τίτλοι ευγενείας στην ΕΕ

τίτλοι ευγενείας στην ΕΕ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 2ας Ιουνίου 2016 (*)

«Προδικαστική παραπομπή — Ιθαγένεια της Ένωσης — Άρθρο 21 ΣΛΕΕ — Ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής εντός των κρατών μελών — Νόμος κράτους μέλους περί καταργήσεως των προνομίων και απαγορεύσεως απονομής νέων τίτλων ευγενείας — Επώνυμο ενηλίκου, υπηκόου του εν λόγω κράτους, κτηθέν κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του εντός άλλου κράτους μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης το πρόσωπο αυτό — Επώνυμο περιέχον στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας — Διαμονή εντός του πρώτου κράτους μέλους — Άρνηση των αρχών του πρώτου κράτους μέλους να προβούν σε ληξιαρχική καταχώριση του κτηθέντος στο δεύτερο κράτος μέλος ονοματεπωνύμου — Δικαιολόγηση — Δημόσια τάξη — Μη συμβατός χαρακτήρας με τις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου»

Στην υπόθεση C‑438/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο της περιφέρειας Καρλσρούης, Γερμανία) με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff

κατά

Standesamt der Stadt Karlsruhe,

Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, A. Rosas (εισηγητή), A. Prechal και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Wathelet

γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Νοεμβρίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff, αυτοπροσώπως και εκπροσωπούμενος από τον T. Donderer, Rechtsanwalt,

–        η Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe, εκπροσωπούμενη από τις D. Schönhaar και P. Becker,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και από τις J. Kemper και K. Petersen,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. von Rintelen και M. Wilderspin και από την C. Tufvesson,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2016,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff, αφενός, και του Standesamt der Stadt Karlsruhe (ληξιαρχείου του Δήμου Καρλσρούης) και της Zentraler Juristischer Dienst der Stadt Karlsruhe (κεντρικής νομικής υπηρεσίας του Δήμου Καρλσρούης), σχετικά με την άρνηση των αρχών αυτών να τροποποιήσουν τα ονόματα και το επώνυμο του αιτούντος της κύριας δίκης στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του και να καταχωρίσουν, στη μερίδα του ληξιαρχείου, στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας τα οποία αποτελούν μέρος του επωνύμου που απέκτησε ο αιτών σε άλλο κράτος μέλος.

 Το γερμανικό δίκαιο

3        Το άρθρο 123, παράγραφος 1, του Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland (Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας), της 23ης Μαΐου 1949 (BGBl. 1949 I, σ. 1, στο εξής: Θεμελιώδης Νόμος), ορίζει ότι «[τ]ο δίκαιο που ίσχυε προ της πρώτης συγκλήσεως του Bundestag εξακολουθεί να ισχύει καθόσον δεν αντιβαίνει στον Θεμελιώδη Νόμο».

4        Το άρθρο 109 του Verfassung des Deutschen Reichs (Συντάγματος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας), το οποίο θεσπίσθηκε στις 11 Αυγούστου 1919 στη Βαϊμάρη (Reichsgesetzblatt 1919, σ. 1383, στο εξής: Σύνταγμα της Βαϊμάρης) και τέθηκε σε ισχύ στις 14 Αυγούστου 1919, ορίζει τα εξής:

«Όλοι οι Γερμανοί είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Άνδρες και γυναίκες έχουν, καταρχήν, τα ίδια πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Τα προνόμια εκ του νόμου και οι ανισότητες λόγω γεννήσεως ή κοινωνικής τάξεως καταργούνται. Οι τίτλοι ευγενείας ισχύουν μόνον ως μέρος του επωνύμου. Στο εξής δεν επιτρέπεται η απονομή τους.

Τίτλοι απονέμονται μόνον εφόσον δηλώνουν αξίωμα ή επάγγελμα· ο περιορισμός δεν αφορά τους πανεπιστημιακούς τίτλους.

Το Κράτος δεν απονέμει παράσημα ούτε μετάλλια.

Ουδείς Γερμανός επιτρέπεται να δεχθεί τίτλο ή παράσημο από αλλοδαπή κυβέρνηση.»

5        Με αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1966 και της 11ης Δεκεμβρίου 1996, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Γερμανία) έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 123, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου, το άρθρο 109 του Συντάγματος της Βαϊμάρης εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, κατέχοντας, στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, θέση ομοσπονδιακού νόμου απλής τυπικής ισχύος.

6        Υπό τον τίτλο «Κατάσταση προσώπων», το άρθρο 5 του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuch (εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικα), της 21ης Σεπτεμβρίου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 2494, και διορθωτικό BGBl. 1997 I, σ. 1061), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: EGBGB), ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:

«Σε περίπτωση παραπομπής στο δίκαιο του κράτους ιθαγένειας προσώπου και εφόσον το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος πλειόνων κρατών, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους με το οποίο το εν λόγω πρόσωπο διατηρεί τον στενότερο δεσμό, ιδίως λόγω της συνήθους διαμονής ή λόγω της πορείας του βίου του. Σε περίπτωση κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο έχει και τη γερμανική ιθαγένεια, η ιθαγένεια αυτή κατισχύει.»

7        Το άρθρο 6 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημόσια τάξη», ορίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή αλλοδαπής νομικής διατάξεως έχει αποτέλεσμα το οποίο αντιβαίνει προδήλως σε ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου, η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής. Τέτοια διάταξη δεν τυγχάνει ιδίως εφαρμογής εφόσον η εφαρμογή της αντιβαίνει στα θεμελιώδη δικαιώματα.»

8        Το άρθρο 10 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Όνομα», προβλέπει στην παράγραφό του 1 ότι:

«Το όνομα φυσικού προσώπου καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας του προσώπου αυτού.»

9        Το άρθρο 48 του EGBGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιλογή ονόματος κτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος της Ένωσης», ορίζει τα εξής:

«Εάν το όνομα φυσικού προσώπου καθορίζεται από το γερμανικό δίκαιο, το πρόσωπο αυτό δύναται, κατόπιν δηλώσεως ενώπιον του ληξιαρχείου, να επιλέξει το όνομα το οποίο έχει αποκτήσει κατά τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο έχει καταχωρισθεί σε ληξιαρχείο του εν λόγω κράτους μέλους, εφόσον η επιλογή αυτή δεν αντιβαίνει προδήλως σε ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου. Η επιλογή του ονόματος ισχύει αναδρομικώς από τον χρόνο της ληξιαρχικής καταχωρίσεως στο άλλο κράτος μέλος, εκτός εάν το πρόσωπο δηλώσει ρητώς ότι η επιλογή αυτή θα ισχύει μόνο για το μέλλον. Η δήλωση πρέπει να έχει επικυρωθεί ή να αποτελεί το αντικείμενο δημοσίου εγγράφου. […]»

10      Το άρθρο 48 του EGBGB, όπως ισχύει σήμερα, θεσπίσθηκε με τον Gesetz zur Anpassung der Vorschriften des Internationalen Privatrechts an die Verordnung (EU) Nr. 1259/2010 und zur Änderung anderer Vorschriften des Internationalen Privatrechts (νόμο περί προσαρμογής ορισμένων διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στον κανονισμό 1259/2010 και τροποποιήσεως άλλων διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), της 23ης Ιανουαρίου 2013 (BGBl. 2013 I, σ. 101), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29 Ιανουαρίου 2013. Η διάταξη αυτή εισήχθη στο γερμανικό δίκαιο κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559).

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11      Ο αιτών της κύριας δίκης είναι Γερμανός υπήκοος, γεννηθείς στις 9 Ιανουαρίου 1963 στην Καρλσρούη (Γερμανία). Κατά τη γέννησή του έλαβε το όνομα «Nabiel» και το επώνυμο «Bagadi», τα οποία και καταχωρίσθηκαν στο ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης.

12      Εν συνεχεία, κατόπιν διοικητικής διαδικασίας αλλαγής ονόματος ενώπιον του Δήμου Νυρεμβέργης (Γερμανία), ο αιτών της κύριας δίκης απέκτησε το επώνυμο «Bogendorff», αφενός, ενώ το όνομα «Peter» προσετέθη στο όνομα «Nabiel» που έφερε από της γεννήσεώς του. Κατόπιν υιοθεσίας, το κατά το γερμανικό δίκαιο ονοματεπώνυμο του αιτούντος της κύριας δίκης μεταβλήθηκε εκ νέου, με αποτέλεσμα αυτός να φέρει πλέον, σύμφωνα με τις γερμανικές ληξιαρχικές καταχωρίσεις, τα ονόματα «Nabiel Peter» και το επώνυμο «Bogendorff von Wolffersdorff».

13      Το 2001 ο αιτών της κύριας δίκης μετοίκησε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου άσκησε, από το έτος 2002, το επάγγελμα του συμβούλου επί θεμάτων πτωχεύσεως στο Λονδίνο.

14      Το 2004 απέκτησε τη βρετανική ιθαγένεια με πολιτογράφηση, διατηρώντας παράλληλα και τη γερμανική ιθαγένεια.

15      Με δήλωση (Deed Poll) της 26ης Ιουλίου 2004, η οποία κατατέθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2004 ενώπιον των υπηρεσιών του Supreme Court of England and Wales (ανωτάτου δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας, Ηνωμένο Βασίλειο) και δημοσιεύθηκε στη The London Gazette της 8ης Νοεμβρίου 2004, ο αιτών της κύριας δίκης άλλαξε το όνομά του έτσι ώστε, βάσει του βρετανικού δικαίου, να αποκαλείται «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff».

16      Το 2005 ο αιτών της κύριας δίκης και η σύζυγός του μετοίκησαν από το Λονδίνο στο Χέμνιτς της Γερμανίας, όπου γεννήθηκε η κόρη τους στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Εξακολουθούν να διαμένουν έκτοτε στην πόλη αυτή.

17      Η γέννηση της κόρης τους, η οποία έχει διπλή ιθαγένεια, γερμανική και βρετανική, δηλώθηκε στο γενικό προξενείο του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ντύσσελντορφ (Γερμανία) στις 23 Μαρτίου 2006. Στη βρετανική ληξιαρχική πράξη γεννήσεως και στο βρετανικό διαβατήριο αναγράφονται τα ονόματα και το επώνυμο «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff».

18      Εντούτοις, το ληξιαρχείο του Δήμου του Χέμνιτς αρνήθηκε να προβεί σε καταχώριση του βρετανικού ονόματος της κόρης του αιτούντος της κύριας δίκης, επικαλούμενο το άρθρο 10 του EGBGB. Ο αιτών της κύριας δίκης προσέφυγε ενώπιον του Oberlandesgericht Dresden (εφετείο της περιφέρειας Δρέσδης, Γερμανία), ζητώντας να υποχρεωθεί η ως άνω υπηρεσία να καταχωρίσει ληξιαρχικώς το όνομα της κόρης του όπως αναγράφεται στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως που χορήγησαν οι βρετανικές αρχές.

19      Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2011, το Oberlandesgericht Dresden (εφετείο της περιφέρειας Δρέσδης, Γερμανία) δέχθηκε το αίτημα αυτό.

20      Βάσει της δικαστικής εντολής αυτής, ο Δήμος Χέμνιτς προέβη στην εν λόγω καταχώριση. Η κόρη του αιτούντος της κύριας δίκης φέρει, κατά συνέπεια, ως Γερμανίδα υπήκοος, πανομοιότυπα ονόματα και επώνυμο με εκείνα τα οποία φέρει ως Βρετανίδα υπήκοος, συγκεκριμένα δε «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff».

21      Στις 22 Μαΐου 2013, με δήλωση, ο αιτών της κύριας δίκης ζήτησε από το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης να καταχωρίσει, σύμφωνα με το άρθρο 48 του EGBGB, στο μητρώο γεννήσεων, τα ονόματα και το επώνυμο που απέκτησε βάσει της βρετανικής νομοθεσίας.

22      Δεδομένου ότι η υπηρεσία αυτή αρνήθηκε να προβεί στην εν λόγω καταχώριση, ο αιτών της κύριας δίκης προσέφυγε ενώπιον του Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης), ζητώντας να υποχρεωθεί η εν λόγω υπηρεσία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 1, του Personenstandsgesetz (νόμου περί προσωπικής καταστάσεως), να τροποποιήσει τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς του, αναδρομικώς από της 22ας Σεπτεμβρίου 2004, προκειμένου να αναγράφονται σε αυτήν τα ονόματα και το επώνυμο «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff».

23      Το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης αντιτάχθηκε στην αίτηση αυτή επικαλούμενο ότι αντιβαίνει στις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου, κατά το άρθρο 48 του EGBGB.

24      Το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης) επισημαίνει συναφώς ότι, στο πλαίσιο της εξειδικευμένης γερμανικής νομικής θεωρίας, το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 48 του EGBGB, που θεσπίσθηκε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), βάσει της οποίας επιτρέπεται σε πρόσωπο του οποίου το όνομα καθορίζεται από το γερμανικό δίκαιο να φέρει όνομα κτηθέν κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του εντός άλλου κράτους μέλους, είναι αμφιλεγόμενο, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το όνομα αυτό αποκτήθηκε ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταβολής προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου. Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν καθιστά δυνατό να δοθεί απάντηση στο νομικό ζήτημα αυτό. Οι αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello (C‑148/02, EU:C:2003:539) και της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), αφορούν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ονόματα των ενδιαφερομένων, τα οποία μπορούσαν να αναγνωρισθούν από τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών, διέφεραν ήδη από τον χρόνο γεννήσεως των ενδιαφερομένων προσώπων. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), διαφέρει της υποθέσεως της κύριας δίκης καθόσον, στην υπόθεση εκείνη, η ενδιαφερόμενη δεν είχε διπλή ιθαγένεια, η διαφορά ως προς το όνομα οφειλόταν σε μεταβολή της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, εν προκειμένω λόγω υιοθεσίας, και, τέλος, όσον αφορά τη χρήση τίτλων ευγενείας, οι λύσεις τις οποίες προέκριναν τα αντίστοιχα Συντάγματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μπορούσαν να θεωρηθούν παρεμφερείς μόνον υπό ορισμένες επιφυλάξεις.

25      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Amtsgericht Karlsruhe (πρωτοδικείο Καρλσρούης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους οφείλουν να αναγνωρίζουν τη μεταβολή ονοματεπωνύμου υπηκόου του εν λόγω κράτους, εάν αυτός είναι συγχρόνως υπήκοος και άλλου κράτους μέλους και κατά τη διάρκεια της συνήθους διαμονής του σε αυτό το άλλο κράτος προέβη σε μεταβολή ονοματεπωνύμου μη συνδεόμενη με μεταβολή οικογενειακής καταστάσεως και απέκτησε ονοματεπώνυμο της επιλογής του συνοδευόμενο από δηλωτικά τίτλων ευγενείας, εφόσον είναι πιθανό να μην υπάρξει ουσιαστικός δεσμός με το εν λόγω κράτος στο μέλλον, ενώ στο πρώτο κράτος μέλος έχουν καταργηθεί μεν συνταγματικώς οι τίτλοι ευγενείας, αλλά τα δηλωτικά τίτλων ευγενείας που ίσχυαν κατά τον χρόνο της καταργήσεως μπορούν να διατηρούνται ως συστατικά στοιχεία του ονοματεπωνύμου;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

26      Πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως του N. P. Bogendorff von Wolffersdorff για την αλλαγή όχι μόνον του επωνύμου, αλλά και των ονομάτων του, από «Nabiel Peter» σε «Peter Mark Emanuel». Ως εκ τούτου, η μνεία στο προδικαστικό ερώτημα της έννοιας της «μεταβολής ονοματεπωνύμου» πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα την άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν τόσο τα ονόματα όσο και το επώνυμο που απέκτησε υπήκοος του κράτους αυτού, κατά τη συνήθη διαμονή του σε δεύτερο κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης.

27      Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το επώνυμο και τα ονόματα υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να διευκρινισθεί αν λόγοι συνδεόμενοι με τις συνταγματικές επιλογές του πρώτου κράτους μέλους και την κατάργηση των τίτλων ευγενείας δύνανται να επιτρέπουν σε αυτό το κράτος μέλος να μην αναγνωρίζει αλλαγή ονομάτων και επωνύμου συντελεσθείσα υπό τις συνθήκες αυτές.

28      Βάσει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης απονέμεται σε κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ο αιτών της κύριας δίκης, ο οποίος έχει την ιθαγένεια δύο κρατών μελών, απολαύει της ιδιότητας αυτής.

29      Το Δικαστήριο έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30      Η ιδιότητα αυτή καθιστά δυνατό σε όσους εκ των πολιτών αυτών βρίσκονται στην ίδια κατάσταση να τυγχάνουν, όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, της ιδίας νομικής μεταχειρίσεως, ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους και με την επιφύλαξη των ρητώς προβλεπομένων προς τούτο εξαιρέσεων (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης καταλέγονται οι συνδεόμενες με την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη, ιδίως δε οι σχετικές με την άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 21 ΣΛΕΕ (βλ. αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Grzelczyk, C‑184/99, EU:C:2001:458, σκέψη 33, της 11ης Ιουλίου 2002, D’Hoop, C‑224/98, EU:C:2002:432, σκέψη 29, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 62).

32      Μολονότι, στην παρούσα κατάσταση του δικαίου της Ένωσης, οι κανόνες περί της ληξιαρχικής καταχωρίσεως του επωνύμου και του ονόματος φυσικού προσώπου εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν, πάντως, να συμμορφώνονται προς το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελευθερία όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν στο έδαφος των κρατών μελών (βλ. αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, Garcia Avello, C‑148/02, EU:C:2003:539, σκέψη 25, της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 16, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 38 και 39, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 63).

33      Στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι ο αιτών έχει την ιθαγένεια δύο κρατών μελών και ότι άσκησε, ως πολίτης της Ένωσης, το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος καταγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.

34      Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα αποκλειστικώς τη διάταξη αυτή η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο που απέκτησε υπήκοος του κράτους αυτού εντός άλλου κράτους μέλους, του οποίου έχει επίσης την ιθαγένεια, σε περιστάσεις όπως εκείνες της υποθέσεως της κύριας δίκης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 65).

 Επί της υπάρξεως περιορισμού

35      Πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι το όνομα και το επώνυμο ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής ζωής του, οι οποίες προστατεύονται βάσει του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ). Μολονότι δεν μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 7 του Χάρτη, το όνομα και το επώνυμο ενός προσώπου αφορά πράγματι την ιδιωτική και την οικογενειακή ζωή του, καθόσον αποτελεί μέσο ταυτοποιήσεώς του και συνδέσεως με ορισμένη οικογένεια (βλ., όσον αφορά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 66).

36      Εθνική ρύθμιση η οποία περιάγει σε δυσμενή θέση ορισμένους ημεδαπούς για τον λόγο και μόνον ότι άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος συνιστά περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 21, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 53, και της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 68).

37      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο ημεδαπού ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, όπως το επώνυμο αυτό καθορίσθηκε στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος, δύναται να παρακωλύσει την άσκηση του κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών. Πράγματι, λόγω διαφοράς μεταξύ δύο ονομάτων που αφορούν το ίδιο πρόσωπο ενδέχεται να προκληθεί σύγχυση και να ανακύψουν προβλήματα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψεις 39, 41, 42, 66 και 71).

38      Εν προκειμένω, η άρνηση των γερμανικών αρχών να αναγνωρίσουν την αλλαγή των ονομάτων και του επωνύμου Γερμανού υπηκόου, η οποία συνετελέσθη βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης ο υπήκοος αυτός, δύναται να συνιστά τέτοιο περιορισμό. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου, πάντως, προκύπτει ότι, για να αποτελεί περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζονται βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ, η άρνηση μεταβολής των ονομάτων και του επωνύμου υπηκόου κράτους μέλους και αναγνωρίσεως των ονομάτων και του επωνύμου που απέκτησε σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να δύναται να προκαλέσει στον ενδιαφερόμενο «σοβαρά προβλήματα» διοικητικής, επαγγελματικής και ιδιωτικής φύσεως (βλ., σχετικώς απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

39      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, οσάκις το επώνυμο που χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν αντιστοιχεί σ’ αυτό που αναγράφεται στο έγγραφο το οποίο υποβάλλεται ως αποδεικτικό της ταυτότητας του προσώπου ή εάν σε δύο έγγραφα που υποβάλλονται από κοινού δεν αναγράφεται το ίδιο επώνυμο, ενδέχεται, λόγω της διαφοράς μεταξύ επωνύμων, να εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα του προσώπου, τη γνησιότητα των υποβληθέντων εγγράφων ή την πιστότητα του περιεχομένου τους (απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 28).

40      Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει, όσον αφορά υπήκοο κράτους μέλους το οποίο αρνείται να αναγνωρίσει το επώνυμο που απέκτησε το πρόσωπο αυτό συνεπεία της υιοθεσίας του εντός άλλου κράτους μέλους στο οποίο διαμένει, ότι ο σαφής κίνδυνος να υποχρεωθεί ένα πρόσωπο, εξαιτίας της διαφοράς μεταξύ ονομάτων, να άρει τις αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του αποτελεί περίσταση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 70).

41      Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν τα προβλήματα που οφείλονται στις διαφορές μεταξύ των ονομάτων και των επωνύμων που φέρει ο αιτών της κύριας δίκης ήταν επιζήμια για εκείνον, στην ιδιωτική και επαγγελματική ζωή του. Ουδόλως προκύπτει ότι το όνομα που απέκτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει μεγάλη σημασία για την ταυτοποίηση του αιτούντος της κύριας δίκης και τη σύνδεσή του με ορισμένη οικογένεια.

42      Αντιθέτως, ο αιτών της κύριας δίκης υποστήριξε, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση επ’ ακροατηρίου, ότι αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, κατά την έννοια της προμνημονευθείσας στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, ιδίως κατά την καταχώριση σε μητρώο εταιριών, στη Γερμανία, υποκαταστήματος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που συνέστησε στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τις ανάγκες της οποίας, ως Γερμανός πολίτης, υποχρεώθηκε να αποδείξει την ταυτότητά του βάσει γερμανικών εγγράφων στα οποία αναγραφόταν ονοματεπώνυμο διαφορετικό από εκείνο που αναγραφόταν στα προερχόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφα, καθώς και κατά το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού για την εταιρία αυτή ή, ακόμη, στο πλαίσιο απλών ελέγχων της τροχαίας κατά τους οποίους υποχρεώθηκε να επιδείξει τη βρετανική άδειά του οδηγήσεως και, σύμφωνα με τον γερμανικό νόμο περί εγγράφων ταυτότητας, γερμανικό δελτίο ταυτότητας.

43      Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι σε πολλές συναλλαγές της καθημερινής ζωής, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο, απαιτείται η απόδειξη της ταυτότητας, επιπλέον δε, όταν πρόκειται για οικογένεια, η απόδειξη της φύσεως των οικογενειακών δεσμών που συνδέουν τα διάφορα μέλη αυτής (απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 73).

44      Δεδομένου ότι ο αιτών της κύριας δίκης έχει δύο ιθαγένειες, τόσο οι γερμανικές όσο και οι βρετανικές αρχές μπορούν να του χορηγούν επίσημα έγγραφα, όπως διαβατήριο. Ο αιτών της κύριας δίκης, όμως, έχει καταχωρισθεί με διαφορετικά ονόματα και επώνυμα στο γερμανικό ληξιαρχείο και στις βρετανικές αρχές. Συγκεκριμένα, τα ονόματα και το επώνυμο «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff» τα οποία αναγράφονται στο βρετανικό διαβατήριο και στη βρετανική άδειά του οδηγήσεως δεν είναι όμοια με τα ονόματα και το επώνυμο «Nabiel Peter Bogendorff von Wolffersdorff» που έχουν καταχωρισθεί στο γερμανικό ληξιαρχείο και στα γερμανικά έγγραφα ταυτότητας.

45      Όπως και στην περίπτωση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), ο σαφής κίνδυνος, σε περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, να υποχρεωθεί ένα πρόσωπο, εξαιτίας της διαφοράς μεταξύ ονομάτων, να άρει τις αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του αποτελεί περίσταση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ.

46      Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι, καθόσον η ανήλικη κόρη του αιτούντος της κύριας δίκης διαθέτει δύο διαβατήρια στο όνομα «Larissa Xenia Gräfin von Wolffersdorff Freiin von Bogendorff», τα οποία έχουν χορηγηθεί, αντιστοίχως, από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Oberlandesgericht Dresden (εφετείου της περιφέρειας Δρέσδης), από τις γερμανικές αρχές, ο αιτών της κύριας δίκης διατρέχει επίσης τον κίνδυνο, λόγω του αναγραφομένου στο γερμανικό διαβατήριό επωνύμου του, το οποίο διαφέρει εκείνου της κόρης του, να αντιμετωπίσει δυσχέρειες προκειμένου να αποδείξει τους οικογενειακούς δεσμούς που τον συνδέουν με την κόρη του.

47      Κατά συνέπεια, η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν τα ονόματα και το επώνυμο ημεδαπού, όπως αυτά καθορίσθηκαν και καταχωρίσθηκαν σε δεύτερο κράτος μέλους, του οποίου την ιθαγένεια έχει επίσης το πρόσωπο αυτό, αποτελεί περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζονται βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ για κάθε πολίτη της Ένωσης.

 Επί της υπάρξεως δικαιολογήσεως

48      Κατά πάγια νομολογία, τυχόν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο βάσει αντικειμενικών λόγων και εφόσον είναι ανάλογο του θεμιτώς επιδιωκομένου από το εθνικό δίκαιο σκοπού (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 29, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 81).

49      Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει τέσσερις λόγους δυνάμενους να δικαιολογήσουν την άρνηση αναγνωρίσεως και καταχωρίσεως των ονομάτων και του επωνύμου που απέκτησε ο αιτών της κύριας δίκης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι λόγοι αυτοί αντλούνται από τις αρχές της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου, από το ότι η μεταβολή του ονοματεπωνύμου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπήρξε οικειοθελής, άνευ οποιασδήποτε σχέσεως με μεταβολή της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, από τον μακροσκελή και σύνθετο χαρακτήρα του επιλεγέντος ονοματεπωνύμου, καθώς και από λόγους σχετικούς με τις λύσεις που προέκρινε το γερμανικό Σύνταγμα και με την κατάργηση των τίτλων ευγενείας.

 Επί των αρχών της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου

50      Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο η αλλαγή ονοματεπωνύμου με δήλωση βουλήσεως, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως συνεπεία της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, δεν επιτρέπεται κατά το γερμανικό δίκαιο έγκειται κυρίως στις αρχές της σταθερότητας και της συνέχειας του ονοματεπωνύμου, το οποίο πρέπει να συνιστά αξιόπιστο και διαρκές στοιχείο ταυτοποιήσεως ενός προσώπου.

51      Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 30 και 31της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), επί υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας οι γερμανικές αρχές είχαν επικαλεσθεί τις αρχές της βεβαιότητας και της συνέχειας προς στήριξη της ιθαγένειας ενός προσώπου ως συνδέσμου για τον καθορισμό του επωνύμου του, ότι, όσο θεμιτές και αν είναι καθαυτές οι αρχές αυτές, δεν μπορεί να τους προσδίδεται τέτοια σημασία ώστε να δύνανται να δικαιολογήσουν άρνηση των αρμοδίων αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν το επώνυμο του ενδιαφερομένου προσώπου, όπως αυτό έχει καθορισθεί και καταχωρισθεί σε άλλο κράτος μέλος.

 Επί του οικειοθελούς χαρακτήρα της μεταβολής ονοματεπωνύμου

52      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η διαφορά μεταξύ των ονοματεπωνύμων που αναγράφονται στο βρετανικό και στο γερμανικό διαβατήριο του αιτούντος της κύριας δίκης δεν οφείλεται στις συνθήκες της γεννήσεώς του, σε υιοθεσία ή σε άλλη μεταβολή της προσωπικής καταστάσεώς του, αλλά στην απόφασή του να αλλάξει ονοματεπώνυμο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η απόφαση αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε λόγους προσωπικής εξυπηρετήσεως. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η επιλογή αυτή είναι άξια προστασίας.

53      Επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το ληξιαρχείο του Δήμου Καρλσρούης, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 του EGBGB δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στο οικογενειακό δίκαιο. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η διάταξη αυτή, η οποία θεσπίσθηκε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), δημιουργεί νομική βάση που καθιστά δυνατό σε πρόσωπο υποκείμενο στο γερμανικό δίκαιο να επιλέγει όνομα το οποίο αποκτήθηκε και καταχωρίσθηκε εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον τούτο δεν αντιβαίνει στις ουσιώδεις αρχές του γερμανικού δικαίου. Η κυβέρνηση αυτή διευκρίνισε ότι η καταχώριση του ονόματος αυτού μπορεί να πραγματοποιηθεί με δήλωση του ενδιαφερομένου στο ληξιαρχείο, με την οποία επισημαίνεται ότι το πρόσωπο αυτό επιθυμεί να φέρει όνομα κτηθέν σε άλλο κράτος μέλος αντί εκείνου που φέρει κατ’ εφαρμογήν του γερμανικού δικαίου περί προσωπικής καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το όνομα αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια συνήθους διαμονής, δηλαδή διαμονής ορισμένης χρονική διάρκειας η οποία είχε ως αποτέλεσμα κοινωνική ένταξη ορισμένου βαθμού. Η απαίτηση αυτή σκοπεί να αποτρέψει το ενδεχόμενο Γερμανοί υπήκοοι, έχοντες ως αποκλειστικό σκοπό την καταστρατήγηση του εθνικού δικαίου τους περί προσωπικής καταστάσεως, να διαμένουν για βραχύ χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος με ευνοϊκότερη νομοθεσία προκειμένου να αποκτήσουν το όνομα που επιθυμούν.

54      Συναφώς, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου αποτελεί συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του και της ιδιωτικής ζωής του, οι οποίες προστατεύονται βάσει του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

55      Στην απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1994, Stjerna κατά Φινλανδίας (ECLI:CE:ECHR:1994:1125JUD001813191 § 38 και 39), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναγνώρισε την καθοριστική σημασία του ονοματεπωνύμου για την ταυτοποίηση των προσώπων και έκρινε ότι η άρνηση των φινλανδικών αρχών να επιτρέψουν στον προσφεύγοντα την απόκτηση συγκεκριμένου νέου επωνύμου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί κατ’ ανάγκην ως παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος του ενδιαφερομένου στον σεβασμό της προσωπικής ζωής του, όπως θα συνέβαινε, επί παραδείγματι, στην περίπτωση της υποχρεώσεως αλλαγής επωνύμου. Δέχθηκε, πάντως, ότι είναι δυνατό να υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για τους οποίους ένα πρόσωπο επιθυμεί να αλλάξει το όνομα του, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι τυχόν εκ του νόμου περιορισμοί της δυνατότητας αυτής μπορούν να δικαιολογηθούν για λόγους δημοσίου συμφέροντος· παραδείγματος χάριν, προκειμένου να διασφαλισθεί η ακριβής απογραφή του πληθυσμού ή τα μέσα προσωπικής ταυτοποιήσεως και προκειμένου να συνδέονται όσοι φέρουν ορισμένο επώνυμο με μια οικογένεια.

56      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτός καθαυτόν ο οικειοθελής χαρακτήρας της αλλαγής του ονοματεπωνύμου δεν θίγει το γενικό συμφέρον και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί αφεαυτού να δικαιολογήσει περιορισμό του άρθρου 21 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, οι γερμανικές αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση ονοματεπωνύμου το οποίο έχει αποκτήσει νομίμως Γερμανός υπήκοος σε άλλο κράτος μέλος, απλώς και μόνον επειδή η αλλαγή αυτή ονοματεπωνύμου έγινε για λόγους προσωπικής εξυπηρετήσεως του ενδιαφερομένου και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το σκεπτικό που υπαγόρευσε τη συγκεκριμένη μεταβολή.

57      Όσον αφορά, ειδικότερα, τη μέριμνα, όσον αφορά τις οικειοθελείς αλλαγές ονόματος, να αποτρέπεται η καταστρατήγηση του εθνικού δικαίου περί προσωπικής καταστάσεως διά της αποκλειστικώς προς τούτο ασκήσεως της ελευθερίας κυκλοφορίας και των συνακόλουθων δικαιωμάτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στη σκέψη 24 της αποφάσεως της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126), το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να αποτρέπει το ενδεχόμενο ορισμένοι από τους υπηκόους του, εκμεταλλευόμενοι τις ευχέρειες που παρέχονται βάσει της Συνθήκης, να εκφεύγουν καταχρηστικώς της υπαγωγής τους στην εθνική νομοθεσία και ότι οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης καταχρηστικώς ή καταστρατηγώντας τους.

58      Ως εκ τούτου, η άρνηση αναγνωρίσεως του βρετανικού ονοματεπωνύμου του αιτούντος της κύριας δίκης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλώς και μόνον επειδή η αλλαγή ονοματεπωνύμου συνετελέσθη με πρωτοβουλία του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι που υπαγόρευσαν την αλλαγή αυτή.

 Επί του μακροσκελούς χαρακτήρα του ονόματος

59      Κατά το αιτούν δικαστήριο, η γερμανική έννομη τάξη επιδιώκει επίσης τον σκοπό της αποφυγής της χρήσεως δυσανάλογα μακροσκελών ή υπέρμετρα σύνθετων ονοματεπωνύμων. Επισημαίνει συναφώς ότι το ονοματεπώνυμο που επέλεξε ο αιτών της κύριας δίκης, συγκεκριμένα δε το «Peter Mark Emanuel Graf von Wolffersdorff Freiherr von Bogendorff» είναι ασυνήθιστα μακροσκελές για τα γερμανικά δεδομένα.

60      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει, στη σκέψη 36 της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul (C‑353/06, EU:C:2008:559), αποφαινόμενο επί επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το γερμανικό δίκαιο δεν επιτρέπει την απονομή σύνθετων ονομάτων για πρακτικούς λόγους, σκοπούντες στον περιορισμό του μάκρους των ονοματεπωνύμων, ότι τέτοιοι λόγοι διευκολύνσεως της διοικήσεως δεν αρκούν για να δικαιολογηθεί περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας.

 Επί της καταργήσεως των προνομίων και της απαγορεύσεως χρήσεως τίτλων ευγενείας ή της εκ νέου δημιουργίας εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής

61      Κατά την κεντρική νομική υπηρεσία του Δήμου Καρλσρούης και τη Γερμανική Κυβέρνηση, στην υπόθεση της κύριας δίκης, αντικειμενικός λόγος δυνάμενος να δικαιολογήσει περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας μπορεί να αντληθεί από την αρχή της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου, καθώς και από τη συνταγματική επιλογή καταργήσεως των προνομίων και των ανισοτήτων που σχετίζονται με τη γέννηση ή την κοινωνική τάξη και απαγορεύσεως της χρήσεως τίτλων ευγενείας ως τέτοιων, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε με το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του Θεμελιώδους Νόμου. Τυχόν αναγνώριση ελευθέρως επιλεγέντος ονοματεπωνύμου, αποτελούμενου από πλείονες τίτλους ευγενείας, το οποίο αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος και του οποίου η απόκτηση δεν συνιστούσε συνέπεια μεταβολής της προσωπικής καταστάσεως κατόπιν της εφαρμογής διατάξεων του οικογενειακού δικαίου, θα συνεπαγόταν τη δημιουργία νέου τίτλου ευγενείας, ενδεχόμενο το οποίο θα αντέβαινε στη γερμανική δημόσια τάξη.

62      Η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 123 του Θεμελιώδους Νόμου, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαΐμάρης, όλα τα προνόμια και οι ανισότητες που σχετίζονται με τη γέννηση ή την κοινωνική τάξη καταργήθηκαν στη Γερμανία. Μολονότι οι τίτλοι ευγενείας που χρησιμοποιούνταν πράγματι κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος της Βαϊμάρης επιτρέπεται να εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία του ονόματος και μπορούν να μεταβιβασθούν λόγω γεγονότος εμπίπτοντος στην προσωπική κατάσταση, η δημιουργία νέων τίτλων ευγενείας και η απονομή τους απαγορεύεται. Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, κατά πάγια εθνική νομολογία, η, διά της αλλαγής ονοματεπωνύμου, απόκτηση ονοματεπωνύμου περιέχοντος τίτλο ευγενείας ως στοιχείο αυτού εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως που προβλέπει το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαΐμάρης, και προσθέτει ότι απαγορεύεται επίσης η εκ νέου δημιουργία εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής, ιδίως διά της αλλαγής του ονοματεπωνύμου. Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, αποτελούν μέρος της γερμανικής δημοσίας τάξεως, σκοπούν να διασφαλίσουν την ίση μεταχείριση όλων των Γερμανών πολιτών.

63      Η κεντρική νομική υπηρεσία του Δήμου Καρλσρούης και η Γερμανική Κυβέρνηση παραπέμπουν συναφώς στη σκέψη 94 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση των αρχών κράτους μέλους να αναγνωρίσουν, ως προς όλα τα στοιχεία του, το επώνυμο υπηκόου του κράτους αυτού, όπως καθορίσθηκε σε άλλο κράτος μέλος εντός του οποίου διαμένει ο εν λόγω υπήκοος, λόγω της υιοθεσίας του ως ενηλίκου από υπήκοο του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, καθόσον το επώνυμο αυτό περιέχει τίτλο ευγενείας που απαγορεύεται στο πρώτο κράτος μέλος βάσει του συνταγματικού δικαίου του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μέτρο που παρακωλύει αδικαιολόγητα την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή των πολιτών της Ένωσης.

64      Συναφώς, μολονότι, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το γερμανικό δίκαιο διαφοροποιείται σε σχέση με τις διατάξεις του αυστριακού δικαίου που εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), καθόσον δεν προβλέπει αυστηρή απαγόρευση της χρήσης και της μεταβιβάσεως τίτλων ευγενείας, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν να χρησιμοποιούνται ως αναπόσπαστο μέρος επωνύμου, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι, θεωρούμενο εντός του πλαισίου της λύσεως που προέκρινε το γερμανικό Σύνταγμα, το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας κράτους μέλους η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο δικαιολογήσεως περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που κατοχυρώνεται βάσει του δικαίου της Ένωσης.

65      Η δικαιολόγηση που άπτεται της αρχής της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου και της συνταγματικής επιλογής περί καταργήσεως των προνομίων και των ανισοτήτων και περί απαγορεύσεως της χρήσεως τίτλων ευγενείας ως τέτοιων πρέπει να ερμηνευθεί ως σχετιζόμενη με λόγο δημοσίας τάξεως.

66      Κατά πάγια νομολογία, αντικειμενικοί λόγοι σχετιζόμενοι με τη δημόσια τάξη δύνανται να δικαιολογήσουν την εντός κράτους μέλους άρνηση να αναγνωρισθεί το επώνυμο υπηκόου του κράτους αυτού, όπως καθορίσθηκε σε άλλο κράτος μέλος (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2008, Grunkin και Paul, C‑353/06, EU:C:2008:559, σκέψη 38, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 85).

67      Το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη υπενθυμίσει ότι η έννοια της δημοσίας τάξεως ως δικαιολόγηση παρεκκλίσεως από θεμελιώδη ελευθερία πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, έτσι ώστε το περιεχόμενό της να μην καθορίζεται μονομερώς από έκαστο των κρατών μελών, άνευ ελέγχου εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, επίκληση της δημόσιας τάξεως χωρεί μόνο σε περίπτωση πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 86).

68      Πάντως, οι ειδικές περιστάσεις που δύνανται να δικαιολογήσουν την προσφυγή στην έννοια της δημοσίας τάξεως μπορούν να διαφέρουν αναλόγως του κράτους μέλους και της χρονικής περιόδου. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές διαθέτουν προς τούτο περιθώριο εκτιμήσεως εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 87).

69      Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι το άρθρο 109, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος της Βαϊμάρης, βάσει του οποίου καταργούνται τα προνόμια και οι τίτλοι ευγενείας και απαγορεύεται η δημιουργία νέων τίτλων που δημιουργούν την εντύπωση αριστοκρατικής καταγωγής, ακόμη και με τη μορφή μέρους του ονόματος, αποτελεί την εφαρμογή της γενικότερης αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των Γερμανών πολιτών.

70      Όπως, όμως, επισήμανε το Δικαστήριο στη σκέψη 89 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), η έννομη τάξη της Ένωσης κατατείνει αναντίρρητα στη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ως γενικής αρχής του δικαίου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται επίσης με το άρθρο 20 του Χάρτη.

71      Δεν υφίσταται, επομένως, αμφιβολία, περί του ότι ο σκοπός τηρήσεως της αρχής της ισότητας αποτελεί θεμιτό σκοπό από απόψεως του δικαίου της Ένωσης.

72      Μέτρα περιοριστικά θεμελιώδους ελευθερίας μπορούν να δικαιολογηθούν από λόγους σχετικούς με τη δημόσια τάξη μόνον εφόσον είναι κατάλληλα να διασφαλίσουν την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκουν και αναγκαία για την προστασία των συμφερόντων στη διασφάλιση των οποίων σκοπούν και μόνο στον βαθμό που οι σκοποί αυτοί δεν μπορούν να επιτευχθούν με λιγότερο περιοριστικά μέτρα (βλ. αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψη 36, της 10ης Ιουλίου 2008, Jipa, C‑33/07, EU:C:2008:396, σκέψη 29, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 90).

73      Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει συναφώς ότι δεν απαιτείται το περιοριστικό μέτρο που επέβαλαν οι αρχές κράτους μέλους να απηχεί αντίληψη κοινή στο σύνολο των κρατών μελών, όσον αφορά τον τρόπο προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος ή του επίμαχου θεμιτού συμφέροντος και ότι, αντιθέτως, ο αναγκαίος χαρακτήρας και η αναλογικότητα των διατάξεων που θεσπίσθηκαν σχετικώς δεν αποκλείεται απλώς και μόνον επειδή ένα κράτος μέλος επέλεξε διαφορετικό σύστημα προστασίας από εκείνο που υιοθέτησε ένα άλλο κράτος μέλος (αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, Omega, C‑36/02, EU:C:2004:614, σκέψεις 37 και 38, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 91). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της, μέρος της οποίας είναι και η δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος του κράτους (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, C‑208/09, EU:C:2010:806, σκέψη 92).

74      Στη σκέψη 93 της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας το γεγονός ότι κράτος μέλος επιδιώκει την επίτευξη του σκοπού της τηρήσεως της αρχής της ισότητας απαγορεύοντας την οποιαδήποτε εκ μέρους των πολιτών του κτήση, κατοχή ή χρήση τίτλων ευγενείας ή στοιχείων δηλωτικών τίτλου ευγενείας που μπορεί να δημιουργήσουν σε άλλους την πεποίθηση ότι το πρόσωπο που φέρει το όνομα κατέχει τέτοιο τίτλο. Έκρινε, επομένως, ότι, αρνούμενες να αναγνωρίσουν τα δηλωτικά τίτλου ευγενείας στοιχεία ονόματος όπως αυτό της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, οι αρμόδιες επί ληξιαρχικών θεμάτων αυστριακές αρχές δεν υπερέβησαν προφανώς το αναγκαίο μέτρο για να διασφαλισθεί η επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμελιώδους συνταγματικού σκοπού.

75      Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, μολονότι διοικητική πρακτική, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της επίμαχης δίκης, η οποία συνίσταται στην άρνηση αναγνωρίσεως των δηλώσεων περί επιλογής ονόματος, δικαιολογείται με την επίκληση λόγων δημοσίας τάξεων παρεμφερών εκείνων στους οποίους στηρίζεται η μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αυστριακή νομοθεσία, η γερμανική έννομη τάξη, αντιθέτως προς την αυστριακή, δεν περιλαμβάνει αυστηρή απαγόρευση ως προς την εξακολούθηση της χρήσεως τίτλων ευγενείας. Μολονότι από της θέσεως σε ισχύ του Συντάγματος της Βαϊμάρης δεν απονεμήθηκαν νέοι τίτλοι ευγενείας, οι υφιστάμενοι κατά τον χρόνο εκείνο τίτλοι εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία του ονόματος. Κατά συνέπεια, γίνεται δεκτό ότι, ανεξαρτήτως της καταργήσεως των τίτλων ευγενείας, τα ονόματα Γερμανών πολιτών περιλαμβάνουν, λόγω της καταγωγής τους, στοιχεία που αντιστοιχούν σε πρώην τίτλους ευγενείας. Επιπλέον, κατά το επί του παρόντος ισχύον γερμανικό δίκαιο περί προσωπικής καταστάσεως, είναι δυνατή η κτήση τέτοιων στοιχείων του ονόματος λόγω υιοθεσίας.

76      Αντιθέτως, θα αντέβαινε στην πρόθεση του Γερμανού νομοθέτη το ενδεχόμενο Γερμανοί υπήκοοι, κάνοντας χρήση του δικαίου άλλου κράτους μέλους, να υιοθετούν εκ νέου τους καταργηθέντες τίτλους ευγενείας. Τυχόν συστηματική αναγνώριση, όμως, των αλλαγών ονοματεπωνύμων, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ενδέχεται να έχει το αποτέλεσμα αυτό.

77      Καθόσον στη Γερμανία γίνεται δεκτό ότι ορισμένα πρόσωπα μπορούν να φέρουν στο ονοματεπώνυμό τους στοιχεία που αντιστοιχούν σε πρώην τίτλους ευγενείας, τίθεται το ζήτημα αν η απαγόρευση της ελεύθερης επιλογής νέου ονοματεπωνύμου περιλαμβάνοντος πρώην τίτλους ευγενείας και η πρακτική των γερμανικών αρχών να αρνούνται να αναγνωρίσουν τέτοιο ονοματεπώνυμο είναι κατάλληλες και αναγκαίες για να διασφαλίσουν την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημοσίας τάξεως αυτού του κράτους μέλους, η οποία έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα την αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των Γερμανών πολιτών.

78      Αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein (C‑208/09, EU:C:2010:806), η εκτίμηση περί του αναλογικού χαρακτήρα πρακτικής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαιτεί ανάλυση και στάθμιση διαφόρων νομικών και πραγματικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν το οικείο κράτος μέλος, στις οποίες καταλληλότερο να προβεί είναι το αιτούν δικαστήριο.

79      Ειδικότερα, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι αρμόδιες επί ληξιαρχικών θεμάτων γερμανικές αρχές, αρνούμενες να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο που απέκτησε στο Ηνωμένο Βασίλειο ο αιτών της κύριας δίκης για τον λόγο ότι η επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της αρχής της ισότητας όλων των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου προϋποθέτει ότι απαγορεύεται στους Γερμανούς υπηκόους να αποκτούν και να χρησιμοποιούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τίτλους ευγενείας ή στοιχεία δηλωτικά τίτλων ευγενείας δυνάμενα να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι ο φορέας του ονόματος κατέχει τέτοιο τίτλο, υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκομένου θεμελιώδους σκοπού συνταγματικού χαρακτήρα.

80      Συναφώς, κατά τη στάθμιση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας που παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης βάσει του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και των θεμιτών συμφερόντων τα οποία επιδιώκονται διά των περιορισμών της χρήσεως τίτλων ευγενείας και διά της απαγορεύσεως της εκ νέου δημιουργίας εντυπώσεως περί αριστοκρατικής καταγωγής που θέσπισε ο Γερμανός νομοθέτης, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Μολονότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν αφεαυτών να αποτελέσουν δικαιολόγηση, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας.

81      Επομένως, πρέπει να ληφθούν υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι ο αιτών της κύριας δίκης άσκησε το δικαίωμα αυτό και έχει διπλή, γερμανική και βρετανική, ιθαγένεια, το ότι τα κτηθέντα στο Ηνωμένο Βασίλειο στοιχεία του ονοματεπωνύμου που, κατά τις γερμανικές αρχές, θίγουν τη δημόσια τάξη δεν αποτελούν τυπικώς ούτε στη Γερμανία ούτε στο Ηνωμένο Βασίλειο τίτλους ευγενείας και το γεγονός ότι το γερμανικό δικαστήριο που υποχρέωσε τις αρμόδιες αρχές να προβούν στην καταχώριση του ονοματεπωνύμου της κόρης του αιτούντος της κύριας δίκης, το οποίο αποτελείται από στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας, όπως είχε καταχωρισθεί από τις βρετανικές αρχές, δεν έκρινε ότι η καταχώριση αυτή αντέβαινε στη δημόσια τάξη.

82      Αφετέρου, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η υπό κρίση μεταβολή ονοματεπωνύμου στηρίζεται σε επιλογή που αποσκοπεί αμιγώς στην προσωπική εξυπηρέτηση του αιτούντος της κύριας δίκης, ότι η συνεπεία αυτής της μεταβολής διαφορά μεταξύ ονοματεπωνύμων δεν οφείλεται ούτε στις συνθήκες γεννήσεως του αιτούντος ούτε σε υιοθεσία ή σε κτήση της βρετανικής ιθαγενείας, και ότι το ονοματεπώνυμο που επελέγη στο Ηνωμένο Βασίλειο περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, χωρίς να αποτελούν τυπικώς τίτλους ευγενείας στη Γερμανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, του προσδίδουν την εντύπωση ονόματος δηλωτικού αριστοκρατικής καταγωγής.

83      Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι ο αντικειμενικός λόγος που αντλείται από τη δημόσια τάξη και από την αρχή της ισότητας των Γερμανών πολιτών ενώπιον του νόμου δύναται, εφόσον γίνει δεκτός, να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως της αλλαγής του επωνύμου του αιτούντος της κύριας δίκης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως της αλλαγής των ονομάτων του.

84      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε αυτό το ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας που δεν γίνονται δεκτά κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον αποδεικνύεται, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ότι η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως δικαιολογείται, εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, βάσει λόγων απτομένων της δημοσίας τάξεως, καθόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των πολιτών του εν λόγω κράτους μέλους.

 Επί των δικαστικών εξόδων

85      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε αυτό το ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας που δεν γίνονται δεκτά κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον αποδεικνύεται, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ότι η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως δικαιολογείται, εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, βάσει λόγων απτομένων της δημοσίας τάξεως, καθόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των πολιτών του εν λόγω κράτους μέλους.

 

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone