ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΓΝΗΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΓΝΗΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

«ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΓΝΗΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ»: ΕΜΦΥΛΕΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η περίπτωση μιας δραστήριας νομικού που απορρίφθηκε η είσοδός της στο δικαστικό σώμα την περίοδο του Μεσοπολέμου με το αντισυνταγματικό αιτιολογικό ότι ήταν γυναίκα

ΑΝΝΑ – ΙΑΣΜΗ ΒΑΛΛΙΑΝΑΤΟΥ ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

 
Χρειάστηκε χρόνος πολύς για να υπάρξει γυναίκα δικαστίνα στην έδρα Παρθενών. Ετσι ονομαζόταν το μεμονωμένο έδρανο που βρισκόταν δε ξιά της έδρας της Νομικής Σχολής Αθηνών και «προ φύλασσε» τις ευάριθμες φοιτήτριες από τη συναναστροφή με τους άρρε νες συναδέλφους τους. Ανάμεσα στις πέντε φοιτήτριες του έτους 1918 ήταν η Αγνή Ρουσοπούλου. Γόνος εύπορης αστικής οικογένειας, η Αγνή ανατράφηκε σε ένα προοδευτικό περιβάλλον με ισχυρές φεμινιστικές επιρροές.
Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λειψία και στο Ρότσε στερ πάνω στο Εργατικό Δίκαιο και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και ανά πτυξε πολύμορφη δράση στο γυναι κείο κίνημα. Ηταν προϊσταμένη του νο μικού τμήματος του Συμβουλίου Ελληνίδων και ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Διεθνούς Ομοσπονδίας Γυναικών Δικηγόρων. Αρθρογραφούσε στα φεμινιστικά περιοδικά «Ελληνίς» και «Ο Αγώνας της Γυναίκας» για την κοινωνική πολιτική και την εργατική νομοθεσία, ασχολήθηκε με το μετανα στευτικό πρόβλημα, τα ποινικά δικα στήρια ανηλίκων, με ζητήματα κοινω νικής πρόνοιας και τοπικής αυτοδιοί κησης, καθώς και με ποικίλα άλλα θέ ματα (όπως το ζήτημα της νομικής θέσης της γυναίκας στον Αστικό Κώδικα, την προίκα, τις παράνομες υιοθε σίες). Υπήρξε, επίσης, στενή συνεργά τιδα του Αλέξανδρου Σβώλου και μία από τις γυναίκες-πρωταγωνίστριες στην εξάπλωση του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Το 1929 η 28χρονη Αγνή δηλώνει συμ μετοχή στον πρώτο διαγωνισμό για την πρόσληψη εισηγητών στο νεοσύστατο Συμβούλιο της Επικρατείας, η οποία απορρίπτεται από την Εξεταστι κή Επιτροπή του με την αιτιολογία ότι είναι γυναίκα. Δίχως χρονοτριβή, ασκεί αίτηση ακύρωσης στο Ανώτατο Διοι κητικό Δικαστήριο, επικαλούμενη την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 6 του Συντάγματος του 1927 και την αρ χή της ισότητας: «Η λέξις πολίτης καιεις το άρθρον τούτο, ως και εις τα άλλα άρθρα, έχει την έννοιαν του Ελληνος υπηκόου, του έχοντος δηλαδή ελληνι κήν ιθαγένειαν, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας». Συνεπώς, στις δημόσιες υπη ρεσίες (εν προκειμένω στο Συμβούλιο της Επικρατείας), γίνονται δεκτοί και δεκτές μόνο Ελληνες και Ελληνίδες, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 6 του Συντάγματος.

Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρα τείας δεν είχε την ίδια άποψη. Το θέ μα συζητήθηκε με αυξημένη Ολομέ λεια και όπως προσφυώς είπε η ίδια η Αγνή Ρουσοπούλου: «Σε πανηγυρική συνεδρίαση το Συμβούλιο απέρριψε πανηγυρικά την αίτησή μου».

Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας 80 χρόνια μετά, μπορούμε να διαπιστώ σουμε ότι το γράμμα του Συντάγμα τος παραβιάστηκε με την αναγκαία επίκληση στο πνεύμα του. Σήμερα θα λέγαμε χωρίς ενδοιασμό ότι πρόκει ται για μια χαρακτηριστική περίπτω ση διάκρισης λόγω φύλου, εκεί που καμία διακριτική μεταχείριση δεν δικαιολογείται.

Συγκεκριμένα, στην απόφαση 42/1929 το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως και οι περισσότε ροι έγκριτοι νομικοί της εποχής, υπο στηρίζουν ότι η ερμηνευτική δήλωση δεν καθιερώνει την αρχή της ισότη τας «εις πάσας ανεξαιρέτως τας δη μοσίας λειτουργίας και θέσεις, διορί ζοντας εφεξής άνδρες ή γυναίκες άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως». Ναι μεν, συνεχίζει η απόφαση επί της αιτήσε ως της Αγνής Ρουσοπούλου, ο ν. 3713/1928 (περί ιδρύσεως του Συμ βουλίου της Επικρατείας) δεν περι λαμβάνει διάταξη ότι μόνον άρρενες μπορούν να διοριστούν εισηγητές, αλλά από τη διατύπωση των σχετι κών προς τα προσόντα των μελών του Συμβουλίου διατάξεων, ιδίως την εκπλήρωση των στρατιωτικών υπο χρεώσεων, και από το πνεύμα όλης της νομοθεσίας, ιδιαίτερα των νόμων περί οργανισμού των δικαστηρίων και περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων, προκύπτει σαφώς ότι στις θέσεις των Εισηγητών δεν επι τρέπεται ο διορισμός γυναικών.

Τ ο αξιοσημείωτο είναι ότι στον ηγεμονικό λόγο της εποχής, όπως αυτός διατυπώνεται από τους δικαστές, η έμφυλη τάξη πραγμάτων είναι τόσο αυτονόητη και παγιωμένη, ώστε δεν χρειάζεται καν στην αιτιολόγηση της απόφασης να εκτεθεί γιατί ειδικότερα οι γυναίκες δεν μπορούν να διοριστούν ως εισηγητές στο Συμβούλιο, ποια είναι αυτή η «ξε χωριστή» ικανότητα-ιδιότητα των Συμ βούλων της Επικρατείας που οι ίδιες δεν θα μπορέσουν ποτέ να αναπτύ ξουν. Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται οι φεμινιστικές οργανώσεις και ορι σμένοι άνδρες-συνοδοιπόροι στη γυ ναικεία υπόθεση, όπως ο καθηγητής Αλέξανδρος Σβώλος, συνήγορος υπε ράσπισης στην υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου, οι οποίοι θεωρούν αντι συνταγματική διάκριση οποιαδήποτε διάταξη θέτει περιορισμούς στην είσο δο των γυναικών στις δημόσιες υπηρε σίες. Σύμφωνα με τον Αλ. Σβώλο, η ερμηνευτική δήλωση δεν είχε σκοπό να επιτρέψει για πρώτη φορά την είσο δο των γυναικών σε δημόσιες υπηρε σίες (αφού η κατάληψη χιλιάδων θέσε ων από γυναίκες ήταν γεγονός), αλλά να εμποδίσει τη νομοθεσία να θέσει φραγμούς στον διορισμό γυναικών σε «μείζονος σπουδαιότητος» θέσεις.
Πράγματι διαπιστώνουμε ότι σταδιακά θεσπίζεται ένα νομοθετικό πλαίσιο στη δημόσια διοίκηση που ορίζει, με βάση τη φυλετική υπαγωγή, τα ανυ πέρβλητα όρια των δραστηριοτήτων των γυναικών ως δημοσίων υπαλλή λων. Οπως παρατηρεί η ιστορικός Εφη Αβδελά, η έννοια δημόσιος υπάλλη λος είναι κατά προτεραιότητα αρσενι κή και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στο θηλυκό παρά μόνο εφόσον εξα σφαλίζεται αυτή η προτεραιότητα.
Οσον αφορά τις υπηρεσίες με υψηλό κύρος και αμοιβή, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις θεσπίστηκαν ακρι βώς όταν ορισμένες γυναίκες, με ανώ τερη μόρφωση και επαγγελματική κα τάρτιση, διεκδίκησαν για πρώτη φορά τον διορισμό τους σε ανώτερες ιεραρ χικά θέσεις, όπως στην υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου στον δικαστικό κλάδο.
Παρά τη σθεναρή επιχειρηματολογία της υπεράσπισης περί ισότητας, αξιο κρατίας, δικαιώματος στην εργασία, πολιτικής χειραφέτησης των γυναι κών, το Συμβούλιο της Επικρατείας ενέμεινε στην αρχή της «φυσικής» κα τανομής των λειτουργιών μεταξύ των φύλων, επιβεβαιώνοντας την προσέγ γιση εκείνη που θεωρεί το φύλο ως πρωταρχικό τρόπο νοηματοδότησης των σχέσεων εξουσίας και ιεραρχίας. Οι ουσιοκρατικές παραδοχές για τη φυσική διαφορά καταγράφονται στις μεταφορικές χρήσεις του φύλου στην πολιτική, εν προκειμένω αφορούν τον αποκλεισμό των γυναικών από τη δη μόσια ζωή και την κατάδειξη μιας εκ των θεμελιωδέστερων αντιφάσεων της δημοκρατίας.

Το κείμενο της εισήγησής μου για το ΙΒ’ Συνέδριο του Ομί λου Αριστόβουλου Μάνεση, όπου και παρουσιάζεται διεξοδικά η υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου, βρίσκεται στον ιστότοπο: http://manesis.blogspot.com/.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone