H εισήγηση του Αθ. Γεωργιάδη στη Σχολή Δικαστών

H εισήγηση του Αθ. Γεωργιάδη στη Σχολή Δικαστών

Εισήγηση, Αθανασίου Γ. Γεωργιάδη, δικηγόρου παρ΄ Α.Π.,
γενικού γραμματέα της Εταιρείας Νομικών Βορείου Ελλάδος και
διαχειριστή της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία
«ΑΘ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ – ΑΓ. ΚΑΪΤΕΖΙΔΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΑΕΔΕ» και
το διακριτικό τίτλο «LEX ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ»
___________________________________________________________
ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
ΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ – ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ
ΜΕ ΘΕΜΑ :
«Η άσκηση του δικαστικού και εισαγγελικού
λειτουργήματος : Προβλήματα και προοπτικές»
(ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 30-31 Ιανουαρίου 2014)
______________________________
Αξιότιμοι
Κύριε Πρόεδρε του Αρείου Πάγου
Κυρία Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Κύριε Γενικέ Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών
Κυρίες και Κύριοι Δικαστές και Εισαγγελείς όλων των βαθμίδων
Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι

Είναι ιδιαίτερη η τιμή που έγινε στο πρόσωπό μου και στην Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος από τους Διευθύνοντες τη Σχολή – και τους ευχαριστώ γι΄ αυτό – να με περιλάβουν στον κατάλογο των εισηγητών στο ιδιαίτερης βαρύτητας αυτό σεμινάριο της Σχολής με γενικό θέμα την άσκηση του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργήματος: Προβλήματα και προοπτικές. Συμπεριλήφθηκα να πραγματευθώ μαζί με τον Προϊστάμενο του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εφέτη κ. Παναγιώτη Παυλίδη και τον Αντεισαγγελέα Εφετών κ. Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο το επιμέρους θέμα: «ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ (δικαστικών λειτουργών – δικηγόρων – δικαστικών υπαλλήλων)». Θα μου επιτρέψετε να μη ασχοληθώ με τους δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίο αναμφίβολα ασκούν ένα δύσκολο έργο και βρίσκονται μεταξύ των συμπληγάδων που στήνουν οι δικαστές και εμείς οι δικηγόροι, θέτοντάς τους υπό διαρκή πίεση και έλεγχο, καθώς γι΄ αυτούς με ελάχιστες εξαιρέσεις από την 35ετή συνεργασία μαζί τους, εννοώντας τη λέξη «συνεργασία», έχω θετική άποψη.

Κυρίες και Κύριοι,
Κατ΄ αντίθεση προς το Χριστό που ήταν ένας ακτιβιστής της εποχής του και πρέσβευε την δικαιοσύνη και την ισότητα αλλά που επαγγέλονταν τη μετά θάνατο σωτηρία της ψυχής και την τελική απόδοση δικαιοσύνης, ένας σύγχρονος, πολύ μεγάλος ακτιβιστής που πέθανε τον περασμένο Δεκέμβριο (5.12.2013) και τιμήθηκε από όλο τον κόσμο για τους αγώνες του για ισότητα και δικαιοσύνη, ήταν ο δικηγόρος Νέλσον Μαντέλα ο οποίος έλεγε «ότι οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν» και γι΄ αυτό πίστευε ότι η δικαιοσύνη θα πρέπει να αποδίδεται στη διάρκεια της ζωής τους. Αυτό πιστεύω και εγώ καθώς και όλες οι συντεταγμένες πολιτείες, που στα Συντάγματα των οποίων αναγορεύουν το θεσμό της Δικαιοσύνης σε πυλώνα της δημοκρατίας, της σταθερότητας, της ειρήνης κλπ. Η Δικαιοσύνη, λοιπόν, επειδή η ίδια η ζωή των ανθρώπων είναι ο παράδεισος και η κόλασή τους, πρέπει να απονέμεται στη διάρκεια της ζωής τους. Το ότι κάποιες αποφάσεις μένουν στην ιστορία, αυτό είναι ιστορία με ό,τι η έννοια της ιστορίας συνεπάγεται.
Αν αυτό είναι το ζητούμενο, που είναι, δηλαδή η απονομή δικαιοσύνης στη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής του θύτη και του θύματος (αν ζει το ίδιο το θύμα – άλλως των οικείων του), ώστε να τιμωρηθεί αυτός που έβλαψε το συνάνθρωπό του και το κοινωνικό σύνολο, η ευθύνη όσων ασχολούνται με αυτή είναι τεράστια. Αυτοί καθορίζουν ως ένα μεγάλο ποσοστό το τμήμα εκείνο της κόλασης και παράλληλα του καθαρτηρίου που του αναλογεί για τη συγκεκριμένη πράξη του.
Στην απονομή της δικαιοσύνης συμπλέκονται κατ΄ ανάγκη από αρχαιοτάτων ετών τρεις βασικές κατηγορίες παραγόντων εκτός από τους διαδίκους: ο κατήγορος, ο συνήγορος και το Δικαστήριο. Ο κατήγορος εκφράζει κατά κανόνα την καθεστηκυία τάξη, την τάξη που άρχει και επέβαλε τους συγκεκριμένους κανόνες και τους τιμωρητικούς νόμους σε περίπτωση παράβασης των κανόνων αλλά και τον πολίτη που αντλεί δικαιώματα από αυτούς, ο συνήγορος είναι αυτός που υπό διπλή ιδιότητα, ανάλογα με τη θέση του, βοηθά με τις νομικές του γνώσεις (και όχι μόνον, καθώς εκφράζει και τις τάσεις που διαμορφώνει κάθε φορά η κοινωνία στη συνέχεια του ιστορικού γίγνεσθαι) τον συνάνθρωπό του να εκφράσει τις δικές του θέσεις και απόψεις απέναντι είτε στον κατήγορο είτε στον αντίδικο συνάνθρωπό του. Ο Δικαστής, τέλος, είναι αυτός που θα αποφασίσει, αυτός που θα κρίνει υπό τις δεδομένες διαμορφωμένες ιστορικά και κοινωνικά συνθήκες, που εν πολλοίς καταγράφηκαν ως νόμοι αποδεκτοί από συγκεκριμένη πλειοψηφία πολιτών σε δεδομένες χρονικές περιόδους. Αυτό ακριβώς το καθήκον των δικαστών δεν είναι μονοδιάστατο. Διαθέτοντας στα σύγχρονα συντάγματα όλου σχεδόν του κόσμου την ιδιότητα του φορέα μιας εκ των τριών συνιστωσών του δημοκρατικού πολιτεύματος, της εξουσίας της δικαιοσύνης, οφείλουν πρωτίστως να ελέγξουν συνταγματικά τον ίδιο το νόμο και μετά ερμηνεύοντάς τον να εντρυφήσουν στην υπόθεση που τους απασχολεί. ΄Ετσι, λοιπόν, θα καταγραφεί ο δικός τους ρόλος στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής τους, γιατί σκοπός τους είναι όχι απλά η απονομή της δικαιοσύνης με βάση το συγκεκριμένο προς εφαρμογή νόμο αλλά και η προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Οι δικαστές του δικηγόρου Μαντέλα που τον καταδίκασαν σε 27ετή φυλάκιση εφάρμοσαν απλά ένα νόμο που είχε επιβάλλει κάποτε ένα καθεστώς μιας κατ΄ επίφαση τότε δημοκρατικής χώρας. Η ίδια η Κυβέρνηση αργότερα της Ν. Αφρικής, το 1990, προέβη σε αναγνώριση του κόμματός του Μαντέλα και έτσι αργότερα αποκαταστάθηκε η πραγματική δημοκρατία στη χώρα αυτή . Αντίθετα, οι δικαστές του ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ αθώωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κιγκ που είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση για παραβίαση του νόμου περί λεωφορείων κρίνοντας αντισυνταγματικές τις φυλετικές διακρίσεις .
Με αυτές τις σκέψεις ελπίζω να κατέδειξα σ’ εσάς – ιδίως τους νέους και μέλλοντες δικαστικούς λειτουργούς τι φορτίο επωμίζεστε ή επιχειρείτε να επωμισθείτε, ακριβώς, γιατί βρίσκεστε απέναντι αλλά και δίπλα στις άλλες δύο εξουσίες, τη νομοθετική και την εκτελεστική.
Ως μαχόμενος επί 35 και πλέον έτη δικηγόρος, δεν μπορώ να πω ότι δικαιώνεται η θέση μου ως ένας δημόσιος λειτουργός που το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου (ά. 1 παρ. 1 ΚωδΔικηγ., ν. 4194/2013 (Α’ 208) και περιλαμβάνει την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων και συμμετοχή σε θεσμοθετημένα ελληνικά ή διεθνή όργανα (ά. 1 παρ. 2 ΚΔ) και όπου η θέση του δικηγόρου στην απονομή της δικαιοσύνης είναι να θεωρείται συλλειτουργός αυτής και ως τέτοια είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της (ά. 2 ΚπΔ) καθόσον υπερασπίζεται το Σύνταγμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα (ά. 5α’ ΚΔ), πλην όμως τηρεί απαραβίαστη εχεμύθεια υπέρ του εντολέα του και δεσμεύεται από το περιεχόμενο της εντολής που έλαβε εκτός κι αν έρχεται σε αντίθεση με το καθήκον του (ά. 5ε’ ΚΔ ).
Υποστηρίχθηκε στο παρελθόν σε ανάλογη ημερίδα από έγκριτο συνάδελφό μου , ότι η θέση των δικηγόρων είναι ‘απέναντι’ στους δικαστές. Εγώ όμως ισχυρίζομαι ότι η θέση του δικηγόρου είναι απέναντι και δίπλα στο δικαστή και βέβαια και στον Εισαγγελέα.
Εγώ, λοιπόν, ο δικηγόρος θα επιχειρήσω να αναδείξω το πρόβλημα του εντολέα μου με στόχο την ικανοποίηση του δικαιώματός του ή θα πασχίσω να τον βοηθήσω ότι οι θέσεις του αντιδίκου του ή του κατηγόρου του εν ευρεία εννοία (εννοώντας και την Πολιτεία διά του Εισαγγελέα ή των λοιπών θεσμικών – διοικητικών ιδίως – οργάνων της) δεν είναι ορθές. Επομένως θα αντιπαρατεθώ κατ’ ανάγκη είτε με τον κατήγορο εν ευρεία εννοία είτε με τον συνάδελφό μου δικηγόρο που εκπροσωπεί τον αντίδικο του εντολέα μου.
Έτσι, όμως, μοιραία επέρχονται συγκρούσεις, συγκρούσεις έντονες πολλές φορές, οι οποίες αμβλύνονται κυρίως από τους εξής παράγοντες, αξιακούς και τεχνοκρατικούς. Προτάσσω όμως τους δεύτερους για να δώσω έμφαση στους πρώτους:
Πρώτον με την τήρηση των δικονομικών κανόνων. Αυτοί εξασφαλίζουν την αντικειμενικότητα της διαδικασίας, είναι αυστηροί και δεν πρέπει να παραβιάζονται με κανένα τρόπο. Ο Δικαστής είναι ο εγγυητής της τήρησής τους και απαγορεύει αυστηρά κάθε παραβίαση όσο προφανές (ίσως και εύλογο) μπορεί να είναι πολλές φορές το αίτημα που προβάλλεται από το δικηγόρο. Οι δικονομίες δίνουν λύσεις σχεδόν στο σύνολο των προβλημάτων που ανακύπτουν και η αναγκαία τις περισσότερες φορές αυστηρότητα των ρυθμίσεών τους δημιουργούν εστίες έντασης μεταξύ δικηγόρων (και μεταξύ τους) και δικαστών. Επ΄ αυτού θα παραπέμψω σε σχετική εισήγησή μου προ 12 ετών (Ι/ριος 2002) από το ίδιο βήμα επί δ/νσεως της Σχολής από τον αείμνηστο Ευάγγελο Κρουσταλάκη, σε ημερίδα υπό τον τίτλο «Προβλήματα Απονομής Δικαιοσύνης» όπου λαβαίνοντας υπόψη μου συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες επισήμανα ότι κακή εφαρμογή τους δημιουργούσε προβλήματα. Δεν θα επεκταθώ όμως. Το συμπέρασμα είναι ότι ο μεν Δικαστής οφείλει να είναι αυστηρός αλλά και δεξιοτέχνης στην τήρηση των δικονομικών κανόνων, τούτο δε να το πράττει με συνέπεια και συνέχεια σε όλη του τη σταδιοδρομία, ο δε δικηγόρος αφενός και να τους γνωρίζει αλλά και να γνωρίζει τα όρια των δικών του αιτημάτων. Την κατάχρηση δικαιώματος την απαγορεύει και το Σύνταγμα. Στην πολιτική δικονομία έχουμε τη διάταξη του άρθρου 116.
Δεύτερον, με την παρουσία του δικαστή και των δικηγόρων γενικώς. Αυτή θα την ενέτασσα στην προηγούμενη κατηγορία, όμως θα δώσω έμφαση, γιατί η παρουσία αυτή υπό διάφορες εκφάνσεις (ατομική εμφάνιση, συνέπεια στο ωράριο, κακή διεύθυνση της συνεδρίασης από τους δικαστές ή εριστική συμπεριφορά από τους δικηγόρους, άγνοια ή παραβίαση δικονομικών κανόνων κλπ.) δημιουργεί εστίες έριδων και σχολιασμών. Το συμπέρασμα είναι ότι προσερχόμαστε κόσμιοι, εγκαίρως, με πλήρη συναίσθηση της υψηλής αποστολής μας και οι μεν και οι δε και διευκολύνουμε ο ένας τη θέση του άλλου. Θεωρώ μεγάλη πρόοδο προς την αναγκαία αυτή κατεύθυνση τη μαγνητοφώνηση των πρακτικών στην πολιτική δίκη. Εκεί καταγράφονται όλα. Όταν τα διαβάζουμε και οι μεν και οι δε αναγκαστικά κάνουμε την αυτοκριτική μας και μαθαίνουμε να μη επαναλάβουμε λάθη και συμπεριφορές. Είναι αξιοθαύμαστο να παρατηρήσετε στα πρακτικά αυτά πόσο αγενείς είμαστε. Η ευγένεια στη χώρα αυτή δεν περίσσεψε, ας περισσέψει στις μεταξύ μας σχέσεις, έστω και κατ΄ επίφαση. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.
Τρίτον, με τη γνώση του ουσιαστικού δικαίου αλλά και των κύριων χαρακτηριστικών της υπόθεσης που θα δικαστεί. Το να πω «βαθειά» γνώση του δικαίου δεν θα προσφέρω κάτι. Κάποιος κάποτε έλεγε «και ολίγα νομικά δεν βλάπτουν». Εννοώ ότι γνωρίζω την αποστολή μου, γνωρίζω την υπόθεσή μου και τους βασικούς κανόνες που τη διέπουν, ξέρω που να εστιάσω και ευπροσώπως επιχειρώ να την παρουσιάσω εγώ ως δικηγόρος στο Δικαστήριο είτε προφορικώς είτε γραπτώς. Το ίδιο περιμένω και από το δικαστή ώστε να κάνει τις εύστοχες ερωτήσεις ή, κατά την υπαγωγή, να ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά το νόμο με επάρκεια αιτιολογιών χωρίς αντιφάσεις και να δώσει ακολούθως τη σωστή λύση. Όμως από το Δικαστή περιμένω και κάτι άλλο’ περιμένω να με πείσει με τις αιτιολογίες του ακόμη κι αν υποστήριζα αντίθετη άποψη. Αυτό προσδίδει κύρος στο πρόσωπο του συγκεκριμένου δικαστή και εξυψώνει το θεσμό της δικαιοσύνης. Προχειρογραμμένες προτάσεις ή αποφάσεις από τη μία πλευρά ή τεράστια κείμενα με υπερβολικές μείζονες σκέψεις σχεδόν επί παντός του επιστητού –θύματα του «copy-paste»- και ελάχιστες υπαγωγικές σκέψεις ως προς το τι αποδεικνύεται, μας χαρακτηρίζουν όλους, χαρακτηρίζουν τους καλούς και κακούς δικαστές και δικηγόρους αντιστοίχως. Το συμπέρασμα είναι ότι οι πράξεις μας αναγκαστικά είναι αυτές που μας χαρακτηρίζουν καθώς γράφουν ιστορία: αυτός είναι ή ήταν καλός δικαστής ή δικηγόρος και άρα τον σεβόμαστε, ή, αυτός δεν είναι καλός και άρα δεν τον υποληπτόμαστε παρά κατ΄ ανάγκη ως θεσμικό όργανο. Παλιότερα οι δικαστές δεν αιτιολογούσαν προφορικά την κρίση τους κατά την απαγγελία των ποινικών αποφάσεων. Αυτοί που ξεκίνησαν να το κάνουν λίγες δεκαετίες πριν σχολιάσθηκαν ευμενώς από τους δικηγόρους και πέρασαν στην ιστορία ως καλοί δικαστές με κεφαλαίο το ‘Κ’, όπως και εκείνοι που με σαφήνεια επιχειρημάτων στις πολιτικές αποφάσεις έπεισαν. Αυτό ισχύει σε όλες τις βαθμίδες της δικαιοσύνης, αν λάβετε υπόψη σας ότι η νομολογία κάνει μεταστροφές ακόμη και σε επίπεδο ολομελείας Αρείου Πάγου. Εδώ θα μπορούσα να αναφέρω από τη μέχρι τώρα σταδιοδρομία μου πλείστα παραδείγματα.
Τέταρτον με την επίδειξη κοινωνικής συμπεριφοράς. Ζείτε οι δικαστές και ζούμε οι δικηγόροι στην ίδια κοινωνία και κρινόμαστε για τις πράξεις και τις συμπεριφορές μας. Η κοινωνία είναι πολύ αυστηρός κριτής και έτοιμη να κατασπαράξει αυτόν που έχει αποκλίνουσα συμπεριφορά όχι από το δικό της μέσο όρο αλλά από το επίπεδο του ιδανικού. Ας μη δυσκολεύουμε τα πράγματα μεταξύ μας. Χαιρετήστε μας εσείς πρώτοι και μη περιμένετε από μας, μιλήστε μας εσείς πρώτοι. Την «απάθεια» που σας διδάσκουν οι δικαστές-καθηγητές σας κρατείστε την για το ακροατήριο. Στους διαδρό-μους, στα fora και στις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής είμαστε όλοι αν-θρωποι, παιδιά του ίδιου Θεού και πρεσβεύουμε περίπου τις ίδιες αξίες αφού μας ενώνει αυτό που δημιουργεί τα συστατικά και το αποκαλούμε έθνος, έθνος δημοκρατικό.
Πέμπτον – αλλά σπουδαιότερο όλων και όχι ίσως αυτονόητο – με την ύπαρξη και επίδειξη ήθους. Ως ήθος του ατόμου εννοούμε την υπεύθυνη συμπεριφορά του, με πράξεις ή παραλείψεις τις οποίες το άτομο επέλεξε, αφού στάθμισε τα υπέρ και τα εναντία μέσα στις συγκεκριμένες περιστάσεις όπου βρέθηκε, με προσδοκία κάποιο κέρδος για τον εαυτό του ή για άλλους και ιδίως την ολότητα. Αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από την ιστορία του όρου όπου ο Ηράκλειτος το αποκαλεί ως «Ήθος ανθρώπω δαίμων» με πιθανό νόημα «το ήθος του ανθρώπου είναι απόρροια του δαίμονα που έχει μέσα του», της συνείδησής του’ της ηθικής συνείδησης κατά τον Αριστοτέλη (Ηθικά Νικομάχεια, Μεγάλα Ηθικά), ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία του εθισμού στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου γράφοντας στα Πολιτικά, ( § 1332 a): «γίγνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι δια τριών, έστι δε ταύτα φύσις, έθος, λόγος». Αναλύοντας έπειτα την άποψη ότι κύριος σκοπός παιδείας είναι η καλλιέργεια του λόγου, (της λογικής ικανότητας) αιτιολογεί λέγοντας ότι: «δια τον λόγον οι άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον (Πολιτικά, 1332b) (=οι άνθρωποι με τη δύναμη του λογικού τους μπορούν να ενεργούν και αντίθετα προς τους εθισμούς και τις φυσικές ροπές τους, αν πεισθούν ότι άλλη συμπεριφορά είναι καλύτερη). Συνεπώς το ήθος θα το δούμε ως έκφραση κοινωνικών αντιλήψεων και παιδείας για την επιτέλεση κοινωνικού έργου «επ’ ωφελεία» της κοινωνίας. Εκεί πρέπει να κατατείνουν οι προσπάθειές μας αφού κι εσείς κύριοι Δικαστές και εμείς οι δικηγόροι τη δικαιοσύνη διακονούμε.
Έκτον, με τον επιστημονικό διάλογο. Θέλουμε τους δικαστές να εκφράζουν και δημόσια τη νομική τους άποψη, όχι μόνο μέσω των αποφάσεών τους. Ο επιστημονικός νομικός διάλογος όταν είναι σύνθετος, είναι ιδιαίτερα γόνιμος και παραγωγικός. Στην Εταιρεία Νομικών Βορείου Ελλάδος την ιδέα αυτή την καλλιεργήσαμε και καλλιεργούμε με το παραπάνω. Στο ίδιο βήμα πανεπιστημιακοί, δικαστές και δικηγόροι υπηρετούμε εν πολλοίς τις ίδιες αξίες και επιχειρούμε να βελτιώσουμε όσο μπορούμε και την ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης αλλά και τις σχέσεις μας. Χαίρομαι που συμβαίνει αυτό και στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και προσβλέπω στο μέλλον με ελπίδα.
Για να καταλήξω, λοιπόν, εμείς, οι δικηγόροι, τους δικαστές τους θέλουμε να είναι πολύ καλύτερούς μας. Εσείς, κύριοι Δικαστές και περισσότερο εσείς νεαροί δικαστές, πρέπει να μας πείσετε αύριο να σας υποληπτόμαστε. Τον σεβασμό και την αναγνώριση τα κατακτούμε και σ΄ εμάς εναπόκειται να τα κερδίσουμε.-
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας!

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone