Το ζήτημα της μεταπώλησης «μεταχειρισμένων» αδειών χρήσεων προγραμμάτων η/υ (Με αφορμή την απόφαση στην υπόθεση C-281/11)

Το ζήτημα της μεταπώλησης «μεταχειρισμένων» αδειών χρήσεων προγραμμάτων η/υ (Με αφορμή την απόφαση στην υπόθεση C-281/11)

 
1. Εισαγωγή
Στο κοινοτικό δίκαιο προβλέπεται η αρχή της ανάλωσης του δικαιώματος διανομής του δικαιούχου επί προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή (η/υ). Ειδικότερα, στο άρθρο 4 § 2 της οδηγίας 2009/24 για τη νομική προστασία των προγραμμάτων η/υ ορίζεται ότι «η πρώτη πώληση στην Κοινότητα αντιγράφου ενός προγράμματος η/υ από τον δικαιούχο του ή με τη συγκατάθεσή του, εξαντλεί το δικαίωμα διανομής του αντιγράφου εντός της Κοινότητας, εξαιρουμένου του δικαιώματος ελέγχου της περαιτέρω εκμίσθωσης του προγράμματος η/υ ή αντιγράφου του».
Μέχρι σήμερα στην επιστήμη γινόταν δεκτό ότι η ανάλωση αφορά αποκλειστικά τη διάθεση λογισμικού που ενσωματώνεται σε υλικό φορέα δεδομένων και όχι την περίπτωση όπου το λογισμικό μεταφορτώνεται από έναν ιστότοπο (βλ. σχετ. J. Scheinder, Handbuch des EDV-Rechts, 2009, σελ.561). Ενόψει τούτων, το ΔΕΕ κλήθηκε να αποφασίσει – στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής – αν είναι δυνατή η ανάλωση του δικαιώματος διανομής και αναφορικά με προγράμματα η/υ που μεταφορτώνονται από το Διαδίκτυο.

2. Το ιστορικό της διαφοράς
Το ιστορικό της υπόθεσης C-281/11 (UsedSoft κατά Oracle International Corp.) έχει εν συντομία ως εξής: Η Oracle αναπτύσσει και πωλεί, χρησιµοποιώντας ιδίως τη δυνατότητα µεταφορτώσεως από το ∆ιαδίκτυο, προγράµµατα ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία λειτουργούν βάσει του µοντέλου «πελάτη/διακοµιστή». Ο πελάτης µεταφορτώνει απευθείας από τον ιστότοπο της Oracle στο ∆ιαδίκτυο ένα αντίγραφο του προγράµµατος στον υπολογιστή του. Το δικαίωµα χρήσεως ενός τέτοιου προγράµµατος, το οποίο παρέχεται µε τη σύναψη συµβάσεως παραχωρήσεως σχετικής άδειας, περιλαµβάνει το δικαίωµα µόνιµης αποθηκεύσεως αντιγράφου του εν λόγω προγράµµατος σε διακοµιστή και την παροχή προσβάσεως σε αυτό σε 25 χρήστες, οι οποίοι µπορούν να το µεταφορτώσουν στην κεντρική µνήµη του υπολογιστή τους. Οι συµβάσεις παραχωρήσεως άδειας προβλέπουν ότι ο πελάτης αποκτά ένα χρονικώς απεριόριστο, µη εκχωρήσιµο δικαίωµα χρήσεως προς εξυπηρέτηση της εσωτερικής λειτουργίας της επιχειρήσεώς του. Η UsedSoft είναι γερµανική επιχείρηση η οποία εµπορεύεται άδειες που έχει αγοράσει από πελάτες της Oracle. Οι πελάτες της UsedSoft οι οποίοι δεν έχουν στην κατοχή τους το σχετικό πρόγραµµα της Oracle το µεταφορτώνουν, κατόπιν αποκτήσεως τέτοιας «µεταχειρισµένης» άδειας, απευθείας στον υπολογιστή τους από τον ιστότοπο της Oracle στο ∆ιαδίκτυο.
Η Oracle άσκησε ενώπιον των γερµανικών δικαστηρίων αγωγή παραλείψεως κατά της UsedSoft. Το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Οµοσπονδιακό ∆ικαστήριο, Γερµανία), το οποίο κλήθηκε να αποφανθεί επί της διαφοράς στον τελευταίο βαθµό, υπέβαλε στο ∆ικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για την ερµηνεία, εντός του προεκτεθέντος πλαισίου, της οδηγίας σχετικά µε τη νοµική προστασία των προγραµµάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών.

3. Η απόφαση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο, ότι η αρχή της αναλώσεως του δικαιώµατος διανοµής δεν εφαρµόζεται µόνον όταν ο δικαιούχος του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας θέτει σε κυκλοφορία αντίγραφα των προγραµµάτων του ενσωµατωµένα σε υλικό φορέα δεδοµένων (όπως CD-ROM ή DVD), αλλά και όταν τα πωλεί χρησιµοποιώντας τη δυνατότητα µεταφορτώσεώς τους από τον ιστότοπό του στο ∆ιαδίκτυο.

Το ∆ικαστήριο επισήμανε ότι τυχόν περιορισµός της εφαρµογής της αρχής της αναλώσεως του δικαιώµατος διανοµής µόνο στα αντίγραφα των προγραµµάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών τα οποία πωλούνται ενσωµατωµένα σε υλικό φορέα δεδοµένων θα παρείχε στον δικαιούχο τη δυνατότητα να ελέγχει τη µεταπώληση των αντιγράφων που έχουν µεταφορτωθεί από το ∆ιαδίκτυο και να απαιτεί, επ’ ευκαιρία κάθε µεταπωλήσεως, νέα αµοιβή, µολονότι η πρώτη πώληση του συγκεκριµένου αντιγράφου θα του έχει ήδη εξασφαλίσει εύλογη αµοιβή. Ένας τέτοιος περιορισµός της µεταπωλήσεως των αντιγράφων προγραµµάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών που έχουν µεταφορτωθεί από το ∆ιαδίκτυο θα έβαινε πέραν του µέτρου το οποίο είναι αναγκαίο προς διαφύλαξη του ειδικού αντικειµένου της επίµαχης διανοητικής ιδιοκτησίας.

Μάλιστα, η απόφαση δέχθηκε ότι το δικαίωµα διανοµής αναλώνεται και στην περίπτωση αντιγράφου προγράµµατος ηλεκτρονικού υπολογιστή, στο οποίο γίνονται διορθώσεις και βελτιώσεις µέσω ενηµερώσεων από τον δικαιούχο του δικαιώµατος πνευµατικής ιδιοκτησίας. Πράγµατι, ακόµη και στην περίπτωση που η σύµβαση υποστηρίξεως λογισµικού είναι ορισµένου χρόνου, οι λειτουργίες οι οποίες διορθώνονται, τροποποιούνται ή προστίθενται βάσει µιας τέτοιας συµβάσεως αποτελούν αναπόσπαστο τµήµα του αντιγράφου που µεταφορτώθηκε αρχικώς και µπορούν να χρησιµοποιηθούν από τον κάτοχό του χωρίς χρονικό περιορισµό.

Ακόμα, ενδιαφέρον παρουσιάζει η κρίση του Δικαστηρίου ότι κάθε µεταγενέστερος αγοραστής ενός αντιγράφου, σε σχέση µε το οποίο το δικαίωµα διανοµής που είχε ο δικαιούχος αναλώθηκε, συνιστά πρόσωπο που το απέκτησε νοµίµως υπό την ως άνω έννοια. Μπορεί, εποµένως, να µεταφορτώνει στον υπολογιστή του το αντίγραφο που του πώλησε ο πρώτος αγοραστής. Η µεταφόρτωση αυτή πρέπει να θεωρείται αναπαραγωγή η οποία είναι αναγκαία για την κατά προορισµό χρησιµοποίηση του προγράµµατος ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον νέο αγοραστή του. Συνεπώς, κατέληξε το Δικαστήριο, ο νέος αγοραστής µιας άδειας χρήσεως, όπως είναι εν προκειµένω ο πελάτης της UsedSoft, µπορεί, ως πρόσωπο που απέκτησε νοµίµως το διορθωµένο και ενηµερωµένο αντίγραφο του οικείου προγράµµατος ηλεκτρονικού υπολογιστή, να το µεταφορτώσει από τον ιστότοπο του δικαιούχου στο ∆ιαδίκτυο.

 Ο Ιωάννης Ιγγλεζάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Νομικής του Α.Π.Θ. το 1987. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στον κλάδο Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Δικαίου του οικείου Τμήματος (1992), καθώς και του Πανεπιστημίου του Αννοβέρου Γερμανίας (1993). Το 1999 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ. Από το ακαδημαϊκό έτος 2004- 2005 έως και 2008-2009 εργάσθηκε ως ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Νομικής ΑΠΘ και δίδαξε το μάθημα της Ηλεκτρονικής Επεξεργασίας. Στις 24-02-2009 εκλέχθηκε Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του ΑΠΘ.

Έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα κινούνται στο χώρο του δικαίου της πληροφορικής και της νομικής πληροφορικής. Τα κυριότερα έργα του είναι τα εξής:

• Πληροφορική και Δημόσιο Δίκαιο. Έμπειρα συστήματα ασαφούς λογικής και η εφαρμογή τους στις αόριστες έννοιες, 2000.
• Ευαίσθητα Προσωπικά Δεδομένα. Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών προσωπικών δεδομένων και οι συνέπειές της, 2003 και ανατυπ. 2004.
• Το νομικό πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2003.
• Κοινωνικό κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 (άρθρο 25) και του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού δικαίου, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2005.
• Προστασία Προσωπικών Δεδομένων στο Σύστημα Πληροφοριών «Τειρεσίας», Θεσσαλονίκη 2006.
• Το Δίκαιο της πληροφορικής (β΄ εκδ.), Θεσσαλονίκη 2008.
• «Το δίκαιο του ηλεκτρονικού εμπορίου [Επιτομή]”, Eκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2009 (σελίδες 252).
• Νομική Πληροφορική. H εφαρμογή των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών στη νομική πράξη, 2012.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone