτοιοι λόγοι διευκολύνσεως της διοικήσεως δεν αρκούν για να δικαιολογηθεί περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας.</p>
<p class="C06Titre3"> Επί της καταργήσεως των προνομίων και της απαγορεύσεως χρήσεως τίτλων ευγενείας ή της εκ νέου δημιουργίας εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point61"></a>61      Κατά την κεντρική νομική υπηρεσία του Δήμου Καρλσρούης και τη Γερμανική Κυβέρνηση, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αντικειμενικός λόγος δυνάμενος να δικαιολογήσει περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας μπορεί να αντληθεί από την αρχή της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου, καθώς και από τη συνταγματική επιλογή καταργήσεως των προνομίων και των ανισοτήτων που σχετίζονται με τη γέννηση ή την κοινωνική τάξη και απαγορεύσεως της χρήσεως τίτλων ευγενείας ως τέτοιων, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε με το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του Θεμελιώδους Νόμου. Τυχόν αναγνώριση ελευθέρως επιλεγέντος ονοματεπωνύμου, αποτελούμενου από πλείονες τίτλους ευγενείας, το οποίο αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος και του οποίου η απόκτηση δεν συνιστούσε συνέπεια μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως κατόπιν της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, θα συνεπαγόταν τη δημιουργία νέου τίτλου ευγενείας, ενδεχόμενο το οποίο θα αντέβαινε στη γερμανική δημόσια τάξη.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point62"></a>62      Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 123 του Θεμελιώδους Νόμου, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαΐμάρης, όλα τα προνόμια και οι ανισότητες που σχετίζονται με τη γέννηση ή την κοινωνική τάξη καταργήθηκαν στη Γερμανία. Μολονότι οι τίτλοι ευγενείας που χρησιμοποιούνταν πράγματι κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος της Βαϊμάρης επιτρέπεται να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία του ονόματος και μπορούν να μεταβιβασθούν λόγω γεγονότος εμπίπτοντος στην προσωπική κατάσταση, η δημιουργία νέων τίτλων ευγενείας και η απονομή τους απαγορεύεται. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, κατά πάγια εθνική νομολογία, η, διά της αλλαγής ονοματεπωνύμου, απόκτηση ονοματεπωνύμου περιέχοντος τίτλο ευγενείας ως στοιχείο αυτού εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαΐμάρης, και προσθέτει ότι απαγορεύεται επίσης η εκ νέου δημιουργία εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής, ιδίως διά της αλλαγής του ονοματεπωνύμου. Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, αποτελούν μέρος της γερμανικής δημοσίας τάξεως, σκοπούν να διασφαλίσουν την ίση μεταχείριση όλων των Γερμανών πολιτών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point63"></a>63      Η κεντρική νομική υπηρεσία του Δήμου Καρλσρούης και η Γερμανική Κυβέρνηση παραπέμπουν συναφώς στη σκέψη 94 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν, ως προς όλα τα στοιχεία του, το επώνυμο υπηκόου του κράτους αυτού, όπως καθορίσθηκε σε άλλο κράτος μέλος εντός του οποίου διαμένει ο εν λόγω υπήκοος, λόγω της υιοθεσίας του ως ενηλίκου από υπήκοο του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, καθόσον το επώνυμο αυτό περιέχει τίτλο ευγενείας που απαγορεύεται στο πρώτο κράτος μέλος βάσει του συνταγματικού δικαίου του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέτρο που παρακωλύει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των πολιτών της Ένωσης.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point64"></a>64      Συναφώς, μολονότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το γερμανικό δίκαιο διαφοροποιείται σε σχέση με τις διατάξεις του αυστριακού δικαίου που εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), καθόσον δεν προβλέπει αυστηρή απαγόρευση της χρήσης και της μεταβιβάσεως τίτλων ευγενείας, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν να χρησιμοποιούνται ως αναπόσπαστο μέρος επωνύμου, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι, θεωρούμενο εντός του πλαισίου της λύσεως που προέκρινε το γερμανικό Σύνταγμα, το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας κράτους μέλους η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο δικαιολογήσεως περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που κατοχυρώνεται βάσει του δικαίου της Ένωσης.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point65"></a>65      Η δικαιολόγηση που άπτεται της αρχής της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου και της συνταγματικής επιλογής περί καταργήσεως των προνομίων και των ανισοτήτων και περί απαγορεύσεως της χρήσεως τίτλων ευγενείας ως τέτοιων πρέπει να ερμηνευθεί ως σχετιζόμενη με λόγο δημοσίας τάξεως.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point66"></a>66      Κατά πάγια νομολογία, αντικειμενικοί λόγοι σχετιζόμενοι με τη δημόσια τάξη δύνανται να δικαιολογήσουν την εντός κράτους μέλους άρνηση να αναγνωρισθεί το επώνυμο υπηκόου του κράτους αυτού, όπως καθορίσθηκε σε άλλο κράτος μέλος (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 38, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 85).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point67"></a>67      Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη υπενθυμίσει ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως ως δικαιολόγηση παρεκκλίσεως από θεμελιώδη ελευθερία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, έτσι ώστε το περιεχόμενό της να μην καθορίζεται μονομερώς από έκαστο των κρατών μελών, άνευ ελέγχου εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, επίκληση της δημόσιας τάξεως χωρεί μόνο σε περίπτωση πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 86).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point68"></a>68      Πάντως, οι ειδικές περιστάσεις που δύνανται να δικαιολογήσουν την προσφυγή στην έννοια της δημοσίας τάξεως μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του κράτους μέλους και της χρονικής περιόδου. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαθέτουν προς τούτο περιθώριο εκτιμήσεως εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 87).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point69"></a>69      Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, βάσει του οποίου καταργούνται τα προνόμια και οι τίτλοι ευγενείας και απαγορεύεται η δημιουργία νέων τίτλων που δημιουργούν την εντύπωση αριστοκρατικής καταγωγής, ακόμη και με τη μορφή μέρους του ονόματος, αποτελεί την εφαρμογή της γενικότερης αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των Γερμανών πολιτών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point70"></a>70      Όπως, όμως, επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 89 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), η έννομη τάξη της Ένωσης κατατείνει αναντίρρητα στη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ως γενικής αρχής του δικαίου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται επίσης με το άρθρο 20 του Χάρτη.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point71"></a>71      Δεν υφίσταται, επομένως, αμφιβολία, περί του ότι ο σκοπός τηρήσεως της αρχής της ισότητας αποτελεί θεμιτό σκοπό από απόψεως του δικαίου της Ένωσης.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point72"></a>72      Μέτρα περιοριστικά θεμελιώδους ελευθερίας μπορούν να δικαιολογηθούν από λόγους σχετικούς με τη δημόσια τάξη μόνον εφόσον είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν και αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων στη διασφάλιση των οποίων σκοπούν και μόνο στον βαθμό που οι σκοποί αυτοί δεν μπορούν να επιτευχθούν με λιγότερο περιοριστικά μέτρα (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 36, της 10ης Ιουλίου 2008, Jipa, C‑33/07, EU:C:2008:396, σκέψη 29, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 90).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point73"></a>73      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει συναφώς ότι δεν απαιτείται το περιοριστικό μέτρο που επέβαλαν οι αρχές κράτους μέλους να απηχεί αντίληψη κοινή στο σύνολο των κρατών μελών, όσον αφορά τον τρόπο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος ή του επίμαχου θεμιτού συμφέροντος και ότι, αντιθέτως, ο αναγκαίος χαρακτήρας και η αναλογικότητα των διατάξεων που θεσπίσθηκαν σχετικώς δεν αποκλείεται απλώς και μόνον επειδή ένα κράτος μέλος επέλεξε διαφορετικό σύστημα προστασίας από εκείνο που υιοθέτησε ένα άλλο κράτος μέλος (αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψεις 37 και 38, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 91). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της, μέρος της οποίας είναι και η δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος του κράτους (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 92).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point74"></a>74      Στη σκέψη 93 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας το γεγονός ότι κράτος μέλος επιδιώκει την επίτευξη του σκοπού της τηρήσεως της αρχής της ισότητας απαγορεύοντας την οποιαδήποτε εκ μέρους των πολιτών του κτήση, κατοχή ή χρήση τίτλων ευγενείας ή στοιχείων δηλωτικών τίτλου ευγενείας που μπορεί να δημιουργήσουν σε άλλους την πεποίθηση ότι το πρόσωπο που φέρει το όνομα κατέχει τέτοιο τίτλο. Έκρινε, επομένως, ότι, αρνούμενες να αναγνωρίσουν τα δηλωτικά τίτλου ευγενείας στοιχεία ονόματος όπως αυτό της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, οι αρμόδιες επί ληξιαρχικών θεμάτων αυστριακές αρχές δεν υπερέβησαν προφανώς το αναγκαίο μέτρο για να διασφαλισθεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμελιώδους συνταγματικού σκοπού.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point75"></a>75      Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, μολονότι διοικητική πρακτική, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της επίμαχης δίκης, η οποία συνίσταται στην άρνηση αναγνωρίσεως των δηλώσεων περί επιλογής ονόματος, δικαιολογείται με την επίκληση λόγων δημοσίας τάξεων παρεμφερών εκείνων στους οποίους στηρίζεται η μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αυστριακή νομοθεσία, η γερμανική έννομη τάξη, αντιθέτως προς την αυστριακή, δεν περιλαμβάνει αυστηρή απαγόρευση ως προς την εξακολούθηση της χρήσεως τίτλων ευγενείας. Μολονότι από της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος της Βαϊμάρης δεν απονεμήθηκαν νέοι τίτλοι ευγενείας, οι υφιστάμενοι κατά τον χρόνο εκείνο τίτλοι εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία του ονόματος. Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι, ανεξαρτήτως της καταργήσεως των τίτλων ευγενείας, τα ονόματα Γερμανών πολιτών περιλαμβάνουν, λόγω της καταγωγής τους, στοιχεία που αντιστοιχούν σε πρώην τίτλους ευγενείας. Επιπλέον, κατά το επί του παρόντος ισχύον γερμανικό δίκαιο περί προσωπικής καταστάσεως, είναι δυνατή η κτήση τέτοιων στοιχείων του ονόματος λόγω υιοθεσίας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point76"></a>76      Αντιθέτως, θα αντέβαινε στην πρόθεση του Γερμανού νομοθέτη το ενδεχόμενο Γερμανοί υπήκοοι, κάνοντας χρήση του δικαίου άλλου κράτους μέλους, να υιοθετούν εκ νέου τους καταργηθέντες τίτλους ευγενείας. Τυχόν συστηματική αναγνώριση, όμως, των αλλαγών ονοματεπωνύμων, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ενδέχεται να έχει το αποτέλεσμα αυτό.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point77"></a>77      Καθόσον στη Γερμανία γίνεται δεκτό ότι ορισμένα πρόσωπα μπορούν να φέρουν στο ονοματεπώνυμό τους στοιχεία που αντιστοιχούν σε πρώην τίτλους ευγενείας, τίθεται το ζήτημα αν η απαγόρευση της ελεύθερης επιλογής νέου ονοματεπωνύμου περιλαμβάνοντος πρώην τίτλους ευγενείας και η πρακτική των γερμανικών αρχών να αρνούνται να αναγνωρίσουν τέτοιο ονοματεπώνυμο είναι κατάλληλες και αναγκαίες για να διασφαλίσουν την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημοσίας τάξεως αυτού του κράτους μέλους, η οποία έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των Γερμανών πολιτών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point78"></a>78      Αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), η εκτίμηση περί του αναλογικού χαρακτήρα πρακτικής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαιτεί ανάλυση και στάθμιση διαφόρων νομικών και πραγματικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν το οικείο κράτος μέλος, στις οποίες καταλληλότερο να προβεί είναι το αιτούν δικαστήριο.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point79"></a>79      Ειδικότερα, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι αρμόδιες επί ληξιαρχικών θεμάτων γερμανικές αρχές, αρνούμενες να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο που απέκτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο ο αιτών της κύριας δίκης για τον λόγο ότι η επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της αρχής της ισότητας όλων των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου προϋποθέτει ότι απαγορεύεται στους Γερμανούς υπηκόους να αποκτούν και να χρησιμοποιούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τίτλους ευγενείας ή στοιχεία δηλωτικά τίτλων ευγενείας δυνάμενα να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ο φορέας του ονόματος κατέχει τέτοιο τίτλο, υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκομένου θεμελιώδους σκοπού συνταγματικού χαρακτήρα.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point80"></a>80      Συναφώς, κατά τη στάθμιση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας που παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και των θεμιτών συμφερόντων τα οποία επιδιώκονται διά των περιορισμών της χρήσεως τίτλων ευγενείας και διά της απαγορεύσεως της εκ νέου δημιουργίας εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής που θέσπισε ο Γερμανός νομοθέτης, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Μολονότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν αφεαυτών να αποτελέσουν δικαιολόγηση, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point81"></a>81      Επομένως, πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι ο αιτών της κύριας δίκης άσκησε το δικαίωμα αυτό και έχει διπλή, γερμανική και βρετανική, ιθαγένεια, το ότι τα κτηθέντα στο Ηνωμένο Βασίλειο στοιχεία του ονοματεπωνύμου που, κατά τις γερμανικές αρχές, θίγουν τη δημόσια τάξη δεν αποτελούν τυπικώς ούτε στη Γερμανία ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο τίτλους ευγενείας και το γεγονός ότι το γερμανικό δικαστήριο που υποχρέωσε τις αρμόδιες αρχές να προβούν στην καταχώριση του ονοματεπωνύμου της κόρης του αιτούντος της κύριας δίκης, το οποίο αποτελείται από στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας, όπως είχε καταχωρισθεί από τις βρετανικές αρχές, δεν έκρινε ότι η καταχώριση αυτή αντέβαινε στη δημόσια τάξη.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point82"></a>82      Αφετέρου, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η υπό κρίση μεταβολή ονοματεπωνύμου στηρίζεται σε επιλογή που αποσκοπεί αμιγώς στην προσωπική εξυπηρέτηση του αιτούντος της κύριας δίκης, ότι η συνεπεία αυτής της μεταβολής διαφορά μεταξύ ονοματεπωνύμων δεν οφείλεται ούτε στις συνθήκες γεννήσεως του αιτούντος ούτε σε υιοθεσία ή σε κτήση της βρετανικής ιθαγενείας, και ότι το ονοματεπώνυμο που επελέγη στο Ηνωμένο Βασίλειο περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, χωρίς να αποτελούν τυπικώς τίτλους ευγενείας στη Γερμανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, του προσδίδουν την εντύπωση ονόματος δηλωτικού αριστοκρατικής καταγωγής.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point83"></a>83      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι ο αντικειμενικός λόγος που αντλείται από τη δημόσια τάξη και από την αρχή της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου δύναται, εφόσον γίνει δεκτός, να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως της αλλαγής του επωνύμου του αιτούντος της κύριας δίκης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως της αλλαγής των ονομάτων του.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point84"></a>84      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε αυτό το ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας που δεν γίνονται δεκτά κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον αποδεικνύεται, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ότι η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως δικαιολογείται, εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, βάσει λόγων απτομένων της δημοσίας τάξεως, καθόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των πολιτών του εν λόγω κράτους μέλους.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Επί των δικαστικών εξόδων</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point85"></a>85      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.</p>
<p class="C41DispositifIntroduction">Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:</p>
<p class="C30Dispositifalinea"><b>Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε αυτό το ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας που δεν γίνονται δεκτά κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον αποδεικνύεται, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ότι η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως δικαιολογείται, εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, βάσει λόγων απτομένων της δημοσίας τάξεως, καθόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των πολιτών του εν λόγω κράτους μέλους. </b></p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>σημαντική απόφαση του ΔΕΕ για τους συμμετέχοντες σε διαγωνισμούς: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Η συνέχεια</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b1%cf%80%cf%8c%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%b5%ce%b5-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-%cf%83%cf%85%ce%bc/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 10 Jun 2016 10:59:29 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18527</guid>

					<description><![CDATA[ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 24ης Μαΐου 2016 (*) «Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 267 ΣΛΕΕ — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Ζήτημα κατά πόσον το αιτούν όργανο αποτελεί δικαστήριο — Δημόσια σύμβαση στον τομέα των σιδηροδρομικών υποδομών — Διαδικασία με διαπραγμάτευση — Οδηγία 2004/17/ΕΚ — Άρθρο 10 —...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)</p>
<p>της 24ης Μαΐου 2016 (<a href="http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&amp;docid=178581&amp;pageIndex=0&amp;doclang=EL&amp;mode=req&amp;dir=&amp;occ=first&amp;part=1&amp;cid=380534#Footnote*">*</a>)</p>
<p>«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 267 ΣΛΕΕ — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Ζήτημα κατά πόσον το αιτούν όργανο αποτελεί δικαστήριο — Δημόσια σύμβαση στον τομέα των σιδηροδρομικών υποδομών — Διαδικασία με διαπραγμάτευση — Οδηγία 2004/17/ΕΚ — Άρθρο 10 — Άρθρο 51, παράγραφος 3 — Αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων — Κοινοπραξία δύο επιχειρήσεων η οποία έγινε δεκτή ως προσφέρουσα — Προσφορά που κατατέθηκε από μία από τις δύο εταιρίες, ιδίω ονόματι, ενώ η δεύτερη εταιρία είχε κηρυχθεί σε πτώχευση — Εταιρία η οποία κρίνεται ότι μπορεί να γίνει δεκτή, μόνη της, ως προσφέρουσα — Ανάθεση της συμβάσεως στην εταιρία αυτή»</p>
<p>Στην υπόθεση C‑396/14,</p>
<p>με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε η Klagenævnet for Udbud (Δανία) με απόφαση της 18ης Αυγούστου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 20 Αυγούστου 2014, στο πλαίσιο της δίκης</p>
<p><strong>MT Højgaard A/S,</strong></p>
<p><strong>Züblin A/S</strong></p>
<p>κατά</p>
<p><strong>Banedanmark,</strong></p>
<p>ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),</p>
<p>συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, J. L. da Cruz Vilaça και A. Arabadjiev, προέδρους τμήματος, E. Juhász (εισηγητή), A. Borg Barthet, J. Malenovský, E. Levits, J.‑C. Bonichot, C. G. Fernlund και C. Vajda, δικαστές,</p>
<p>γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi</p>
<p>γραμματέας: I. Illéssy, υπάλληλος διοικήσεως,</p>
<p>έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2015,</p>
<p>λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:</p>
<p>–        οι MT Højgaard A/S και Züblin A/S, εκπροσωπούμενες από τον T. Høg, advokat,</p>
<p>–        η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Thorning, επικουρούμενο από τον R. Holdgaard, advokat,</p>
<p>–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις L. Grønfeldt και M. Clausen, καθώς και από τον A. Tokár,</p>
<p>αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Νοεμβρίου 2015,</p>
<p>εκδίδει την ακόλουθη</p>
<p><strong>Απόφαση</strong></p>
<p>1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων, που προβλέπεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 1), σε συνδυασμό με το άρθρο 51 της ίδιας οδηγίας.</p>
<p>2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των MT Højgaard A/S και Züblin A/S και του Banedanmark, διαχειριστή των σιδηροδρομικών υποδομών στη Δανία, σχετικά με τη νομιμότητα της αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως από το δεύτερο, ως αναθέτοντα φορέα, στην Per Aarsleff A/S.</p>
<p><strong>Το νομικό πλαίσιο</strong></p>
<p><em>Το δίκαιο της Ένωσης</em></p>
<p>3        Η αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2004/17 έχει ως εξής:</p>
<p>«Για να εξασφαλιστεί το άνοιγμα στον ανταγωνισμό των συμβάσεων δημόσιων προμηθειών που ανατίθενται από φορείς των τομέων του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είναι σκόπιμο να καταρτισθούν διατάξεις για τον κοινοτικό συντονισμό των συμβάσεων που υπερβαίνουν μια συγκεκριμένη αξία. Ο συντονισμός αυτός βασίζεται στις απαιτήσεις που προκύπτουν από τα άρθρα 14, 28 και 49 της [Σ]υνθήκης ΕΚ και το άρθρο 97 της [Σ]υνθήκης Ευρατόμ, όπως η αρχή της ίσης μεταχείρισης, στο πλαίσιο της οποίας η αρχή της αποφυγής των διακρίσεων είναι απλώς μια ειδική έκφραση, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η αρχή της αναλογικότητας, καθώς και η αρχή της διαφάνειας. Λόγω της φύσεως των τομέων που υπάγονται σε αυτόν, ο συντονισμός αυτός θα πρέπει, διασφαλίζοντας την εφαρμογή των εν λόγω αρχών, να θεσπίζει ένα πλαίσιο θεμιτών εμπορικών πρακτικών και θα πρέπει να επιτρέπει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία.</p>
<p>[&#8230;]»</p>
<p>4        Το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Aρχές που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων», προβλέπει τα εξής:</p>
<p>«Οι αναθέτοντες φορείς αντιμετωπίζουν τους οικονομικούς φορείς ισότιμα και χωρίς διακρίσεις και ενεργούν με διαφάνεια.»</p>
<p>5        Το άρθρο 11 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Οικονομικοί φορείς», ορίζει, στην παράγραφο 2, τα εξής:</p>
<p>«Οι κοινοπραξίες οικονομικών παραγόντων δύνανται να υποβάλλουν προσφορές ή υποψηφιότητες. Για την υποβολή μιας προσφοράς ή μιας αίτησης συμμετοχής, οι αναθέτοντες φορείς δεν μπορούν να απαιτούν να έχουν οι οικονομικοί φορείς συγκεκριμένη νομική μορφή· ωστόσο, η επιλεγόμενη κοινοπραξία είναι δυνατόν να υποχρεούται να περιβληθεί συγκεκριμένη νομική μορφή στο βαθμό που η περιβολή αυτής της νομικής μορφής είναι αναγκαία για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης.»</p>
<p>6        Στο κεφάλαιο VII της ίδιας οδηγίας, το άρθρο 51, που τιτλοφορείται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα ακόλουθα:</p>
<p>«1.      Για τους σκοπούς της επιλογής των συμμετεχόντων στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων:</p>
<p>α)      οι αναθέτοντες φορείς που έχουν θεσπίσει κανόνες και κριτήρια αποκλεισμού των προσφερόντων ή των υποψηφίων σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφοι 1, 2 ή 4, αποκλείουν τους οικονομικούς φορείς που ανταποκρίνονται στους εν λόγω κανόνες και κριτήρια·</p>
<p>β)      επιλέγουν τους προσφέροντες και τους υποψηφίους σύμφωνα με τους αντικειμενικούς κανόνες και κριτήρια που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 54·</p>
<p>γ)      στις κλειστές και με διαπραγμάτευση διαδικασίες με προκήρυξη διαγωνισμού, περιορίζουν, ενδεχομένως, τον αριθμό των επιλεγέντων δυνάμει των στοιχείων α) και β) υποψηφίων, σύμφωνα με το άρθρο 54.</p>
<p>[&#8230;]</p>
<ol start="3">
<li>Οι αναθέτοντες φορείς ελέγχουν τη συμβατότητα των προσφορών που έχουν υποβάλει οι επιλεγμένοι προσφέροντες προς τους κανόνες και τις απαιτήσεις που ισχύουν για τις προσφορές και αναθέτουν τη σύμβαση βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στα άρθρα 55 και 57.»</li>
</ol>
<p>7        Το άρθρο 54 της οδηγίας 2004/17, το οποίο φέρει τον τίτλο «Κριτήρια ποιοτικής επιλογής», ορίζει τα εξής:</p>
<p>«1.      Οι αναθέτοντες φορείς που ορίζουν τα κριτήρια επιλογής σε ανοικτή διαδικασία ενεργούν σύμφωνα με αντικειμενικούς κανόνες και κριτήρια που είναι στη διάθεση των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων.</p>
<ol start="2">
<li>Οι αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι επιλέγουν τους υποψηφίους για κλειστή διαδικασία ή για διαδικασία με διαπραγμάτευση, προβαίνουν στην επιλογή σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια και κανόνες που έχουν ορίσει και που είναι στη διάθεση των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων.</li>
<li>Στις κλειστές διαδικασίες ή τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, τα κριτήρια είναι δυνατόν να βασίζονται στην αντικειμενική ανάγκη του αναθέτοντος φορέα να μειώσει τον αριθμό των υποψηφίων στο επίπεδο που επιβάλλει η εξισορρόπηση μεταξύ των ειδικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας σύναψης σύμβασης και των μέσων που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της. Ο αριθμός των επιλεγέντων υποψηφίων πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης επαρκούς ανταγωνισμού.</li>
</ol>
<p>[&#8230;]»</p>
<p><em>Το δανικό δίκαιο</em></p>
<p>8        Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του lov om visse erhvervsdrivende virksomheder (νόμου περί ορισμένων εμπορικών επιχειρήσεων), ο οποίος δημοσιεύθηκε με το κωδικοποιητικό διάταγμα 1295, της 15ης Νοεμβρίου 2013, περιλαμβάνει τον εξής ορισμό, ο οποίος βασίζεται στη νομολογία και τη θεωρία:</p>
<p>«Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως “ομόρρυθμη εταιρία” νοείται η επιχείρηση της οποίας οι εταίροι ευθύνονται προσωπικά, απεριόριστα και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις της.»</p>
<p><strong>Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα</strong></p>
<p>9        Με προκήρυξη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2013, το Banedanmark κίνησε διαδικασία με διαπραγμάτευση με προκήρυξη διαγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 47 της οδηγίας 2004/17, για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως με αντικείμενο την εκτέλεση έργου υπό την ονομασία «TP 4 Urban Tunnels» που αφορούσε την κατασκευή νέας σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ των πόλεων Κοπεγχάγης και Ringsted. Το κριτήριο που ορίστηκε για την ανάθεση της συμβάσεως ήταν το κριτήριο της πλέον συμφέρουσας προσφοράς.</p>
<p>10      Κατά την προκήρυξη, το Banedanmark σκόπευε να προσκαλέσει από τέσσερις έως έξι υποψηφίους να υποβάλουν προσφορά, ενώ, αν ο αριθμός υποψηφίων τυχόν υπερέβαινε τους έξι, θα προχωρούσε σε προεπιλογή. Επιπλέον, από τη συγγραφή υποχρεώσεων προκύπτει ότι η διαδικασία που κινήθηκε προέβλεπε την κατάθεση τριών διαδοχικών προσφορών από τους προσφέροντες. Διαπραγμάτευση θα λάμβανε χώρα μετά την κατάθεση των δύο πρώτων προσφορών, η δε τρίτη και τελευταία προσφορά θα έπρεπε να οδηγήσει στην ανάθεση της συμβάσεως.</p>
<p>11      Πέντε οικονομικοί φορείς υπέβαλαν υποψηφιότητα στο πλαίσιο της προεπιλογής. Μεταξύ των φορέων αυτών περιλαμβάνονταν η κοινοπραξία που συνέστησαν οι MT Højgaard και Züblin (στο εξής: κοινοπραξία Højgaard και Züblin), καθώς και η κοινοπραξία που συνέστησαν οι Per Aarsleff και E. Pihl og Søn A/S (στο εξής: κοινοπραξία Aarsleff και Pihl). Το Banedanmark προεπέλεξε και τους πέντε υποψηφίους και τους κάλεσε να υποβάλουν προσφορά.</p>
<p>12      Τον Ιούνιο του 2013, μία από τις επιχειρήσεις αποσύρθηκε και, συνεπώς, απέμειναν τέσσερις προεπιλεγέντες προσφέροντες.</p>
<p>13      Η σύμβαση με την οποία συστάθηκε η κοινοπραξία Aarsleff και Pihl συνάφθηκε στις 26 Αυγούστου 2013. Την ίδια ως άνω ημερομηνία, το αρμόδιο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία η E. Pihl og Søn κηρύχθηκε σε πτώχευση. Το Banedanmark ειδοποιήθηκε για την απόφαση αυτή το απόγευμα της ίδιας ημέρας και ζήτησε αμέσως από την Per Aarsleff πληροφόρηση επί των επιπτώσεων της πτωχεύσεως στον εν εξελίξει διαγωνισμό. Παρά την ως άνω κήρυξη σε πτώχευση, η κοινοπραξία Aarsleff και Pihl υπέβαλε την πρώτη προσφορά της στις 27 Αυγούστου 2013, υπογεγραμμένη από τις δύο εταιρίες, όχι όμως και από τον σύνδικο της πτωχεύσεως.</p>
<p>14      Στις 15 Οκτωβρίου 2013 το Banedanmark ενημέρωσε όλους τους προσφέροντες για την απόφασή του να επιτρέψει στην Per Aarsleff να εξακολουθήσει να μετέχει μόνη της στη διαδικασία. Το Banedanmark προέβαλε προς αιτιολόγηση της αποφάσεως το γεγονός ότι η Per Aarsleff, η οποία ήταν η πρώτη επιχείρηση στη Δανία από πλευράς κύκλου εργασιών όσον αφορά τις χρήσεις των ετών 2012 και 2013, πληρούσε τα κριτήρια συμμετοχής στη διαδικασία με διαπραγμάτευση ακόμη και χωρίς την οικονομική και τεχνική συνδρομή της E. Pihl og Søn. Το Banedanmark επισήμανε επίσης ότι η Per Aarsleff είχε προσλάβει περισσότερους από 50 μισθωτούς της E. Pihl og Søn, συμπεριλαμβανομένων προσώπων με καθοριστικό ρόλο για την εκτέλεση του επίμαχου έργου.</p>
<p>15      Η Per Aarsleff υπέβαλε δεύτερη προσφορά ιδίω ονόματι, δηλώνοντας ότι την κατέθετε ως διάδοχος της κοινοπραξίας Aarsleff και Pihl, ότι ο σύνδικος της πτωχεύσεως δεν είχε γνωστοποιήσει κατά πόσον σκόπευε να ασκήσει το δικαίωμα επιλογής σε σχέση με τη συστατική της κοινοπραξίας σύμβαση και ότι, κατά συνέπεια, η ίδια την είχε καταγγείλει. Μετά από αξιολόγηση των δεύτερων προσφορών που έλαβε, το Banedanmark επέλεξε, σύμφωνα με τους όρους της προκηρύξεως, τρεις προσφορές, προκειμένου να κρίνει ποια από αυτές ήταν οικονομικά η πλέον συμφέρουσα και ζήτησε από τους τρεις επιλεγέντες προσφέροντες να υποβάλουν τρίτη και τελευταία προσφορά. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονταν τόσο η Per Aarsleff όσο και η κοινοπραξία Højgaard και Züblin. Οι τρεις προσφέροντες κατέθεσαν τις τελευταίες αυτές προσφορές στις 12 Δεκεμβρίου 2013.</p>
<p>16      Στις 20 Δεκεμβρίου 2013, το Banedanmark γνωστοποίησε στους τρεις επιλεγέντες προσφέροντες ότι είχε αποφασίσει να αναθέσει τη σύμβαση στην Per Aarsleff, της οποίας η προσφορά ήταν συνολικά, από άποψη τόσο ποιότητας όσο και τιμής, η πλέον συμφέρουσα. Η προσφορά αυτή ήταν ποσού 920 300 000 δανικών κορωνών (DKK) (περίπου 123 402 000 ευρώ).</p>
<p>17      Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως, οι MT Højgaard και Züblin προσέφυγαν ενώπιον της Klagenævnet for Udbud (επιτροπής προσφυγών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, Δανία), υποστηρίζοντας ιδίως ότι το Banedanmark παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας που κατοχυρώνει το άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17, καθόσον επέτρεψε στην Per Aarsleff να συμμετάσχει στη διαδικασία αντί της κοινοπραξίας Aarsleff και Pihl, ενώ η ίδια δεν είχε προεπιλεγεί. Οι MT Højgaard και Züblin ζήτησαν ως εκ τούτου από την Klagenævnet for Udbud να ακυρώσει την απόφαση με την οποία η σύμβαση ανατέθηκε στην Per Aarsleff και επίσης να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.</p>
<p>18      Η Klagenævnet for Udbud αποφάσισε, κατ’ αρχάς, να μην αναγνωρίσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην προσφυγή. Εν συνεχεία, έκρινε στη διάταξη περί παραπομπής ότι, βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν σχετικά με την Per Aarsleff, η εταιρία αυτή θα είχε προεπιλεγεί αν είχε υποβάλει υποψηφιότητα ιδίω ονόματι αντί να το πράξει μέσω της κοινοπραξίας Aarsleff και Pihl. Η Klagenævnet for Udbud επισημαίνει επίσης ότι δεν υφίσταται στο δανικό δίκαιο διάταξη που να απαγορεύει την, κατόπιν της υποβολής των προσφορών, μεταβολή της συνθέσεως μιας κοινοπραξίας επιχειρήσεων που μετέχει σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως.</p>
<p>19      Η Klagenævnet for Udbud σημειώνει ακολούθως ότι, με την προκήρυξη, το Banedanmark δεν έθεσε ελάχιστους ποιοτικούς όρους σχετικά με τις τεχνικές ικανότητες των προσφερόντων και ότι θα όφειλε να προχωρήσει σε ποιοτική αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων μόνο σε περίπτωση που ο αριθμός τους θα υπερέβαινε τις έξι. Συνεπώς, η Per Aarsleff θα μπορούσε να έχει επιλεγεί η ίδια χωρίς τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία Aarsleff και Pihl. Το γεγονός ότι η Per Aarsleff υποκατέστησε την κοινοπραξία δεν άσκησε, εξάλλου, καμία επιρροή στην κατάσταση των προσφερόντων, καθόσον ουδείς εξ αυτών αποκλείστηκε από τη διαδικασία της προεπιλογής ή δεν θα είχε περιληφθεί στην προεπιλογή εάν η Per Aarsleff είχε υποβάλει υποψηφιότητα μόνη της. Επιπλέον, επισημαίνει ότι θα πρέπει να διακρίνεται η περίπτωση όπου η μεταβολή σε κοινοπραξία επέρχεται πριν την ανάθεση της συμβάσεως από την περίπτωση όπου η τυχόν μεταβολή επέρχεται μετά την ανάθεση.</p>
<p>20      Εντούτοις, η Klagenævnet for Udbud διατηρεί ορισμένες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η διαδικασία που ακολουθήθηκε συνάδει με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, επισημαίνοντας όμως ότι, όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/17, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θέσπισε τόσο λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της ως άνω αρχής, όπως οι προβλεπόμενοι στην οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114).</p>
<p>21      Βάσει των ανωτέρω, η Klagenævnet for Udbud αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν της διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:</p>
<p>«Έχει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά τα άρθρα 10 και 51 της οδηγίας 2004/17 [&#8230;] την έννοια ότι, σε περιπτώσεις όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, απαγορεύει σε αναθέτοντα φορέα τη σύναψη συμβάσεως με προσφέροντα ο οποίος δεν έχει υποβάλει αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία προεπιλογής και, ως εκ τούτου, δεν έχει προεπιλεγεί;»</p>
<p><strong>Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου</strong></p>
<p>22      Στη σκέψη 15 της αποφάσεως της 18ης Νοεμβρίου 1999, Unitron Scandinavia και 3-S (C‑275/98, EU:C:1999:567), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Klagenævnet for Udbud είναι «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Η Δανική Κυβέρνηση επισημαίνει εντούτοις ότι το Δικαστήριο έκρινε αντιθέτως, με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, TDC (C‑222/13, EU:C:2014:2265), ότι δεν αποτελεί δικαστήριο η Teleklagenævnet (επιτροπή προσφυγών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, Δανία). Zητεί, ως εκ τούτου, από το Δικαστήριο να διασαφηνίσει περαιτέρω τα εφαρμοστέα κριτήρια επί του ζητήματος αυτού και να επιβεβαιώσει, εφόσον απαιτείται, αν η Klagenævnet for Udbud είναι «δικαστήριο».</p>
<p>23      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο είναι «δικαστήριο», ζήτημα που διέπεται αποκλειστικά από το δίκαιο της Ένωσης, λαμβάνει υπόψη ένα σύνολο στοιχείων, όπως η ίδρυση του οργάνου αυτού διά νόμου, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme, C‑203/14, EU:C:2015:664, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p>24      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας ότι το αιτούν όργανο δεν πληροί τα κριτήρια της ιδρύσεώς του διά νόμου, της μονιμότητας, του δεσμευτικού χαρακτήρα της δικαιοδοσίας του, του κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρα της ενώπιόν του διαδικασίας και της εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογής κανόνων δικαίου.</p>
<p>25      Όσον αφορά το προβαλλόμενο από τη Δανική Κυβέρνηση κριτήριο της ανεξαρτησίας, το οποίο, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2014, TDC (C‑222/13, EU:C:2014:2265), δεν πληρούσε η Teleklagenævnet, διαπιστώνεται καταρχάς ότι, σε αντίθεση με την επιτροπή αυτή προσφυγών, η Klagenænet for Udbud δεν είναι διάδικος στις δίκες επί προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεών της ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, έχει την ιδιότητα του τρίτου σε σχέση με τους διαδίκους και ιδίως σε σχέση με την αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ενώπιόν της απόφαση.</p>
<p>26      Επισημαίνεται επίσης ότι, όπως σημείωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 44 των προτάσεών του, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Klagenænet for Udbud δεν έχει κανένα λειτουργικό δεσμό με το Υπουργείο Εμπορίου και Ανάπτυξης. Το γεγονός ότι η γραμματεία του οργάνου αυτού υπάγεται στο εν λόγω Υπουργείο δεν μπορεί να κλονίσει την ως άνω διαπίστωση. Επιπλέον, το εν λόγω όργανο ασκεί τα καθήκοντά του υπό συνθήκες πλήρους αυτοτέλειας, χωρίς να υπέχει ιεραρχική δέσμευση και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες από πουθενά (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme, C‑203/14, EU:C:2015:664, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p>27      Όσον αφορά την ανεξαρτησία των μελών του αιτούντος οργάνου, επισημαίνεται ότι κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, του bekendtgørelse nr. 887 om Klagenævnet for Udbud med senere ændringer (διατάγματος 887, σχετικά με την επιτροπή προσφυγών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, όπως έχει τροποποιηθεί), της 11ης Αυγούστου 2011, τα μέλη αυτά οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με ανεξαρτησία.</p>
<p>28      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το αιτούν όργανο αποτελείται, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του lov nr. 492 om håndhævelse af udbudsreglerne med senere ændringer (νόμου 492, για την εφαρμογή των κανόνων συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων, όπως έχει τροποποιηθεί), της 12ης Μαΐου 2010 (στο εξής: νόμος 492), από έναν πρόεδρο και συγκεκριμένο αριθμό αντιπροέδρων, οι οποίοι συναποτελούν το προεδρείο, καθώς και από ορισμένο αριθμό μελών που είναι εμπειρογνώμονες. Το προεδρείο αποτελείται, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του νόμου 492, από δικαστές πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και ανωτέρων περιφερειακών δικαστηρίων.</p>
<p>29      Η Klagenævnet for Udbud έχει ισομερή σύνθεση. Στη συνήθη σύνθεσή της αποτελείται από ένα μέλος του προεδρείου, το οποίο ενεργεί ως πρόεδρος, και από έναν εμπειρογνώμονα. Επιπλέον, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 5, του νόμου 492, λαμβάνει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία και, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου. Κατά συνέπεια, τα μέλη του οργάνου αυτού που προέρχονται από το δανικό δικαστικό σώμα έχουν σε κάθε περίπτωση την πλειοψηφία και, κατά συνέπεια, κυρίαρχο λόγο στις αποφάσεις που αυτό λαμβάνει.</p>
<p>30      Τα μέλη του αιτούντος οργάνου που έχουν την ιδιότητα δικαστικού λειτουργού τυγχάνουν, ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής, του ιδιαίτερου καθεστώτος προστασίας από την παύση που προβλέπει το άρθρο 64 του δανικού Συντάγματος, το οποίο ισχύει και για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους ως μελών του προεδρείου.</p>
<p>31      Δεδομένου ότι υπερισχύει η ψήφος των μελών του αιτούντος οργάνου τα οποία, ως εκ της δικαστικής τους ιδιότητας, τυγχάνουν της ειδικής αυτής προστασίας, το γεγονός ότι οι εμπειρογνώμονες μέλη του οργάνου αυτού δεν τυγχάνουν της ίδιας προστασίας δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να θέσει εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία του εν λόγω οργάνου.</p>
<p>32      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, επιβεβαιώνεται ότι η Klagenævnet for Udbud πληροί το κριτήριο της ανεξαρτησίας και πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι αποτελεί «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.</p>
<p>33      Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.</p>
<p><strong>Επί του προδικαστικού ερωτήματος</strong></p>
<p>34      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 της ίδιας οδηγίας, αντιτίθεται σε απόφαση αναθέτοντος φορέα με την οποία επιτρέπεται σε οικονομικό φορέα, που ήταν μέλος κοινοπραξίας δύο επιχειρήσεων η οποία είχε προεπιλεγεί και υποβάλει την πρώτη προσφορά στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως, να εξακολουθήσει να μετέχει ιδίω ονόματι στη διαδικασία αυτή μετά τη λύση της εν λόγω κοινοπραξίας.</p>
<p>35      Προς απάντηση του ως άνω ερωτήματος, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2004/17 δεν προβλέπει κανόνες οι οποίοι να αφορούν ειδικά τις μεταβολές στη σύνθεση κοινοπραξίας οικονομικών φορέων που έχει προεπιλεγεί ως προσφέρουσα σε διαδικασία διαγωνισμού και, επομένως, η ρύθμιση της περιπτώσεως αυτής εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2003, <span style="text-decoration: underline">Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική,</span> C‑57/01, EU:C:2003:47, σκέψη 61).</p>
<p>36      Ούτε η δανική νομοθεσία ούτε η προκήρυξη του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης διαγωνισμού περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες ως προς το ζήτημα αυτό. Τούτου δοθέντος, η δυνατότητα του αναθέτοντος φορέα να επιτρέπει τέτοια μεταβολή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, και ιδίως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας που απορρέει από αυτήν, καθώς και των σκοπών που επιδιώκει το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.</p>
<p>37      Υπενθυμίζεται ως προς το σημείο αυτό ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και η υποχρέωση διαφάνειας, αφενός, συνεπάγονται ιδίως ότι στους προσφέροντες πρέπει να επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση τόσο κατά τον χρόνο που ετοιμάζουν τις προσφορές τους όσο και κατά τον χρόνο που οι προσφορές τους εκτιμώνται από την αναθέτουσα αρχή και, αφετέρου, αποτελούν τη βάση των κανόνων της Ένωσης σχετικά με τις διαδικασίες συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Μηχανική, C‑213/07, EU:C:2008:731, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p>38      Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των προσφερόντων, η οποία έχει ως σκοπό να ευνοήσει την ανάπτυξη υγιούς και πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που μετέχουν σε δημόσιο διαγωνισμό, επιβάλλει να έχουν όλοι οι προσφέροντες τις ίδιες ευκαιρίες κατά τη διατύπωση των όρων των προσφορών τους και συνεπάγεται, ως εκ τούτου, ότι οι προσφορές αυτές πρέπει να υποβάλλονται με τους ίδιους όρους για όλους τους διαγωνιζομένους (αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, C‑496/99 P, EU:C:2004:236, σκέψη 110, και της 12ης Μαρτίου 2015, eVigilo, C‑538/13, EU:C:2015:166, σκέψη 33).</p>
<p>39      Η αυστηρή εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των προσφερόντων, όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται στο άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17 σε συνδυασμό με το άρθρο 51 της ίδιας οδηγίας, θα είχε ως αποτέλεσμα μόνον οι προεπιλεγέντες οικονομικοί φορείς, υπό τη συγκεκριμένη μορφή υπό την οποία προεπιλέγησαν, να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν προσφορά και να καταστούν ανάδοχοι.</p>
<p>40      Η άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/17 κατά το οποίο οι αναθέτουσες αρχές «ελέγχουν τη συμβατότητα των προσφορών που έχουν υποβάλει οι [κατ’ αυτόν τον τρόπο] επιλεγμένοι προσφέροντες», όπερ προϋποθέτει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών του, ότι πρέπει να ταυτίζονται, τόσο από νομικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως, οι προεπιλεγέντες οικονομικοί φορείς με τους οικονομικούς φορείς που υποβάλλουν τις προσφορές.</p>
<p>41      Εντούτοις, η απαίτηση ταυτίσεως τόσο από νομικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως για την οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως μπορεί να αμβλύνεται προκειμένου να διασφαλίζεται, στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση, επαρκής ανταγωνισμός, όπως επιτάσσει το άρθρο 54, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/17.</p>
<p>42      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 10 της παρούσας αποφάσεως, ο αναθέτων φορέας έκρινε ότι, για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού αυτού, οι υποψήφιοι έπρεπε να είναι τουλάχιστον τέσσερις.</p>
<p>43      Πρέπει όμως επιπλέον οι όροι υπό τους οποίους συνεχίζεται η, ιδίω ονόματι, συμμετοχή του οικονομικού φορέα στη διαδικασία με διαπραγμάτευση, μετά τη λύση της προεπιλεγείσας από τον αναθέτοντα φορέα κοινοπραξίας στην οποία ο ίδιος μετείχε, να μην παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του συνόλου των προσφερόντων.</p>
<p>44      Ως προς το ζήτημα αυτό, δεν συντρέχει παραβίαση της ως άνω αρχής, όταν αναθέτων φορέας επιτρέπει σε έναν από τους δύο οικονομικούς φορείς μέλη κοινοπραξίας κληθείσας προς υποβολή προσφοράς να υποκαταστήσει την ως άνω κοινοπραξία μετά τη λύση της και να συμμετάσχει, ιδίω ονόματι, στη διαδικασία με διαπραγμάτευση για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, εφόσον αποδεικνύεται, αφενός, ότι ο οικονομικός αυτός φορέας πληροί αφ’ εαυτού τις απαιτήσεις που έχει καθορίσει ο αναθέτων φορέας και, αφετέρου, ότι η συνέχιση της συμμετοχής του στην εν λόγω διαδικασία δεν συνεπάγεται επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσεως των λοιπών προσφερόντων.</p>
<p>45      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Per Aarsleff θα είχε προεπιλεγεί εάν είχε υποβάλει μόνη της υποψηφιότητα (βλ. σκέψη 18 της παρούσας αποφάσεως).</p>
<p>46      Τούτου δοθέντος, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, κατά τα οποία, αφενός, η συστατική σύμβαση της κοινοπραξίας Aarsleff και Pihl συνάφθηκε την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση της E. Pihl og Søn και, αφετέρου, η πρώτη προσφορά της κοινοπραξίας αυτής κατατέθηκε την επομένη χωρίς την υπογραφή του συνδίκου της πτωχεύσεως της E. Pihl og Søn, εναπόκειται, στη συνέχεια, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η ως άνω πρώτη προσφορά βαρύνεται με παρατυπία η οποία θα μπορούσε να κωλύσει τη συνέχιση της, ιδίω ονόματι, συμμετοχής της Per Aarsleff στην επίμαχη διαδικασία με διαπραγμάτευση.</p>
<p>47      Τέλος, όσον αφορά την πρόσληψη, μετά τη λύση της κοινοπραξίας Aarsleff και Pihl, εκ μέρους της Per Aarsleff περισσότερων από 50 μισθωτών της E. Pihl og Søn, συμπεριλαμβανομένων προσώπων με καθοριστικό ρόλο για την εκτέλεση του επίμαχου κατασκευαστικού έργου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν, εξ αυτού του γεγονότος, η Per Aarsleff άντλησε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα εις βάρος των λοιπών προσφερόντων.</p>
<p>48      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι <strong>δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 της ίδιας οδηγίας, όταν αναθέτων φορέας επιτρέπει σε έναν από τους δύο οικονομικούς φορείς μέλη κοινοπραξίας κληθείσας προς υποβολή προσφοράς να υποκαταστήσει την ως άνω κοινοπραξία μετά τη λύση της και να συμμετάσχει, ιδίω ονόματι, σε διαδικασία με διαπραγμάτευση για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, εφόσον αποδεικνύεται, αφενός, ότι ο οικονομικός αυτός φορέας πληροί αφ’ εαυτού τις απαιτήσεις που έχει καθορίσει ο αναθέτων φορέας και, αφετέρου, ότι η συνέχιση της συμμετοχής του στην εν λόγω διαδικασία δεν συνεπάγεται επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσεως των λοιπών προσφερόντων</strong>.</p>
<p><strong>Επί των δικαστικών εξόδων</strong></p>
<p>49      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.</p>
<p>Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:</p>
<p><strong>Δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των οικονομικών φορέων κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 της ίδιας οδηγίας, όταν αναθέτων φορέας επιτρέπει σε έναν από τους δύο οικονομικούς φορείς μέλη κοινοπραξίας κληθείσας προς υποβολή προσφοράς να υποκαταστήσει την ως άνω κοινοπραξία μετά τη λύση της και να συμμετάσχει, ιδίω ονόματι, σε διαδικασία με διαπραγμάτευση για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, εφόσον αποδεικνύεται, αφενός, ότι ο οικονομικός αυτός φορέας πληροί αφ’ εαυτού τις απαιτήσεις που έχει καθορίσει ο αναθέτων φορέας και, αφετέρου, ότι η συνέχιση της συμμετοχής του στην εν λόγω διαδικασία δεν συνεπάγεται επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσεως των λοιπών προσφερόντων</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>απόφαση european dynamics</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%ce%b1%cf%80%cf%8c%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b7-european-dynamics/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 17 May 2016 12:31:25 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΕΕ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18461</guid>

					<description><![CDATA[ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα) της 16ης Απριλίου 2015 (*) «Αίτηση αναιρέσεως — Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Πρόσκληση για την υποβολή προσφορών — Κριτήρια αναθέσεως — Διαφάνεια — Αντικειμενική αξιολόγηση — Αίτημα αποζημιώσεως» Στην υπόθεση C‑173/14 P, με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p class="C19Centre">
<p class="C19Centre">ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)</p>
<p class="C19Centre">της 16ης Απριλίου 2015 (<a href="http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&amp;docid=163722&amp;pageIndex=0&amp;doclang=el&amp;mode=lst&amp;dir=&amp;occ=first&amp;part=1&amp;cid=344290#Footnote*" name="Footref*">*</a>)</p>
<p class="C71Indicateur">«Αίτηση αναιρέσεως — Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Πρόσκληση για την υποβολή προσφορών — Κριτήρια αναθέσεως — Διαφάνεια — Αντικειμενική αξιολόγηση — Αίτημα αποζημιώσεως»</p>
<p class="C02AlineaAltA">Στην υπόθεση C‑173/14 P,</p>
<p class="C02AlineaAltA">με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 8 Απριλίου 2014,</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>European Dynamics Belgium SA,</b> με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>European Dynamics Luxembourg SA,</b> με έδρα το Ettelbrück (Λουξεμβούργο),</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>Ευρωπαϊκή Δυναμική — Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE,</b> με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα),</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>European Dynamics UK Ltd,</b> με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),</p>
<p class="C02AlineaAltA">εκπροσωπούμενες από τον Β. Χριστιανό, δικηγόρο,</p>
<p class="C72Alineadroite">αναιρεσείουσες,</p>
<p class="C02AlineaAltA">όπου ο έτερος διάδικος είναι ο</p>
<p class="C02AlineaAltA"><b>Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA),</b> εκπροσωπούμενος από τους T. Jabłoński και S. Marino καθώς και από τις Γ. Γαβριηλίδου και C. Maignen, επικουρούμενους από τον H.-G. Kamann, Rechtsanwalt,</p>
<p class="C72Alineadroite">καθού-εναγόμενος πρωτοδίκως,</p>
<p class="C19Centre">ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),</p>
<p class="C02AlineaAltA">συγκείμενο από τους S. Rodin, πρόεδρο τμήματος, E. Levits (εισηγητή) και F. Biltgen, δικαστές,</p>
<p class="C02AlineaAltA">γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón</p>
<p class="C02AlineaAltA">γραμματέας: A. Calot Escobar</p>
<p class="C02AlineaAltA">έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,</p>
<p class="C02AlineaAltA">κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,</p>
<p class="C02AlineaAltA">εκδίδει την ακόλουθη</p>
<p class="C75Debutdesmotifs"><b>Απόφαση</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point1"></a>1        Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης European Dynamics Belgium κ.λπ. κατά EMA (T‑158/12, EU:T:2014:36, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές-αγωγές τους (στο εξής: προσφυγές) με αιτήματα την ακύρωση της αποφάσεως EMA/67882/2012 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), της 31ης Ιανουαρίου 2012, και την καταβολή αποζημιώσεως.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Ιστορικό της διαφοράς</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point2"></a>2        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται με τις σκέψεις 1 έως 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:</p>
<p class="C02AlineaAltA">«1      Με προκήρυξη διαγωνισμού της 8ης Αυγούστου 2011 […], ο [EMA] κίνησε τη διαδικασία διαγωνισμού EMA/2011/17/ICT, που αφορούσε την παροχή εξωτερικών υπηρεσιών στον τομέα των εφαρμογών λογισμικού για τα επιγραμμικά συστήματα επεξεργασίας συναλλαγών και περιελάμβανε δύο παρτίδες.</p>
<p class="C02AlineaAltA">2      Ο σκοπός του διαγωνισμού συνίστατο στη σύναψη, για κάθε παρτίδα, συμβάσεως-πλαισίου με τρεις κατ’ ανώτατο όριο παρόχους, διάρκειας τεσσάρων ετών. Η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε την ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως-πλαισίου στην πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά βάσει των κριτηρίων που καθορίζονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, στην πρόσκληση για την υποβολή προσφορών ή στο περιγραφικό έγγραφο. Η παρτίδα 1 συνίστατο στην παροχή προσωπικού, κατά χρόνο και κατ’ αντικείμενο, για επιγραμμικά συστήματα επεξεργασίας συναλλαγών και αφορούσε ποσότητα 19 000 ανθρωποημερών ετησίως. Το τμήμα 2 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε ότι, για την παρτίδα 1, ο ΕΜΑ σκόπευε να συνάψει πλείονες συμβάσεις-πλαίσια, με το σύστημα της διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας, με μέγιστο όριο τις τρεις συμβάσεις.</p>
<p class="C02AlineaAltA">3      Η διαδικασία αξιολογήσεως των υποβαλλομένων προσφορών περιελάμβανε τρία στάδια: εφαρμογή των κριτηρίων αποκλεισμού κατά την οποία θα εξεταζόταν κατά πόσον οι υποψήφιοι μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία (τμήμα 13 της συγγραφής υποχρεώσεων)· εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής με σκοπό να καθοριστεί κατά πόσον οι προσφέροντες είχαν τις χρηματοοικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές ικανότητες προς εκτέλεση της συμβάσεως (τμήματα 14 και 15 της συγγραφής υποχρεώσεων)· εφαρμογή των κριτηρίων αναθέσεως για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς (τμήμα 16 της συγγραφής υποχρεώσεων).</p>
<p class="C02AlineaAltA">4      Το σημείο 16.1.1 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε οκτώ κριτήρια αναθέσεως για την παρτίδα 1. Τα έξι πρώτα κριτήρια ήταν τεχνικής φύσεως, το έβδομο ήταν σχετικό με την τιμή και το όγδοο συνίστατο σε ενδεχόμενη παρουσίαση των προσφορών στην έδρα του EMA. Όσον αφορά τα έξι τεχνικά κριτήρια, στο σημείο 16.1.2 της συγγραφής υποχρεώσεων αναφερόταν ότι, επί συνόλου 60 βαθμών, τα κριτήρια σχετικά με τη μέθοδο επιλογής των στελεχών και διαχειρίσεως του προσωπικού αντιπροσώπευαν έκαστο 15 βαθμούς, τα κριτήρια σχετικά με τη διαχείριση των συμβάσεων και τη διασφάλιση των προσόντων αντιπροσώπευαν έκαστο 7 βαθμούς, το κριτήριο των σχέσεων με τις εγκαταστάσεις extra-muros αντιπροσώπευε 2 βαθμούς και το κριτήριο της ποιότητας της τεχνικής προτάσεως στο αντικείμενο της παρτίδας αντιπροσώπευε 14 βαθμούς. Το κριτήριο της τιμής αντιπροσώπευε 40 βαθμούς. Το σημείο 16.1.2.8 προέβλεπε 10 επιπλέον βαθμούς στην περίπτωση που οι διαγωνιζόμενοι καλούνταν να συμπληρώσουν τη γραπτή προσφορά τους με προφορική παρουσίαση ενώπιον της επιτροπής αξιολογήσεως του ΕΜΑ στις εγκαταστάσεις του οργανισμού, στην περίπτωση δε αυτή θα ζητούνταν από τους διαγωνιζομένους να πραγματοποιήσουν σενάριο προσομοιώσεως υπό πραγματικές συνθήκες σύμφωνα με τις διαδικασίες και τους όρους του τμήματος 4. Ως εκ τούτου, η μέγιστη δυνατή βαθμολογία ήταν 110.</p>
<p class="C02AlineaAltA">5      Στο σημείο 16.1.2 της συγγραφής υποχρεώσεων διευκρινιζόταν ότι η τεχνική αξιολόγηση των προσφορών θα γινόταν βάσει των έξι τεχνικών κριτηρίων και ότι οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να συγκεντρώσουν το 60 % των συνολικών βαθμών για κάθε ένα από τα κριτήρια αυτά, άλλως αποκλείονταν από τη διαδικασία. Στο σημείο 16.1.2.7 διευκρινιζόταν ότι η αξιολόγηση της τιμής θα γινόταν βάσει μαθηματικού τύπου και ότι οι διαγωνιζόμενοι θα κατατάσσονταν αναλόγως των αποτελεσμάτων των κριτηρίων αναθέσεως συμπεριλαμβανομένου του κριτηρίου της τιμής.</p>
<p class="C02AlineaAltA">6      Για την παρτίδα 1 υπέβαλαν προσφορές έξι διαγωνιζόμενοι, μεταξύ των οποίων η κοινοπραξία που αποτελούνταν από τις προσφεύγουσες […]. Τέσσερις από τους διαγωνιζομένους, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες, μετείχαν στο στάδιο κατά το οποίο εξετάστηκαν τα κριτήρια αναθέσεως.</p>
<p class="C02AlineaAltA">7      Με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2011, η επιτροπή αξιολογήσεως κάλεσε τις προσφεύγουσες σε συνάντηση στις εγκαταστάσεις του ΕΜΑ, προκειμένου να παρουσιάσουν την προσφορά τους στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Η επιτροπή αξιολογήσεως παρέσχε διευκρινίσεις σχετικά με το πρόγραμμα και την οργάνωση της συναντήσεως, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι η παρουσίαση μπορούσε να καλύπτει μόνο τις απαντήσεις που απαιτούνταν για την αξιολόγηση από πλευράς των κριτηρίων αναθέσεως, χωρίς δυνατότητα προσθήκης νέων στοιχείων σε σχέση με την υποβληθείσα προσφορά. Η επιτροπή αξιολογήσεως διαβίβασε συνημμένως ένα σενάριο προσομοιώσεως υπό πραγματικές συνθήκες (στο εξής: σενάριο) και ζήτησε από τις προσφεύγουσες να ανταποκριθούν σε αυτό φέρνοντας, ως μέλη της ομάδας τους, έναν υποψήφιο για κάθε έναν από τους ρόλους που περιγράφονταν στο σενάριο. Η επιτροπή αξιολογήσεως σημείωσε ότι θα πραγματοποιούσε σύντομη συνέντευξη με κάθε υποψήφιο. Πληροφόρησε επίσης τις προσφεύγουσες ότι έπρεπε να συμμετάσχει και ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις, προκειμένου να παρουσιάσει τη μεθοδολογία επιλογής των στελεχών, καθώς και ένας εκπρόσωπος της ομάδας εκπαιδεύσεως, ώστε να παρουσιάσει τα σχετικά με την εκπαίδευση τμήματα της υποβληθείσας προσφοράς.</p>
<p class="C02AlineaAltA">8      Στην επιστολή του ΕΜΑ της 9ης Δεκεμβρίου 2011 επισυνάπτονταν δύο έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο περιείχε πρόγραμμα διεξαγωγής της παρουσιάσεως, με τον αριθμό των βαθμών για κάθε πτυχή της, εκ των οποίων οι 40, από τους εκατό, αφορούσαν τις συνεντεύξεις με τους υποψηφίους που προτείνονταν για το σενάριο, καθώς και κατευθυντήριες οδηγίες προς τους προσφέροντες για να προετοιμάσουν την παρουσίαση των προσφορών τους. Αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι σκοπός των συνεντεύξεων με τους προτεινόμενους υποψηφίους ήταν να αξιολογηθεί κατά πόσον το αποτέλεσμα των διαδικασιών που περιγράφονταν στη μεθοδολογία επιλογής των στελεχών, δηλαδή οι υποψήφιοι, ανταποκρινόταν στα στοιχεία που παρέχονταν στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, ήτοι στις περιγραφές των προφίλ. Το δεύτερο έγγραφο περιέγραφε τα στοιχεία του σεναρίου και τα αποτελέσματα στα οποία οι υποψήφιοι όφειλαν να καταλήξουν. Απαιτούσε την υποβολή πέντε βιογραφικών σημειωμάτων υποψηφίων για τις συγκεκριμένες ειδικότητες.</p>
<p class="C02AlineaAltA">9      Με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2011, οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν το σύννομο του προγράμματος διεξαγωγής της παρουσιάσεως, όπως αυτό προέκυπτε από την επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου [2011], έναντι της ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων, τονίζοντας ιδίως ότι η προβλεπόμενη παρουσίαση δημιουργούσε διάκριση υπέρ του ήδη από δεκαετίας περίπου συνεργαζομένου με τον ΕΜΑ διαγωνιζομένου, του οποίου η επιχειρησιακή δομή ήταν έτοιμη, καθώς και ότι η διαδικασία αυτή ήταν διαφορετική από την προβλεπόμενη στη συγγραφή υποχρεώσεων.</p>
<p class="C02AlineaAltA">10      Με επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 2011, ο ΕΜΑ απάντησε στις προσφεύγουσες, υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, η παρουσίαση αποτελούσε μέρος της διαδικασίας αξιολογήσεως, ότι όλοι οι υποψήφιοι είχαν στη διάθεσή τους την ίδια προθεσμία, η οποία αναφερόταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, για να ανταποκριθούν στην πρόσκληση παρουσιάσεως των προσφορών τους, ότι το σενάριο προβλεπόταν από τη συγγραφή υποχρεώσεων και ότι η παρουσίαση των υποψηφίων για τους ρόλους που προβλέπονταν στο σενάριο αποσκοπούσε στην εξακρίβωση του αποτελέσματος των διαδικασιών προσλήψεως που περιγράφονταν στις υποβληθείσες προσφορές.</p>
<p class="C02AlineaAltA">11      Οι προσφεύγουσες παρουσίασαν την προσφορά τους στις 16 Δεκεμβρίου 2011 στις εγκαταστάσεις του ΕΜΑ, χωρίς να παραστούν οι υποψήφιοι για τους ρόλους που προέβλεπε το σενάριο, ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις και ο εκπρόσωπος της ομάδας εκπαιδεύσεως.</p>
<p class="C02AlineaAltA">12      Με επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2012, ο EMA πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι, κατόπιν αξιολογήσεως των προσφορών που υποβλήθηκαν, είχε αποφασιστεί να της ανατεθεί η δεύτερη σύμβαση πλαίσιο κατά σειρά προτεραιότητας [&#8230;].»</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point3"></a>3        Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησαν πρωτοδίκως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως σχετικά με, πρώτον, την εκ των υστέρων προσθήκη κριτηρίου αναθέσεως το οποίο δεν περιλαμβανόταν στις τεχνικές ιδιότητες της συγγραφής υποχρεώσεων, δεύτερον, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως λόγω της αξιολογήσεως ενός κριτηρίου ποσοτικής επιλογής ως κριτηρίου αναθέσεως και, τρίτον, παραβίαση της αρχής της διαφάνειας.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point4"></a>4        Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το κύριο επιχείρημα των αναιρεσειουσών είναι ότι, ζητώντας από τους διαγωνιζομένους να παρουσιάσουν την προσφορά τους στην έδρα του EMA, παρουσίαση η οποία αποτελούσε το όγδοο κριτήριο αναθέσεως, η αναθέτουσα αρχή προσέθεσε κριτήριο ή επιμέρους κριτήριο αξιολογήσεως μη προβλεπόμενο από τα συμβατικά έγγραφα που είχαν γνωστοποιηθεί πριν την κατάθεση των προσφορών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point5"></a>5        Αφού περιέγραψε, με τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το περιεχόμενο του τμήματος 4 της συγγραφής υποχρεώσεων και επισήμανε, ειδικότερα, ότι στο σημείο 4.2.5.4 αυτής παρατίθεται η διαδικασία παραγγελίας για την παροχή της υπηρεσίας, αποτελούμενη από διάφορα στάδια κατά τα οποία ο ανάδοχος στον οποίο απευθύνεται η παραγγελία παρουσιάζει στον EMA τους υποψηφίους οι οποίοι αντιστοιχούν στα προφίλ που αυτός έχει καθορίσει από την έναρξη της διαδικασίας, με σκοπό να προταθούν στον εν λόγω οργανισμό υποψήφιοι για τις προκαθορισμένες από αυτόν θέσεις, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαδικασία εκτελέσεως του σεναρίου ήταν σχεδιασμένη με σκοπό την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση της πραγματικής λειτουργίας της μεθόδου επιλογής προσωπικού, και όχι των προσόντων των εξωτερικών συνεργατών που μετείχαν στην εκτέλεση του σεναρίου.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point6"></a>6        Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση που διατύπωσαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου στον οποίο στηρίχθηκε η προσφυγή ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, με τις σκέψεις 36 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις αρχές βάσει των οποίων διακρίνεται το «κριτήριο επιλογής» από το «κριτήριο αναθέσεως», εν συνεχεία επισήμανε, με τη σκέψη 47 της αποφάσεως αυτής, ότι το σημείο 15.3 της συγγραφής υποχρεώσεων αποτελεί κριτήριο επιλογής των διαγωνιζομένων, στο πλαίσιο του οποίου καλούνταν να αποδείξουν ότι διαθέτουν την πείρα και το προσωπικό που απαιτείται για την παροχή των ζητούμενων υπηρεσιών. Με τις σκέψεις 48 και 49 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, αντιθέτως, τα κριτήρια αναθέσεως των σημείων 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν αποσκοπούσαν, βάσει του περιεχομένου τους, στην αξιολόγηση της πείρας των διαγωνιζομένων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point7"></a>7        Συναφώς, αναφερόμενο στην έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως του EMA, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι κατά το στάδιο της αναθέσεως η εν λόγω επιτροπή αξιολογήσεως έκρινε την αξιοπιστία των προσφορών που υποβλήθηκαν, βάσει των αποδείξεων που προσκόμισαν οι διαγωνιζόμενοι σχετικά με την εκτέλεση παλαιότερων συμβάσεων. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 52 της αποφάσεως αυτής, ότι από τη δικογραφία δεν προέκυπτε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τη θέση ότι κατά την εξέταση των κριτηρίων αναθέσεως η επιτροπή αξιολογήσεως αξιολόγησε την πείρα των διαγωνιζομένων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point8"></a>8        Απαντώντας στη δεύτερη αιτίαση που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες παρερμήνευσαν τη νομολογία στην οποία στηρίζουν τα περί απαγορεύσεως συνεκτιμήσεως, από την αναθέτουσα αρχή η οποία προκήρυξε τον διαγωνισμό, της πείρας που έχει αποκτηθεί στο πλαίσιο παλαιότερων συμβάσεων με την εν λόγω αρχή.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point9"></a>9        Όσον αφορά τον τρίτο λόγο στον οποίο στηρίχθηκε η προσφυγή ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχή της διαφάνειας και διέπουν τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, εν συνεχεία απέρριψε, με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα όσα υποστήριξαν οι αναιρεσείουσες σχετικά με την αξιολόγηση και τη σαφήνεια του έκτου κριτηρίου αναθέσεως, στηριζόμενο στην έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως του EMA και αφού διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αμφισβητήσει τη σημασία του κριτηρίου αυτού.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point10"></a>10      Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να καταδικάσει τον ΕΜΑ στα δικαστικά έξοδα.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point11"></a>11      Ο ΕΜΑ ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Επί της αιτήσεως αναιρέσεως</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point12"></a>12      Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους.</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως</i></p>
<p class="C06Titre3"> Επιχειρήματα των διαδίκων</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point13"></a>13      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τον λόγο ακυρώσεως περί προσθήκης, από την αναθέτουσα αρχή, κριτηρίου αναθέσεως κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, διότι παρέλειψε να εξετάσει εάν κατά την προβλεπόμενη στο πλαίσιο του όγδοου κριτηρίου αναθέσεως παρουσίαση του σεναρίου, στην οποία κλήθηκαν να προβούν οι αναιρεσείουσες με το έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2011, αξιολογήθηκαν και βαθμολογήθηκαν οι εξωτερικοί συνεργάτες των υποψηφίων. Η αξιολόγηση αυτή, ως μη προβλεπόμενη από τη συγγραφή υποχρεώσεων, ισοδυναμεί με προσθήκη νέου κριτηρίου ή επιμέρους κριτηρίου αναθέσεως.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point14"></a>14      Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική, διότι στις σκέψεις 8 και 29, αφενός, και 33, αφετέρου, της αποφάσεως αυτής εκτίθενται δύο διαφορετικοί σκοποί της παρουσιάσεως που προβλέπεται στο σημείο 16.1.2.8 της συγγραφής υποχρεώσεων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point15"></a>15      Ο EMA προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών όπως ακριβώς αυτά προέκυπταν από την προσφυγή. Όσον αφορά τα περί αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο EMA τονίζει ότι οι αναιρεσείουσες συγχέουν διαφορετικά στοιχεία που εξετάσθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.</p>
<p class="C06Titre3"> Εκτίμηση του Δικαστηρίου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point16"></a>16      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 33 και 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προβλεπόμενη στο πλαίσιο του όγδοου κριτηρίου της συγγραφής υποχρεώσεων διαδικασία εκτελέσεως του σεναρίου, περιλαμβάνουσα την παρουσίαση στην οποία κλήθηκαν να προβούν οι αναιρεσείουσες με το έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2011, ήταν σχεδιασμένη με σκοπό την αξιολόγηση της πραγματικής λειτουργίας της μεθόδου επιλογής προσωπικού και τον έλεγχο της ποιότητας των επιδόσεων της μεθόδου επιλογής, και όχι την αξιολόγηση και βαθμολόγηση των προσόντων των εξωτερικών συνεργατών που μετείχαν στην εκτέλεση του σεναρίου.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point17"></a>17      Επομένως, κακώς προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα επιχειρήματα που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από το σημείο 43 της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αφορούσαν ειδικώς την προσθήκη νέου κριτηρίου αναθέσεως, σχετιζόμενου με την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των εξωτερικών συνεργατών των διαγωνιζομένων κατά την παρουσίαση του σεναρίου στην έδρα του EMA.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point18"></a>18      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, τονίζεται ότι η αιτίαση που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως αυτής.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point19"></a>19      Πράγματι, ενώ στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει τον σκοπό της περιγραφόμενης στο σημείο 4.2.5.4 της συγγραφής υποχρεώσεων διαδικασίας παραγγελίας για την παροχή της υπηρεσίας, η οποία αποτελεί ένα εκ των αντικειμένων της επίμαχης προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στον σκοπό άλλης διαδικασίας, και συγκεκριμένα της διαδικασίας εκτελέσεως του σεναρίου στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του κριτηρίου αναθέσεως που προβλέπεται από το σημείο 16.1.2.8 της συγγραφής υποχρεώσεων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point20"></a>20      Επομένως, η σχετική αιτιολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αντιφατική.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point21"></a>21      Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως</i></p>
<p class="C06Titre3"> Επιχειρήματα των διαδίκων</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point22"></a>22      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε κατά τρόπο γενικό και, συνεπώς, εσφαλμένο ότι τα κριτήρια αναθέσεως που απαριθμούνται στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν αποσκοπούσαν στην αξιολόγηση της πείρας των διαγωνιζομένων. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι είχαν υποστηρίξει, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το τελευταίο σημείο των κριτηρίων αναθέσεως που περιλαμβάνονται στα σημεία αυτά της συγγραφής υποχρεώσεων, σχετικά με την υποχρέωση των διαγωνιζομένων να αποδείξουν συναφώς την πείρα τους, ήταν πανομοιότυπο με το κριτήριο ποιοτικής επιλογής του πέμπτου σημείου του τμήματος 15, σημείο 4.1 αυτής. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, αντί να εξετάσει στην προαναφερθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ειδικά και αποκλειστικά το τελευταίο σημείο των εν λόγω κριτηρίων αναθέσεως, προέβη σε γενική και συνολική εκτίμηση των κριτηρίων αυτών, υποπίπτοντας έτσι σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point23"></a>23      Κατά το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε εσφαλμένως, με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα κριτήρια αναθέσεως των σημείων 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν καθιστούσαν δυνατή την αξιολόγηση της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας των διαγωνιζομένων κατά το στάδιο της αναθέσεως. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια αυτά έπρεπε να εξεταστούν ως κριτήρια επιλογής.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point24"></a>24      Ο EMA υποστηρίζει κυρίως ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως συνιστά αίτημα επανεξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο και είναι, ως εκ τούτου, προδήλως απαράδεκτος.</p>
<p class="C06Titre3"> Εκτίμηση του Δικαστηρίου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point25"></a>25      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του υπό εξέταση λόγου, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά τα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων, οι διαγωνιζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίσουν αποδείξεις όσον αφορά την εφαρμογή στην πράξη καθενός εκ των τεσσάρων πρώτων κριτηρίων αναθέσεως στο πλαίσιο της εκτελέσεως τριών πρόσφατων συμβάσεων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point26"></a>26      Συναφώς, με τη σκέψη 51 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο ρητώς αποφάνθηκε ότι η επιτροπή αξιολογήσεως του ΕΜΑ διαπίστωσε, «βάσει των αποδείξεων που προσκόμισαν οι διαγωνιζόμενοι σχετικά με την εκτέλεση παλαιότερων συμβάσεων, την πρακτική εφαρμογή των μεθόδων, των δομών και των διαδικασιών διαχειρίσεως που περιγράφονται στις προσφορές και την ποιότητά τους.»</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point27"></a>27      Επομένως, αφενός, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμησή του, τις σχετικές με τις αποδείξεις απαιτήσεις που απορρέουν από τα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point28"></a>28      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί του προβληθέντος από τις αναιρεσείουσες λόγου ακυρώσεως, ορθώς δεν περιορίστηκε στην εξέταση μεμονωμένων στοιχείων όπως αυτά προκύπτουν από τη διατύπωση των κριτηρίων αναθέσεως που απαριθμούνται στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων. Πράγματι, για την εξέταση των εν λόγω κριτηρίων είναι απαραίτητο να συνεκτιμηθεί μεταξύ άλλων το πλαίσιο της αξιολογήσεώς τους.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point29"></a>29      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε τέτοια εξέταση, διευκρινίζοντας, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσκόμιση αποδείξεων σχετικά με παλαιότερες συμβάσεις απαιτούνταν κατά το στάδιο της εξετάσεως των κριτηρίων αναθέσεως και ότι, στο πλαίσιο αυτό, παρείχε στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να εκτιμήσει την αξιοπιστία των υποβληθεισών προσφορών, ιδίως ως προς τη δυνατότητα υλοποιήσεως των προτεινόμενων τεχνικών λύσεων ή της καταλληλότητας του προσωπικού σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προσφορών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point30"></a>30      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, καθώς και για την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνει υπόψη. Επομένως, η διαπίστωση των ως άνω πραγματικών περιστατικών και η εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, υπό την επιφύλαξη της παραμορφώσεώς τους, δεν αποτελούν νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (διάταξη Power-One Italy κατά Επιτροπής, C‑372/11 P, EU:C:2012:462, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point31"></a>31      Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μην απαιτείται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (διάταξη Power-One Italy κατά Επιτροπής, C‑372/11 P, EU:C:2012:462, σκέψη 57).</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point32"></a>32      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο ΕΜΑ ζητούσε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την «εφαρμογή στην πράξη» των απαριθμούμενων στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων κριτηρίων αναθέσεως, με πρόδηλο σκοπό να ελέγξει εάν οι διαγωνιζόμενοι έχουν προσφάτως εφαρμόσει τις μεθόδους και τις διαδικασίες που παρουσιάζουν σε σχέση με τα διάφορα κριτήρια αναθέσεως, και όχι προς επανεξέταση της πείρας τους.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point33"></a>33      Δεδομένου πάντως ότι οι αναιρεσείουσες δεν ζητούν από το Δικαστήριο να κρίνει εάν το Γενικό Δικαστήριο προέβη έτσι σε παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά να διαπιστώσει ότι, βάσει των εν λόγω στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να κρίνει ότι αυτά αποτελούν κριτήρια επιλογής και όχι αναθέσεως, κατ’ ουσίαν ζητούν από το Δικαστήριο να προβεί κατ’ αναίρεση σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητάς του.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point34"></a>34      Επομένως, το επιχείρημα αυτό των αναιρεσειουσών κρίνεται απαράδεκτο.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point35"></a>35      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος.</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως</i></p>
<p class="C06Titre3"> Επιχειρήματα των διαδίκων</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point36"></a>36      Με τον λόγο αυτόν, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη συνεκτίμηση, κατά το στάδιο της αναθέσεως, της πείρας την οποία έχουν αποκτήσει οι διαγωνιζόμενοι στο πλαίσιο παλαιότερων συμβάσεων με την ίδια αναθέτουσα αρχή.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point37"></a>37      Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού προβάλλεται, αφενός, ότι με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο κακώς δέχθηκε ότι η εν λόγω νομολογία έχει εν προκειμένω εφαρμογή και, αφετέρου, ότι με τη σκέψη 57 της αποφάσεως αυτής το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε συσταλτικά την προαναφερθείσα νομολογία, δεχόμενο ότι, κατά τη νομολογία αυτή, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να στηριχθεί, όσον αφορά την πείρα των διαγωνιζομένων, ούτε στις συμβάσεις που έχουν συνάψει παλαιότερα με αυτήν ούτε σε αυτές που έχουν συνάψει με οποιαδήποτε άλλη αναθέτουσα αρχή.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point38"></a>38      Κατά τον ΕMA, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.</p>
<p class="C06Titre3"> Εκτίμηση του Δικαστηρίου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point39"></a>39      Οι αιτιάσεις που προσάπτονται στο Γενικό Δικαστήριο σχετικά με τη συνεκτίμηση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί παλαιότερα μεταξύ του διαγωνιζομένου και της αναθέτουσας αρχής στηρίζονται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point40"></a>40      Πράγματι, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι η πείρα που έχουν αποκτήσει οι διαγωνιζόμενοι στο πλαίσιο συμβάσεων με την αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, κατά το στάδιο της αναθέσεως, για την αξιολόγηση των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών των προσφορών. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε, με τη σκέψη 57 της αποφάσεως αυτής, ότι οι εν λόγω συμβάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών μιας προσφοράς, βάσει των οποίων η αναθέτουσα αρχή μπορεί, όπως εν προκειμένω, να εκτιμήσει την αξιοπιστία των υποβληθεισών προσφορών ως προς τη δυνατότητα υλοποιήσεως των προτεινόμενων τεχνικών λύσεων ή την καταλληλότητα των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προσφορών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point41"></a>41      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε κατά τρόπο εσφαλμένο τη νομολογία που παρέθεσε στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι η κρίση του ότι η πείρα που έχει αποκτηθεί από άλλες αναθέτουσες αρχές δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως χωριστό κριτήριο αναθέσεως ισχύει μόνο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ποιότητας των προσφορών κατά το στάδιο της αναθέσεως.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point42"></a>42      Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, οι παλαιότερες συμβάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη, ανεξαρτήτως της αναθέτουσας αρχής με την οποία έχουν συναφθεί, ως αποδεικτικό στοιχείο των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών μιας προσφοράς.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point43"></a>43      Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.</p>
<p class="C05Titre2"> <i>Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως</i></p>
<p class="C06Titre3"> Επιχειρήματα των διαδίκων</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point44"></a>44      Πρώτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα επιχειρήματα τους σχετικά με το έκτο κριτήριο αναθέσεως που παρατίθεται στο σημείο 16.1.2.6 της συγγραφής υποχρεώσεων, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν τη σημασία του.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point45"></a>45      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο κακώς περιόρισε την εκτίμησή του όσον αφορά την ακρίβεια και τη σαφήνεια του προαναφερθέντος κριτηρίου αναθέσεως αποκλειστικά στο περιεχόμενο της εκθέσεως αξιολογήσεως. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τη διατύπωση του κριτηρίου αυτού.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point46"></a>46      Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο, επικεντρώνοντας την εξέτασή του στον σκοπό και όχι στη διατύπωση του έκτου κριτηρίου, παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθώς δεν απάντησε στα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point47"></a>47      Ο EMA υποστηρίζει, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών. Αφετέρου, επισημαίνει ότι, με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να επανεξετάσει επιχειρήματα τα οποία είχαν προβάλει πρωτοδίκως και τα οποία επαναφέρουν κατ’ αναίρεση.</p>
<p class="C06Titre3"> Εκτίμηση του Δικαστηρίου</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point48"></a>48      Διαπιστώνεται εξαρχής ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Πράγματι, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 70 της προσφυγής τους, καθώς και από τα σημεία 70 και 71 του υπομνήματος απαντήσεως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ρητώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ ουσίαν, ότι «ουδόλως δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ελάμβαναν οι ίδιες ακόμη υψηλότερη βαθμολογία ως προς το κριτήριο αυτό, εάν μπορούσε να αξιολογηθεί αντικειμενικά η προσφορά τους».</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point49"></a>49      Επομένως, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό, με τη σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες δεν υποστήριξαν ότι η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της διαφάνειας θα είχε ως συνέπεια την άνιση μεταχείριση των διαγωνιζομένων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point50"></a>50      Δεύτερον, με τις σκέψεις 71 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε συγκεκριμένα το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθούν και να βαθμολογηθούν αντικειμενικά οι προσφορές των διαγωνιζομένων βάσει του έκτου κριτηρίου αναθέσεως που προβλεπόταν στο σημείο 16.1.2.6 της συγγραφής υποχρεώσεων.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point51"></a>51      Συναφώς, διαπιστώνεται, αφενός, ότι στη σκέψη 71 της εν λόγω αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στη διατύπωση του κριτηρίου αυτού.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point52"></a>52      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι σκοπός του εν λόγω κριτηρίου ήταν να αξιολογηθεί η αντίληψη των διαγωνιζομένων σχετικά με τις συνέπειες που μπορούν να έχουν επί των συστημάτων λογισμικού οι τεχνολογικές εξελίξεις που αυτοί έχουν εντοπίσει.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point53"></a>53      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε μόνον το επιχείρημα των αναιρεσειουσών, όπως αυτό προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως, αλλά, επιπλέον, τον αντικειμενικό χαρακτήρα του έκτου κριτηρίου, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο.</p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point54"></a>54      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, ομοίως δε και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της εν μέρει ως αβάσιμη και εν μέρει ως απαράδεκτη.</p>
<p class="C04Titre1"> <b>Επί των δικαστικών εξόδων</b></p>
<p class="C01PointnumeroteAltN"><a name="point55"></a>55      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή ο ΕΜΑ ζήτησε να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα έξοδα και οι τελευταίες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.</p>
<p class="C41DispositifIntroduction">Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:</p>
<p class="C08Dispositif">1)      <b>Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.</b></p>
<p class="C08Dispositif">2)      <b>Καταδικάζει τις European Dynamics Belgium SA, European Dynamics Luxembourg SA, Ευρωπαϊκή Δυναμική — Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE και European Dynamics UK Ltd στα δικαστικά έξοδα.</b></p>
<p class="C77Signatures">(υπογραφές)</p>
<p class="C19Centre">
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Υπερχρεωμένα: Διαγράφονται οι οφειλές μέχρι 20.000 ευρώ υπό προϋποθέσεις, με το άρθρο 5Α του Ν.3869/2010</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%87%cf%81%ce%b5%cf%89%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b9-%ce%bf%ce%b9-%ce%bf%cf%86%ce%b5%ce%b9%ce%bb%ce%ad/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 26 Apr 2016 13:23:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18408</guid>

					<description><![CDATA[Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*   Νέα απόφαση αυτήν την φορά από το Ειρηνοδικείο Αγρινίου, έρχεται να απαλλάξει πλήρως οφειλέτη-δανειολήπτη από χρέη του που δεν ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ, με βάση το αρθρο 5Α του ν.3869/2010. Η απόφαση αυτή, έρχεται σε μια χρονική στιγμή,...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*</em></strong></p>
<p><em> </em></p>
<p>Νέα απόφαση αυτήν την φορά από το Ειρηνοδικείο Αγρινίου, έρχεται να απαλλάξει πλήρως οφειλέτη-δανειολήπτη από χρέη του που δεν ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ, με βάση το αρθρο 5<sup>Α</sup> του ν.3869/2010. Η απόφαση αυτή, έρχεται σε μια χρονική στιγμή, που οι τράπεζες, ενώ γνωρίζουν το νόμο, αρνούνται από μόνες τους να προχωρήσουν σε διαγραφή των χρεών κάτω των 20.000 ευρώ, αναγκάζοντας τους δανειολήπτες να καταθέτουν αιτήσεις  και να υποβάλλονται σε έξοδα.</p>
<p>Σύμφωνα με το άρθρο 5α του ν.3869/2010 που προστέθηκε με το ν. 4336/14-8-2015: «1.Εφόσον ο οφειλέτης αποδεικνύει <strong>σωρευτικώς</strong> ότι:</p>
<p>α)κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης και της επικύρωσης δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιουσίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης,</p>
<p>β) τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ως συνδικαιούχου συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του σε πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ,</p>
<p>γ) οι οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση του κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου συνιστούν το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη,</p>
<p>δ) το ύψος των υπό β&#8217; οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και πάσης φύσεως προσαυξήσεων,</p>
<p>ε) οι περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρ.1,</p>
<p>στ) δεν υπάρχουν εμπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμένοι πιστωτές,</p>
<p>ζ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη καθ&#8217; όλη τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά και</p>
<p>η) είναι συνεργάσιμος σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας που θεσπίστηκε με Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος &#8211; Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ο ειρηνοδίκης δύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και εφόσον οι δανειστές που περιλαμβάνονται στην αίτηση δεν αμφισβητούν, κατά το χρόνο της συζήτησης της αιτήσεως τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, να διατάξει, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση».</p>
<p>Στην δε παρ.2 ορίζεται  ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται αρχικώς προσωρινά για διάστημα 18 μηνών. Αν μέχρι τότε δεν έχει υπάρξει κάποια αγωγή ή απόφαση περί καταδολίευσης δανειστών και, εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, αφού παρέλθει  το διάστημα των  δεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του Ν.3869/2010.</p>
<p>Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω διαστήματος των 18 μηνών, ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώνει οποτεδήποτε καταστεί αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο ανά τρίμηνο, από την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1, τη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην οποία τηρείται ο φάκελος του, για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής περιουσιακής του κατάστασης και των πάσης φύσεων εισοδημάτων του ιδίου και της οικογενείας του.</p>
<p>Σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης, ή σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει να ενημερώσει ειλικρινώς το φάκελο του σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και της οικογενείας του, τότε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης κηρύσσεται έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του.</p>
<p>Με βάση τα ανωτέρω το Ειρηνοδικείο Αγρινίου έκρινε ότι ο οφειλέτης που έκανε την αίτηση και που α) δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιουσίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης, β) τα περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ως συνδικαιούχου συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του σε πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, γ) το ύψος των οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και πάσης φύσεως προσαυξήσεων δ) οι περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρ.1, ε) δεν υπάρχουν εμπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμένοι πιστωτές, στ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του καθ&#8217; όλη τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά, πρέπει να απαλλαγεί αρχικώς για διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί καταδολίευσης δανειστών. Εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και αφού παρέλθει  το ανωτέρω διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης  θα απαλλαχθεί από το υπόλοιπο των χρεών του σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του Ν.3869/2010.</p>
<p><strong> </strong></p>
<p><strong>Αναστασία Χρ. Μήλιου </strong></p>
<p>Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών</p>
<p>Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή</p>
<p>Τηλ. 213-0338950,  6945-028153</p>
<p>e-mail: <a href="mailto:natmil@otenet.gr">natmil@otenet.gr</a>,</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>η αποχή των δικηγόρων ως λόγος ανωτέρας βίας: ΑΠ 820/2015</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%ce%b7-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%87%ce%ae-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b7%ce%b3%cf%8c%cf%81%cf%89%ce%bd-%cf%89%cf%82-%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b1%ce%bd%cf%89%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b1/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 06 Apr 2016 10:23:45 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18323</guid>

					<description><![CDATA[ΑΠ 820/2015 Πρόεδρος : Βασιλική Θάνου Χριστοφίλου Εισηγητής  : Γεώργιος Σακκάς Μέλη :  Χαράλαμπος Καλαματιανός &#8211;  Ειρήνη Καλού –  Σοφία Ντάντου Δικηγόροι : Δημήτριος Γίτσας &#8211; Δημήτριος Γιώτσας     Κείμενο απόφασης ΑΠ 820/2015 &#160; ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ   Κατά το άρθρο 152...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p align="center"><b>ΑΠ 820/2015</b></p>
<p align="center"><b>Πρόεδρος : Βασιλική Θάνου Χριστοφίλου</b></p>
<p align="center"><b>Εισηγητής  : Γεώργιος Σακκάς</b></p>
<p align="center"><b>Μέλη :  Χαράλαμπος Καλαματιανός &#8211;  Ειρήνη Καλού –  Σοφία Ντάντου</b></p>
<p align="center"><b>Δικηγόροι : Δημήτριος Γίτσας &#8211; Δημήτριος Γιώτσας</b></p>
<p align="center"><b> </b></p>
<p align="center"><b><i> </i></b></p>
<p align="center"><b><i>Κείμενο απόφασης ΑΠ 820/2015</i></b></p>
<p align="center">
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ</p>
<p>  Κατά το άρθρο 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων σε προηγούμενη κατάσταση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 652 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., η προθεσμία της αναίρεσης, επί των μισθωτικών διαφορών, είναι δεκαπέντε (15) ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει τα ένδικα μέσα διαμένει στην Ελλάδα. Η προθεσμία της αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα που αίρεται το κώλυμα, το οποίο συνιστά ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου. Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Η ύπαρξη παντός πταίσματος κατά την απώλεια μιας δικονομικής προθεσμίας (Κ.Πολ.Δ. 152 παρ. 2), ακόμη και ελαφράς αμέλειας του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας (ΑΠ 518/2010). Περίπτωση ανώτερης βίας δεν συνιστά άνευ ετέρου η αποχή των δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων, που απορρέουν από το δημόσιο λειτούργημα που ασκούν (άρθρ. 1 και 34 ν. 4194/2013 &#8220;Κώδικα Δικηγόρων&#8221;) παρά μόνον, εφόσον συντρέχουν, πρόσθετες ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Διότι, κατ&#8217; εξαίρεση, επιτρέπεται στο διάδικο η παράσταση και η διενέργεια πράξεως χωρίς δικηγόρο ενώπιον παντός δικαστηρίου ή δικαστικής υπηρεσίας για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου (άρθρα 94 παρ. 2γ Κ.Πολ.Δ., 36 παρ. 1 εδ. δ&#8217; ν. 4194/2013 &#8220;Κώδικα Δικηγόρων&#8221;), όπως η άσκηση των ενδίκων μέσων, οπότε η τυχόν αποχή των δικηγόρων από την άσκηση καθηκόντων ενώπιον δικαστικών αρχών δεν επηρεάζει τον επιμελή διάδικο από την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, δυνάμενο να καταθέσει αυτοπροσώπως το σχετικό δικόγραφο (στου οποίου τη σύνταξη, που δεν αποτελεί διαδικαστική πράξη, ο δικηγόρος δεν κωλύεται εκ της αποχής) και επιφυλασσόμενο να το συμπληρώσει με πρόσθετους λόγους. Και περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους δεν εξικνείται μέχρι τη ματαίωση του δικαιώματος των πολιτών για την παροχή δικαστικής προστασίας. Γι&#8217; αυτό και σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως είναι εμπειρικώς γνωστό στο χώρο λειτουργίας της δικαιοσύνης, κατά την διάρκεια αποχής, χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ειδική άδεια σε δικηγόρους για την επιχείρηση πράξεων προς αποτροπή της απώλειας δικονομικών προθεσμιών ή της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής. Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί η αποχή των δικηγόρων ως ανώτερη βία, που οδήγησε στην απώλεια προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου, πρέπει ο διάδικος, που ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να επικαλείται και να αποδεικνύει, αφενός ότι αυτός βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να το ασκήσει αυτοπροσώπως μέσα στη νόμιμη προθεσμία και αφετέρου ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή αδείας από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά έτυχε αρνητικής απαντήσεως (ΑΠ 1155/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων σωρεύει στο δικόγραφο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, που ασκήθηκε την 2-1-2015, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δίκασε την επίδικη μισθωτική διαφορά, του επιδόθηκε την 8-12-2014 και ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Δημήτριος Γίτσας (Αθηνών) και Πέτρος Δημοβέλης (Λάρισας) απείχαν από τα καθήκοντά τους, ακολουθώντας τις σχετικές αποφάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων Αθήνας και Λάρισας αντίστοιχα, η δε αποχή διήρκεσε από 8-12-2014 έως και 30-12-2014 και ότι ο ίδιος αδυνατούσε να συντάξει και να καταθέσει δικόγραφο αναιρέσεως λόγω του ότι απαιτούνται ειδικές νομικές γνώσεις. Με το περιεχόμενο αυτό, το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να θεωρηθεί ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, είναι μη νόμιμο. Πράγματι, υπό τις περιστάσεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, η αποχή των δικηγόρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανώτερη βία, αφού δεν αναφέρεται ούτε ότι οι δικηγόροι του, για να αποφύγουν την απώλεια της προθεσμίας, ζήτησαν άδεια που δεν χορηγήθηκε από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε ότι ο ίδιος είχε ανυπέρβλητο λόγο που τον εμπόδισε να καταθέσει αρμοδίως, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενεργούντος αυτοπροσώπως και χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου. Επομένως το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας κατάσταση πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της 15νθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε&#8217; Κ.Πολ.Δ.).</p>
<p>&nbsp;</p>
<p align="center">ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ</p>
<p> Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν την απώλεια της προθεσμίας αναιρέσεως κατάσταση.</p>
<p>Απορρίπτει την από 2-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 237/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.</p>
<p>Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Και</p>
<p>Διατάζει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο με αριθμό Η 7806918/2-1-2015 Β&#8217; Δ.Ο.Υ. Λάρισας.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παράνομο έκρινε το δικαστήριο το πρόστιμο που επιβάλει το ΣΕΠΕ για  τη μη δηλωμένη εργασία</title>
		<link>https://nomika-nea.gr/%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%bf-%ce%ad%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%b5-%cf%84%ce%bf-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%bf-%cf%80%cf%81%cf%8c%cf%83/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ελένη Τροβά]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 Mar 2016 10:07:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Νομοlawγία]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΗ ΔΗΛΩΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΕΠΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://nomika-nea.gr/?p=18278</guid>

					<description><![CDATA[Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου &#160; Όσοι έχουν επιχειρήσεις ή εταιρείες όπου απασχολούν προσωπικό, γνωρίζουν ότι από το 2013 δημοσιεύτηκε νέα απόφαση του Υπουργού Εργασίας που προβλέπει πολύ υψηλά πρόστιμα, σχετικά με συγκεκριμένες παραβάσεις εργοδοτών, σε μια απόπειρα να καταπολεμηθεί η μαύρη εργασία. Η...]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong><em>Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου</em></strong></p>
<p>&nbsp;</p>
<p>Όσοι έχουν επιχειρήσεις ή εταιρείες όπου απασχολούν προσωπικό, γνωρίζουν ότι από το 2013 δημοσιεύτηκε νέα απόφαση του Υπουργού Εργασίας που προβλέπει πολύ υψηλά πρόστιμα, σχετικά με συγκεκριμένες παραβάσεις εργοδοτών, σε μια απόπειρα να καταπολεμηθεί η μαύρη εργασία.</p>
<p>Η υπουργική απόφαση αφορά αποκλειστικά την επιβολή προστίμου της εργατικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα στην περίπτωση της διαπίστωσης από τα ελεγκτικά όργανα του Σ.ΕΠ.Ε.: α) μη αναγραφής των στοιχείων κάποιου ή κάποιων εργαζομένων, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, στον πίνακα προσωπικού (Ηλεκτρονικό Έντυπο Ε4) που οφείλει να έχει υποβάλει και να έχει αναρτήσει, σε προσιτό για τους εργαζομένους σημείο στην επιχείρησή του κάθε εργοδότης και β) μη επίδειξης ορισμένων εντύπων  που οφείλει να τηρεί στην επιχείρησή του κάθε εργοδότης, χειρόγραφα ή ηλεκτρονικά όπως:</p>
<p>1) Το βιβλίο υπερωριών, που προβλέπεται να τηρείται υποχρεωτικά (χειρόγραφα ή ηλεκτρονικά) από όλες τις επιχειρήσεις που απασχολούν προσωπικό, είτε αυτό πραγματοποιεί υπερωριακή εργασία είτε όχι.</p>
<p>2)Το βιβλίο ημερησίων δελτίων απασχολουμένου προσωπικού οικοδομικών και τεχνικών έργων, που τηρείται υποχρεωτικά από κάθε εργοδότη που εκτελεί οποιαδήποτε οικοδομική εργασία ή τεχνικό έργο και αντικαθιστά την υποχρέωση των εργοδοτών αυτών θεώρησης για το προσωπικό τους πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας.</p>
<p>3) Των εντύπων γνωστοποίησης όρων εργασίας το αργότερο εντός δύο (2) μηνών ή συμβάσεων εργασίας του <a href="http://www.taxheaven.gr/laws/law/index/law/308">Π.Δ. 156/1994</a>. Αντίγραφα των εντύπων αυτών που συμπληρώνονται από τον εργοδότη ή των συμβάσεων εργασίας που υπογράφονται με τους εργαζομένους, σύμφωνα με το παραπάνω Π.Δ., πρέπει να επιδίδονται σ&#8217; αυτούς από την πρόσληψή τους και δεν απαιτείται η επίδοσή τους σε εργαζομένους που συνάπτουν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μικρότερης διάρκειας του μήνα (άρθρο 3 του Π.Δ.) και</p>
<p>4) Των εκκαθαριστικών σημειωμάτων αποδοχών του προσωπικού για το τελευταίο τουλάχιστον 3μηνο.</p>
<p>Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για τις παραβάσεις αυτές ορίζονται ως εξής</p>
<p><strong>ΓΙΑ ΜΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΩΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ:</strong></p>
<p>Επιβαλλόμενο πρόστιμο: ο κατώτατος νόμιμος νομοθετημένος μισθός, μη προσαυξημένος για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί (18) δεκαοχτώ μήνες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο &#8211; υπάλληλο και το κατώτατο νόμιμο νομοθετημένο ημερομίσθιο, μη προσαυξημένο για κάθε τριετία προϋπηρεσίας επί τετρακόσιες τρεις (403) ημέρες εργασίας για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο &#8211; εργατοτεχνίτη, ανάλογα με την ηλικιακή διάκριση όπως αναφέρεται κατωτέρω:<br />
Συγκεκριμένα για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο</p>
<table width="100%">
<tbody>
<tr>
<td></td>
<td>Μισθός</td>
<td>Επί Μήνες Εργασίας</td>
<td>Επιβαλλόμενο Πρόστιμο</td>
</tr>
<tr>
<td>Για υπάλληλο ηλικίας άνω των 25 ετών</td>
<td>586,08</td>
<td>18</td>
<td>10.549,44€</td>
</tr>
<tr>
<td>Για υπάλληλο ηλικίας κάτω των 25 ετών</td>
<td>510,95</td>
<td>18</td>
<td>9.197,10€</td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p>&nbsp;</p>
<table width="100%">
<tbody>
<tr>
<td></td>
<td>Ημερομίσθιο</td>
<td>Επί Ημέρες Εργασίας</td>
<td>Επιβαλλόμενο Πρόστιμο</td>
</tr>
<tr>
<td>Για εργατοτεχνίτη ηλικίας άνω των 25 ετών</td>
<td>26,18</td>
<td>403</td>
<td>10.550,54€</td>
</tr>
<tr>
<td>Για εργατοτεχνίτη ηλικίας κάτω των 25 ετών</td>
<td>22,83</td>
<td>403</td>
<td>9.200,49€</td>
</tr>
</tbody>
</table>
<p>β) Σε περίπτωση υποτροπής της επιχείρησης / εργοδότη για την παραπάνω παράβαση, επιβάλλεται, πέραν των ανωτέρω χρηματικών προστίμων, προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης στις οποίες έχει διαπραχθεί η παράβαση.</p>
<p>Τα ανωτέρω πρόστιμα είναι πολύ υψηλά και κυριολεκτικά γονατίζουν οικονομικά τις μικρές κυρίως επιχειρήσεις στις οποίες επιβάλλονται. Δικαστικά δε μέχρι τώρα, δεν υπήρχε κάποιος αποτελεσματικός τρόπος να μειωθούν ή να μην επιβληθούν ή ακόμα και να ανασταλούν. Σημειωτέον ότι κατά της απόφασης επιβολής προστίμου προβλέπεται διοικητική προσφυγή, η εκδίκαση της λαμβάνει χωρά μετά από 2-5 έτη. Το πρόστιμο όμως είναι σχεδόν άμεσα εισπρακτέο καθώς μετά το ΣΕΠΕ βεβαιώνεται στην Εφορία. Οι αιτήσεις αναστολής συνήθως δεν ευδοκιμούσαν, αφού υπήρχε η γραμμή άμεσης είσπραξης των προστίμων για εισροή χρήματος στο δημόσιο ταμείο.</p>
<p>Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Λάρισας με την πρωτοποριακή απόφαση 153/2016 έρχεται να δώσει νέα νομική οπτική στο θέμα του συγκεκριμένου υπέρογκου προστίμου και να  κρίνει  ότι το πρόστιμο των 10.549,94 ευρώ που επιβάλλεται για κάθε εργαζόμενο που δεν έχει αναγραφεί στον πίνακα προσωπικού από τους ελεγκτές του Σ.ΕΠ.Ε. επιβάλλεται παρανόμως στην εργοδότρια επιχείρηση. Και τούτο διότι δεν υπάρχει εξουσιοδοτική διάταξη στον νόμο 3996/2011 για την έκδοση της απόφασης 27397/122/19.8.2013 του υπουργού Εργασίας, οπότε το πρόστιμο των 10.549,94 ευρώ επιβλήθηκε κατά παράβαση του νόμου σε βάρος της συγκεκριμένης επιχείρησης που προσέφυγε στο δικαστήριο.</p>
<p>Όπως σημειώνεται στην απόφαση «λαμβάνοντας υπόψη ότι η Διοίκηση επέβαλε το οικείο πρόστιμο κατά δέσμια αρμοδιότητα των αρμόδιων Επιθεωρητών Εργασίας, βάσει των ορισμών του άρθρου 1 της 27397/122/19.8.2013 απόφασης του Υπουργού και του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας, δηλαδή βάσει διατάξεων κανονιστικής πράξης, που βρίσκονται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, και ως εκ τούτου ανίσχυρων και μη εφαρμοστέων, το Δικαστήριο κρίνει, κατ&#8217; αυτεπάγγελτο έλεγχο (άρθρο 79 παρ.1 εδάφιο β&#8217; περίπτωση β&#8217; του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας), ότι παρανόμως επιβλήθηκε σε βάρος της προσφεύγουσας το επίδικο πρόστιμο με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία για το λόγο αυτό πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής».</p>
<p>Η απόφαση αυτή είναι σημαντική διότι ανοίγει το δρόμο και σε άλλα δικαστήρια να την ακολουθήσουν και να ακυρώσουν τα υπέρογκα αυτά πρόστιμα. Μένει μόνο να δούμε αν και τα υπόλοιπα δικαστήρια είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν την δικονομική σκέψη της ανωτέρω απόφασης και να οδηγηθούν στο ίδιο συμπέρασμα ή θα κάνουν δεκτά τα πρόστιμα απορρίπτοντας τις προσφυγές.</p>
<p><strong>                      ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ  ΧΡ.  ΜΗΛΙΟΥ </strong></p>
<p>ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ</p>
<p>Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή, Αθήνα</p>
<p>&nbsp;</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
