το νομικό καθεστώς των εισπρακτικών εταιριών και οι δικηγόροι

το νομικό καθεστώς των εισπρακτικών εταιριών και οι δικηγόροι

ο νομικό καθεστώς των εισπρακτικών εταιριών ή όπως ο νόμος τις ονομάζει των εταιριών Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και η Δικηγορική Εντολή

Με το νόμο 3758/2009 ορίσθηκε μία ειδική κατηγορία εταιριών οι οποίες έχουν τη δυνατότητα υπό προϋποθέσεις να ενοχλούν – ενημερώνουν οφειλέτες για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις. Οι εταιρίες αυτές είναι κεφαλαιουχικές και έχουν αποκλειστικό καταστατικό σκοπό την λειτουργία υπό το καθεστώς του συγκεκριμένου νόμου και την εξώδικη ενημέρωση οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρηματικών οφειλών τους έναντι δανειστών πριν από τη διενέργεια δικαστικών πράξεων και το στάδιο έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, που προέρχονται από συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης και νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, όπως αγορές αγαθών, παροχή υπηρεσιών, χορήγηση δανείων, εγγυήσεων και πιστώσεων, χρήση πιστωτικών καρτών, καθώς και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής των οφειλών, κατ` εντολή και για λογαριασμό των δανειστών, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες αρχές που ο νόμος ορίζει.

Πρόκειται για τις “Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις” οι οποίες καταχωρούνται σε συγκεκριμένο μητρώο που παρατίθεται πιο κάτω αναλυτικά.
Οι εταιρίες αυτές σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να είναι δικηγορικές εταιρίες ή δικηγόροι ως φυσικά πρόσωπα.
Οι εταιρίες αυτές εξάλλου οφείλουν κατά την εκπλήρωση του σκοπού τους να τηρούν τους νόμους και ιδίως τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων αλλά και τις γενικές διατάξεις του ΑΚ ιδίως την προστασία της προσωπικότητας του άθρ. 57 ΑΚ.

Ο Ν. 2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”
Ειδικότερα σύμφωνα με το Ν. 2472/1997 “Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” – ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992) και την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τής Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 “Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι τής επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών” – ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : Στο άρθρο 1 ότι : “Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής”, στο άρθρο 2, ότι : “Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων … β) “Ευαίσθητα δεδομένα” τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, γ) “υποκείμενο των δεδομένων” το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει του αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα” (“επεξεργασία”) κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή …, ζ) “Υπεύθυνος επεξεργασίας” οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός …, η) “Εκτελών την επεξεργασία” οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) “Τρίτος” κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, ι) “Αποδέκτης”, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) “Συγκατάθεση” του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του …”
Στο άρθρο 3 παρ. 1 ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτούεφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
Στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) …, γ) … Στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεση του, ενώ στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου όταν α) η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων, β) …, γ) κ.λ.π. ε) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο (έννομο συμφέρον) υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των προσώπων τα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώσεις ελευθερίες αυτών. Με το άρθρο 7 παρ. 1 ορίζεται ότι απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία “ευαίσθητων δεδομένων” ενώ στην παρ. 2 του άρθρου αυτού απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται κατ` εξαίρεση η συλλογή των δεδομένων αυτών. Στο άρθρο 10 παρ. 1 ορίζεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολή του.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου ορίζονται οι υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας για την επιλογή προσώπων με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, παρέχοντα επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2) και για την λήψη κατάλληλων οργανωτικών και τεχνικών μέσων για την ασφάλεια των δεδομένων κ.λ.π. (παρ. 3), ενώ με την παρ. 4 ορίζεται “Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπευθύνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως”. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνον κατ’ εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν.
Με το άρθρο 11 παρ. 1 ορίζεται ότι “ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να ενημερώνει, με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία : … β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων” και με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι “εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί την συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου …”,ενώ με την παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι “εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς”. Με το άρθρο 23 παρ. 1 ορίζεται ότι “φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον”. Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ` ελάχιστον στο ποσό των 2.000.000 δραχμών, εκτός εάν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη”.
Έτσι ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων και χωρίς την προηγουμένη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισηγ. Εκθεση ν. 2472/1997 στο ΝοΒ 1997 σλ. 505).
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει -μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε τρίτους – να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από την μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες-τρίτους. Εξάλλου, ο τρίτος-αποδέκτης ο οποίος κατά τον ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεση του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για τον σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής).
Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ` ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000.000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (βλ. ΕφΑθ 3833/2003 Τρ. Νομ. Πλ. ΝΟΜΟΣ).
Η ευθύνη εξ άλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 ή (και) των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου τής πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (Α.Π. 1923/2006, Τρ. Νομ. Πλ. ΝΟΜΟΣ). Όλα τα παραπάνω έχουν νομολογηθεί με την 2887/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Προστασία προσωπικότητας και ΑΚ

Η ρύθμιση του Ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του Α.Κ. κ.λ.π.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του Α.Κ. και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 Α.Κ., ώστε να θεωρείται – κατ` αρχήν – απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ τόμος 48 σελ. 1-19).

Δικηγορικές και εισπρακτικές εταιρίες

Οι δικηγόροι εφόσον ενεργούν στο πλαίσιο εντολής τους για είσπραξη απαιτήσεων δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτές του νόμου.
Για το λόγο αυτό και οι δικηγόροι γίνονται ιδιαίτερα ελκυστικοί από πολλούς δανειστές για την είσπραξη απαιτήσεων καθώς είναι δυνατό να επικοινωνούν με οφειλέτες αλλά χωρίς την τήρηση των όρων του συγκεκριμένου νόμου.

Πρόσφατα και λόγω της κατάχρησης που γινόταν από τους ποικίλους δανειστές ο δικηγορικός σύλλογος προέβη σε τροποποίηση του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων ορίζοντας ότι

«ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, απαγορεύεται να οχλεί προφορικά και δη τηλεφωνικά, τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας φοράς, προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξώδικης επίλυσης της υφιστάμενης διαφοράς. Σε περίπτωση που στη συνέχεια ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, δυστροπήσει ή αρνηθεί να εξοφλήσει την οφειλή, ο δικηγόρος οφείλει, τότε, να προβεί σε έγγραφη εξώδικη όχληση ή να ασκήσει τα προβλεπόμενα νόμιμα ένδικα βοηθήματα για λογαριασμό του εντολέα του.
Η μη τήρηση της διάταξης αυτής παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων και συνιστά ελεγκτέο πειθαρχικό παράπτωμα».

Από την ρύθμιση αυτή καθίσταται πρόδηλο ότι ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία δεν μπορεί να είναι εισπρακτική εταιρία ούτε να λειτουργεί ως τέτοια.
Αυτό που μπορεί να είναι ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία είναι νομικός παραστάτης και εντολοδόχος δανειστή ο οποίος διεκδικεί την είσπραξη απαίτησης σύμφωνα με το νόμο.
Εφόσον συνεπώς ο δικηγόρος έχει εντολή για είσπραξη απαίτησης μπορεί πριν προχωρήσει στα μέσα που παρέχει ο νόμος να οχλήσει άπαξ- μία δηλαδή φορά και μόνον -τον οφειλέτη με αποκλειστικό σκοπό την διερεύνηση της δυνατότητας εξώδικης επίλυσης της υφιστάμενης διαφοράς.
Ούτως ή άλλως τούτο είναι αυτονόητο καθώς κάθε καλόπιστος δικηγόρος θα προέβαινε σε μία ανάλογη κίνηση προς όφελος και των δύο πλευρών.

Ο δικηγόρος εφόσον λαμβάνει ανάλογη εντολή από δανειστή διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων.

Είναι συνεπώς ιδιαιτέρως ενοχλητικό για την έννομη τάξη να ενεργεί ένας ή περισσότεροι δικηγόροι στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου που διέπει το δικηγορικό επάγγελμα ως καταστρατήγηση του νόμου περί εισπρακτικών εταιριών καθώς ο νόμος που τις διέπει δεν εφαρμόζεται για τους δικηγόρους.
Παραδόξως πολλοί συνάδελφοι ενεργούν ως εισπρακτική και άνευ εντολής προβαίνουν σε οχλήσεις καταγεγραμμένοι πλέον πλείστοι από αυτούς σε ειδικούς καταλόγους των ενώσεων καταναλωτών.
Κρίσιμο στοιχείο για την διαπίστωση της έκτασης των αποχρώσεων είναι η ύπαρξη εντολής.
Ο δικηγόρος λειτουργεί μέσω της συγκεκριμένης σύμβασης εντολής και μόνον.
Άλλος πλην δικηγόρου δεν είναι δυνατό να έχει εντολή. Για το λόγο αυτό άλλωστε συχνά οι δικηγόροι που ενεργούν ως εισπρακτικές ζητούν από μη δικηγόρους να καλούν εξ ονόματός τους, τους οφειλέτες. Θεωρούν ότι έτσι δημιουργείται σύγχυση στο ρόλο του καλούντος.
Όμως είναι απλό: ο δικηγόρος είτε καλεί ως δικηγόρος δυνάμει εντολής είτε καλεί ως εισπρακτική είτε ο ίδιος είτε διαμέσου άλλου γεγονός που απαγορεύεται.
Αν πάλι εισπρακτική για να επιτύχει δραστικότερα μέτρα αφήσει να εννοηθεί ότι είναι δικηγόρος τότε συντρέχει αντιποίηση του δικηγορικού επαγγέλματος εκ μέρους της καθώς η εισπρακτική είναι εταιρία όπως είπαμε αποκλειστικού σκοπού.

Η διάκριση των ρόλων και η καταστρατήγηση του νόμου

Η εφαρμογή της απαγόρευσης του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων όπως εισήχθη διευκρινιστικά καθώς ο νόμος του 2009 δεν περιέλαβε στο εύρος του δικηγόρους άπτεται του λεπτού ορίου μεταξύ της δικηγορικής εντολής και της εντολής ενέργειας υπενθύμισης- ενημέρωσης ως εταιριών του 3758/2009.
Η εντολή για είσπραξη οφειλής διαφέρει ουσιαστικά από την υπενθύμιση της ύπαρξης απαίτησης καθώς η δεύτερη δεν στοχεύει στην είσπραξη αυτής ευθέως αλλά μόνον αν ο οφειλέτης συναινεί.
Στην περίπτωση της εντολής ο οφειλέτης θα εξαναγκασθεί μέσω του νόμου και της δικαστικής οδού να καταβάλει τα οφειλόμενα.
Και η πρώτη εφάπαξ ενημέρωση? Όπως σαφώς αναφέρει το ΔΣΑ έχει ως σκοπό την αποφυγή δικών και μόνον.

Η θέση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών δεδομένων

Ο ν. 3758/2009 «Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4038/2012, θεσπίζει μηχανισμούς ελέγχου της υπηρεσίας ενημέρωσης οφειλετών είτε αυτή διενεργείται από τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών, είτε από τον ίδιο τον δανειστή. Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει τη γενική αρμοδιότητα εποπτείας τόσο των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών όσο και των δανειστών που προβαίνουν οι ίδιοι σε σχετική ενημέρωση των οφειλετών τους.
Δείτε το Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών που τηρεί το Υπουργείο Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Καταναλωτή), καθώς και άλλες σχετικές πληροφορίες, εδώ.
Η Αρχή έχει ειδική κατ’ εξαίρεση αρμοδιότητα για συγκεκριμένες μόνο παραβάσεις του ν. 3758/2009. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. γ΄ του ν. 3758/2009, η Αρχή είναι αρμόδια στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Όταν ο δανειστής δεν έχει ενημερώσει τον οφειλέτη σχετικά με την ανακοίνωση των δεδομένων του στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών.
Όταν ο δανειστής δεν έχει επιβεβαιώσει τις οφειλές ή/και δεν έχει προβεί σε ταυτοποίηση του οφειλέτη, δηλαδή δεν τηρεί ακριβή στοιχεία για τον οφειλέτη.
Όταν οι δανειστές ή/και οι εταιρείες ενημέρωσης δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας.
Όταν οι εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών δεν ικανοποιούν τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου στα δεδομένα του ηλεκτρονικού αρχείου με τα εξωτερικά στοιχεία κάθε πραγματοποιηθείσας επικοινωνίας.
Όταν οι δανειστές ή/και οι εταιρείες ενημέρωσης δεν ικανοποιούν τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου στα δεδομένα του αρχείου καταγεγραμμένων συνομιλιών.
Απόφαση 20/2001
Απόφαση 49/2011
05-08-2011 – Συμβολή της Α.Π.Δ.Π.Χ. στη δημόσια διαβούλευση για την τροποποίηση του ν. 3758/2009 για τις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

12-07-2013 – Συστάσεις σε τράπεζες σχετικά με τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και ταυτοποίησης οφειλετών.

12-07-2013 – Νομιμότητα επεξεργασίας δεδομένων τρίτων προσώπων-μη οφειλετών, στο πλαίσιο ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αρχή αναφέρεται ειδικά στο ρόλο των δικηγόρων

Πρόσφατα μάλιστα με την Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4744/12-07-2013 η Αρχή αναφέρει:

«3. Ευθύνη για τον τρόπο εκτέλεσης εντολών του δανειστή από τα δικηγορικά γραφεία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή δεν υπάρχει ειδική εκ του νόμου υποχρέωση για την καταγραφή των συνομιλιών και έτσι δεν μπορεί να αποδειχθεί ευχερώς αν πραγματοποιήθηκε παράνομη όχληση στο πλαίσιο εκτέλεσης της εντολής για δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, την ευθύνη τόσο για την ακρίβεια των στοιχείων που ανακοινώνουν στους δικηγόρους τους όσο και για λοιπές παραβάσεις του ν. 3758/2009 σε συνδυασμό με τη νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων κατά την επικοινωνία φέρουν οι ίδιοι οι δανειστές ως υπεύθυνοι επεξεργασίας. Συνεπώς, οι δανειστές θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι α) χορήγησαν στους δικηγόρους τους ακριβή στοιχεία, ήτοι ότι τα φερόμενα στην εκάστοτε καταγγελία ως ανακριβή στοιχεία είναι όντως ακριβή, ή ότι διόρθωσαν αμέσως τα ανακριβή και ενημέρωσαν σχετικά και το δικηγόρο τους και β) ότι η εντολή που έδωσαν στο δικηγόρο τους περιορίστηκε στη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης και ότι ουδεμία ενέργεια πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων ή/και του ν. 3758/2009. Μετά την εκ μέρους του δανειστή κοινοποίηση στο δικηγόρο της δήλωσής του ότι η εντολή περιορίζεται στη δικαστική και μόνο επιδίωξη της απαίτησης και εφεξής, ο εντολοδόχος θα υπέχει ιδία ευθύνη για οποιαδήποτε επεξεργασία επιχειρήσει πέραν της εντολής»

Συμπέρασμα

Ο νόμος επιτρέπει στο δικηγόρο να ενεργεί δυνάμει της εντολής του αποκλειστικά

η νομοθεσία για τις εισπρακτικές εταιρίες δεν αφορά τους δικηγόρους και εφόσον

ενεργούν ως εισπρακτικές παραβαίνουν τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone