υπόθεση Ralf Polhe

υπόθεση Ralf Polhe

Η υπόθεση Πολε είναι  γνωστή σε πολλούς και έδωσε έναυσμα για την οριοθέτηση του πολιτικού εγκλήματος στην Ελλάδα.

Τον Ιούλιο του 1976 συνελήφθη στην Αθήνα ο Ρολφ Πόλε, τον οποίο καταζητούσαν ως τρομοκράτη οι γερμανικές διωκτικές αρχές. Το αρμόδιο 5μελές Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το βούλευμα 12/1976 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε το γερμανικό αίτημα για έκδοση του Πόλε, κρίνοντας ότι η δράση του (δηλαδή και τα αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί στη χώρα του) είχε πολιτικό χαρακτήρα.

Οπως αναφέρει η απόφαση «(ο Πόλε) ήτο κατά το 1971 μέλος μιας επαναστατικής εξτρεμιστικής οργανώσεως, ήτις είχε πολιτικούς σκοπούς και απέβλεπεν εις ενεργόν δράσιν προς ανατροπήν του κρατούντος εις την Δυτικήν Γερμανίαν πολιτικού καθεστώτος και εις αγώνα από κοινού μετά των καταπιεζομένων εις όλον τον κόσμον κατά του Ιμπεριαλισμού και του μονοπωλιακού Καπιταλισμού και εστρέφετο εν γένει κατά του πολιτικού κατεστημένου της Δυτικής Κοινωνίας».

Η πλειοψηφία του δικαστηρίου (τρεις στους πέντε) έκρινε ότι τα εγκλήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο Πόλε στη Γερμανία (πλαστογραφία εγγράφων, απάτη, ληστεία, εκβίαση, ένοπλη αντίσταση κατά αστυνομικών οργάνων και εγκλήματα σχετικά με εκρηκτικές ύλες) συνάπτονται ευθέως προς τους πολιτικούς σκοπούς της οργάνωσης, κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται η έκδοσή του.

Η απόφαση αυτή συμβάδιζε απολύτως με την τοποθέτηση σημαντικών εκπροσώπων του νομικού και πολιτικού κόσμου.

Ο καθηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, επικρότησε τη νομική της ορθότητα:

«Το θέμα είναι καθαρά νομικό. Οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε στη Γερμανία έγκυρα έχουν αποδοθεί από την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή διεπίστωσε πολιτικό κίνητρο στον Πόλε. Αυτό σημαίνει ότι οι πράξεις του συνιστούσαν μεικτό πολιτικό αδίκημα. Τα μεικτά πολιτικά αδικήματα υπάγονται στην απαγόρευση εκδόσεως. (…) Πρέπει να κατανοηθεί ότι η απόφαση περί μη εκδόσεως του Πόλε δεν σημαίνει πολιτική ταύτιση μαζί του, αλλά σεβασμό στις δικονομικές αρχές του κράτους δικαίου».

Ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ ήταν πιο κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα αδικήματα του Πόλε είναι πολιτικά. Ο Πόλε αγωνίσθηκε και αγωνίζεται για την επικράτηση των ιδεών του. Η απόφαση του Εφετείου δεν επιδέχεται παρερμηνείες ως προς το σημείο αυτό. Και ήταν μια απόφαση που τιμά τους Ελληνες δικαστές που την εξέδωσαν. Καμιά σκοπιμότητα δεν δικαιολογεί την έκδοση του Πόλε».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου λίγες μέρες αργότερα και ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό από τον Αρειο Πάγο προειδοποίησε: «Αναμένεται από ολόκληρο τον ελληνικό λαό ν’ αποδείξει η Ελληνική Δικαιοσύνη την ανεξαρτησία της, τόσο απέναντι στην εκτελεστική εξουσία, όσο και απέναντι στις αφόρητες και απαράδεκτες επεμβάσεις της γερμανικής κυβερνήσεως. Ο λαός αναμένει και θα κρίνει».

Ανάλογες τοποθετήσεις είχαν οι εκπρόσωποι όλου του φάσματος της αριστεράς, διαχωρίζοντας βέβαια τη θέση τους από τις απόψεις και τη δράση του εκζητούμενου γερμανού πολίτη. Ο τότε γενικός γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Χαρίλαος Φλωράκης δήλωσε: «Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε εκτιμήσεις σχετικά με την ορθότητα των κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων και την αποτελεσματικότητα της τακτικής του, η δράση του Ρολφ Πόλε είναι καθαρά πολιτική. Οι Ελληνες έχουν πλούσια και πικρή πείρα για το πώς μετατρέπονται τα πολιτικά αδικήματα σε ποινικά».

Ανάλογη ήταν η δήλωση και του γραμματέα της Κ.Ε. του ΚΚΕ εσωτερικού Μπάμπη Δρακόπουλου: «Διαφωνούμε με το σύστημα των ιδεών και τη δραστηριότητα του Πόλε. Είμαστε όμως ριζικά αντίθετοι με την έκδοσή του στις γερμανικές αρχές».

Ο Μανόλης Γλέζος, μέλος τότε της Ε.Ε. της ΕΔΑ, πρόσθεσε και τη δική του φωνή: «Διαφωνούμε με τις ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις του Ρολφ Πόλε. Διαφωνούμε ακόμη και με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για την πραγμάτωσή τους. Αλλά οι διαφωνίες αυτές σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μας οδηγήσουν στην άρνηση της παραδοχής της πολιτικής προσωπικότητας του Πόλε. Το πρόβλημα καθίσταται ακόμη πιο επικίνδυνο από την πίεση που ασκεί η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας για την έκδοση του Πόλε».

Σαφής υπήρξε και ο Στάθης Παναγούλης: «Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Πόλε είναι μία μορφή αγώνα και δράσης, που είτε εγκρίνονται είτε όχι από όλους μας, στρέφονται ενάντια στην αντίδραση και τον ιμπεριαλισμό και εντάσσονται καθαρά σε πολιτικά πλαίσια. Γι’ αυτό ο Πόλε δεν πρέπει να εκδοθεί. Η ελληνική κυβέρνηση ας του δώσει πολιτικό άσυλο, αν το ζητήσει, ή ας τον αφήσει να φύγει σε χώρα που θέλει».

Με εξαίρεση την «Εστία» και τον «Ελεύθερο Κόσμο» ο τύπος συντάχθηκε υπέρ του πολιτικού χαρακτήρα των αδικημάτων και συνεπώς υπέρ της απόφασης του Εφετείου. Σύλλογοι, σωματεία και πολιτικές ομάδες κινητοποιήθηκαν για να αποτρέψουν τη διαφαινόμενη ανατροπή της απόφασης.

Ο πρόεδρος της ΕΦΕΕ Στέφανος Τζουμάκας διατύπωσε την άρνηση του φοιτητικού κινήματος να δεχτεί μια τέτοια εξέλιξη: «Η σπουδάζουσα νεολαία της Ελλάδος, η γενιά του Πολυτεχνείου, μέσα από τα βασανιστήρια της ασφάλειας και της ΕΣΑ, ξέρει τι περιμένει τον Ρολφ Πόλε αν εκδοθεί. Ολόκληρη η ελληνική νεολαία είναι σίγουρη για τον πολιτικό χαρακτήρα της δίκης και γνωρίζει -απ’ τη νεοελληνική ιστορία τουλάχιστον- εκτελέσεις αγωνιστών εν ψυχρώ από δουλικές και υποτελείς ελληνικές κυβερνήσεις. Σ’ αυτή την υπόθεση οι δικαστές του Αρείου Πάγου δεν είναι “εύκολο” για το θεσμό να αποφασίσουν όπως επί δικτατορίας. Λευτεριά στον αγωνιστή Ρολφ Πόλε».

Ακόμα και ο Ζαν Πολ Σαρτρ, που βρέθηκε εκείνες τις μέρες στην Ελλάδα, έσπευσε να πάρει θέση: «Μαθαίνω πως ο Ρολφ Πόλε κινδυνεύει να εκδοθεί από την Ελλάδα στη Γερμανία. Καταλαβαίνω την έκδοση ενός κρατουμένου που κατηγορείται για αδίκημα του ποινικού δικαίου, όμως τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Πόλε είναι πολιτικά. Για τα πολιτικά αδικήματα η έκδοση είναι παράνομη. Εύχομαι ο Αρειος Πάγος να μην παραβιάσει τούτο το έθιμο, ξαναστέλνοντας τον Ρολφ Πόλε στις γερμανικές αρχές».

Η γενική κινητοποίηση δεν απέτρεψε την έκδοση του Πόλε. Η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε.

Ο Αρειος Πάγος με την απόφαση 890 της 1ης Οκτωβρίου 1976 «εξαφάνισε»την απόφαση του Εφετείου, κρίνοντας ότι τα εγκλήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο εκζητούμενος δεν μπορεί να θεωρηθούν πολιτικά.

Ο Πόλε μεταφέρθηκε στη Γερμανία και παραδόθηκε στους διώκτες του. Η τότε αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι μ’ αυτό τον τρόπο προσέφερε ένα πολιτικό δώρο στο φίλο του Χέλμουτ Σμιτ ενόψει των γερμανικών εκλογών που διεξάγονταν την επομένη. Ο σάλος κράτησε λίγες μέρες ακόμη, αλλά η υπόθεση δεν είχε κλείσει.

Ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευστάθιος Μπλέτσας δεν έμεινε ικανοποιημένος με την τελική λύση που δόθηκε στο θέμα. Οπως έγινε γνωστό πολλές μέρες αργότερα, ο Μπλέτσας εισηγήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1976 προς το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου την πειθαρχική δίωξη σε βάρος των τριών δικαστών που πλειοψήφησαν στο Εφετείο (Κ. Αλεξόπουλος, Σ. Βάλλας, Χ. Σαρτζετάκης).

Το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης (που κι αυτό έγινε γνωστό δύο μήνες αργότερα) αφορούσε αποκλειστικά τον χαρακτηρισμό ως πολιτικών των εγκλημάτων που σχετίζονται με τις ένοπλες οργανώσεις που συνήθως ονομάζονται «τρομοκρατικές».

«Η εγκληματική ένωσις της οποίας μετείχεν ο εκζητούμενος δεν στρέφεται κατά του εν Γερμανία κρατούντος πολιτικού καθεστώτος μόνον, αλλά κατά του εν τη χώρα ταύτη και πάση άλλη του Δυτικού κόσμου ισχύοντος οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος. (…) Η τοιαύτη εγκληματική ένωσις και τα υπό των μελών αυτής διαπραττόμενα εγκλήματα σχεδόν ουδέποτε εθεωρήθησαν πολιτικά εγκλήματα, αλλά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Εις δε την εποχήν μας, καθ’ ην αι αναρχικαί και τρομοκρατικαί οργανώσεις επληθύνθησαν, καταστάσαι κοινός κίνδυνος διά τους πολίτας παντός κράτους, δεν γίνεται καν λόγος περί πολιτικών εγκλημάτων ως προς τα εγκλήματα της τρομοκρατίας, αλλά της ανάγκης αυστηροτέρου του προβλεπομένου υπό των ποινικών νόμων κολασμού αυτών, συντελουμένης προς τούτο διεθνούς κινήσεως των πεπολιτισμένων κρατών. (…)

» Οι γνωμοδοτήσαντες υπέρ της μη εκδόσεως εφέται κατέληξαν εις στην κρίσιν περί της συμμετοχής του Ρ. Πόλε εις την προαναφερθείσαν εγκληματικήν ένωσιν ως πολιτικού εγκλήματος. Η κρίσις όμως αυτή ευρίσκεται εις οξείαν αντίθεσιν προς το συμπέρασμα εις το οποίον ώφειλον να καταλήξουν κατά τους μάλλον στοιχειώδεις κανόνας της λογικής. (…) Αποτελεί αυτόχρημα ασυγχώρητον νομικόν σφάλμα διά τη σύγχρονον κοινήν περί Δικαίου αντίληψιν ο χαρακτηρισμός ως πολιτικού εγκλήματος της εγκληματικής ενώσεως. (…) Επειδή η ως άνω γνωμάτευσις καταδεικνύει παράβασιν καθήκοντος, αυθαιρεσίαν και άκραν επιπολαιότητα, ασκούμε πειθαρχικήν αγωγήν κατά των τριών εφετών…».

Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης εις βάρος των τριών δικαστών προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Θεωρήθηκε ως ευθεία παραβίαση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και καταγγέλθηκε από τα κόμματα και τον τύπο. Ο Γεώργιος Μαύρος ζήτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Στεφανάκη να κινήσει πειθαρχική διαδικασία εις βάρος του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ο Ανδρέας Παπανδρέου συνέκρινε την υπόθεση με την επέμβαση του Κόλλια στην υπόθεση Λαμπράκη. Ολοι οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης πήραν παρόμοιες θέσεις.

Την κίνηση Μπλέτσα στιγμάτισαν και γνωστοί νομικοί, όπως ο επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου Αντώνιος Φλώρος, οι καθηγητές Μαγκάκης, Ανδρουλάκης και Βεγλερής, ο πρόεδρος του ΔΣΑ Ευάγγελος Γιαννόπουλος και πολλοί δικηγόροι (Στ. Αλεξανδρής, Αρ. Οικονομίδης, Ν. Γαλεάδης, Σ. Στεφανάκης, Αλ. Λυκουρέζος).

Με ομόφωνο ψήφισμά του το δ.σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών αποδοκίμασε την πειθαρχική δίωξη και ζήτησε την παραίτηση του εισαγγελέα: «Η παραμονή του κ. Μπλέτσα στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κλονίζει το κύρος του θεσμού και ζημιώνει τη Δικαιοσύνη και γι’ αυτό επιβάλλεται η παραίτησή του». Ανάλογη θέση πήραν και οι καθηγητές της Νομικής Σχολής Αθηνών που συνεδρίασαν στις 8 Δεκεμβρίου: «Η Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θεωρεί ότι το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος αποκλείουν την πειθαρχική δίωξη των δικαστών διά κρίσιν ή γνώμην εν τη εκτελέσει των καθηκόντων των».

Ο δικηγόρος Ραλφ Πόλε πέθανε στην Αθήνα το 2004 και ήταν παντρεμένος με την δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου.

 

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone