ΣτΕ 3632/2015 ΔΣΑ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος

ΣτΕ 3632/2015 ΔΣΑ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος

  ΣτΕ Ολ 3632/2015 ΔΣΑ κατά Υπουργού Περιβάλλοντος

Αριθμός 3632/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος,
Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ,
Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Ηρ. Τσακόπουλος,
Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Δ. Μακρής, Β.
Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ο.
Νικολαράκου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ιω. Γράβαρης και Β.
Αναγνωστοπούλου – Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως
αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ.
Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 6 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση:

των: 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα
(Ακαδημίας 60), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Γεώργιο Πολίτη (Α.Μ. 2728 ΔΣ Πειραιώς)
και β) Γεώργιο Ξανθούλη (Α.Μ. 11019), που τους διόρισε με πρακτικό του Διοικητικού του
Συμβουλίου, 2. σωματείου με την επωνυμία ….., 3. σωματείου με την επωνυμία «………», που
εδρεύει στην Αθήνα (….), 4. σωματείου με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στην Αθήνα (………),
τα οποία παρέστησαν με τους ίδιους πιο πάνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 5.
αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «…», που
εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (…), η οποία δεν παρέστη, 6. σωματείου με την επωνυμία «…», που
εδρεύει στην Αθήνα (…), 7. αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον
διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (……..), 8. σωματείου με την επωνυμία
«…….», που εδρεύει στην Αθήνα (….), 9. σωματείου με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό
τίτλο «…», που εδρεύει στην Αθήνα (….), τα οποία παρέστησαν με τους ίδιους πιο πάνω
δικηγόρους, που τους διόρισαν με πληρεξούσια, 10. σωματείου με την επωνυμία «…», που εδρεύει
στην Αθήνα (…), το οποίο παρέστη με τους ίδιους πιο πάνω δικηγόρους, στους οποίους δόθηκε
προθεσμία μέχρι τις 18 Νοεμβρίου 2014 για τη νομιμοποίησή τους, 11. Δήμου .. και 12. Δήμου…, οι
οποίοι παρέστησαν με τους ίδιους πιο πάνω δικηγόρους, που τους διόρισαν με αποφάσεις των
Οικονομικών τους Επιτροπών,

κατά των Υπουργών: 1. Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, 2. Εσωτερικών, 3.
Οικονομικών, 4. Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, 5. Πολιτισμού και Αθλητισμού, 6. Αγροτικής
Ανάπτυξης και Τροφίμων, 7. Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, 8. Τουρισμού και 9. Ναυτιλίας
και Αιγαίου, οι οποίοι παρέστησαν με τους: α) Αθηνά Αλεφάντη και β) Νικόλαο Μουδάτσο, Νομικούς
Συμβούλους του Κράτους,

και κατά του παρεμβαίνοντος σωματείου με την επωνυμία «…. (..)», που εδρεύει στην Αθήνα
(……), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία Φλώρου (Α.Μ. 13427), που τη διόρισε με
πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 8 Μαΐου 2014
πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα
με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 67659/9.12.2013
κοινή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση Υπουργών (ΦΕΚ Β΄ 3155/12.12.2013), β) η υπ’ αριθμ.
65657/9.12.2013 κοινή απόφαση των ιδίων πιο πάνω Υπουργών (ΦΕΚ Β΄ 3156/12.12.2013), γ) η
υπ’ αριθμ. 51212/17.9.2013 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και
Κλιματικής Αλλαγής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους δικηγόρους των αιτούντων που παρέστησαν, οι οποίοι
ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η
αίτηση, την πληρεξουσία του παρεμβαίνοντος σωματείου και τους αντιπροσώπους των Υπουργών,
οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α
ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ.
1330970 και 3784404/2014 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 30.4.2014 δικόγραφο προσθέτων
λόγων, ζητείται η ακύρωση: α) της υπ’ αριθμ. 67659/9.12.2013 αποφάσεως της Επιτροπής
Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της
Αειφόρου Ανάπτυξης, με τίτλο «Έγκριση τροποποίησης του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού» (ΦΕΚ Β΄ 3155/12.12.2013), β) της υπ’ αριθμ.
65657/9.12.2013 αποφάσεως της αυτής κυβερνητικής επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκαν τα
πορίσματα της εκθέσεως αξιολογήσεως της εφαρμογής του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τον
τουρισμό (ΦΕΚ Β΄ 3156/12.12.2013), καθώς και γ) της υπ’ αριθμ. 51212/17.9.2013 αποφάσεως
του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής με θέμα
«Συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης
(Ε.Σ.Χ.Σ.Α.Α.)», κατά το μέρος που με αυτήν ορίσθηκε ως Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου
Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ο Γενικός Γραμματέας Χωροταξίας και Αστικού
Περιβάλλοντος του ιδίου Υπουργείου.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την
από 8.5.2014 πράξη του Προέδρου λόγω σπουδαιότητας σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ.
α΄ του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8).

4. Επειδή, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει στην δίκη υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων
πράξεων το σωματείο «……..» διότι, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν καταστατικό του, έχει
ως μέλη επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα συνάπτεται με τον τουρισμό, ισχυρίζεται δε ότι
από ενδεχόμενη ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων βλάπτονται τα μέλη του.

5. Επειδή, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν παρέστη η αστική μη
κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…..» ούτε εμφανίσθηκε
εκπρόσωπός της για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως αυτής, ενώ, εξ άλλου, δεν
προσκομίσθηκε, μέσω της Γραμματείας του Δικαστηρίου, συμβολαιογραφική πράξη παροχής
πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο της αιτήσεως. Εξ άλλου, οι
υπογράφοντες το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως δικηγόροι, οι οποίοι και
παρέστησαν κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ως πληρεξούσιοι των λοιπών
έντεκα (11) αιτούντων, έχοντες νομιμοποιηθεί προσηκόντως από τους εννέα αιτούντες, ζήτησαν,
ελλείψει νομιμοποιήσεώς τους από το σωματείο με την επωνυμία «………» και τον Δήμο…, σχετική
προθεσμία, η οποία τους χορηγήθηκε, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 27 του κωδ. π.δ/τος
18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 13 του ν. 1968/1991
(ΦΕΚ Α΄ 150). Όμως, ως την λήξη της χορηγηθείσης προθεσμίας (18.11.2014), μόνον ο Δήμος ..
προσκόμισε πλήρη νομιμοποιητικά στοιχεία προς τους ανωτέρω δικηγόρους, ενώ ο «…………..»
δεν προσκόμισε κανένα νομιμοποιητικό στοιχείο. Συνεπώς, ως προς
δύο αιτούντες, την «…..» και τον «……», η κρινομένη αίτηση πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 27 του
π.δ/τος 18/1989, όπως αυτό ισχύει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

6. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 90 περ. ζ΄ του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν.
4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208), η προστασία του περιβάλλοντος περιλαμβάνεται μεταξύ των ζητημάτων
για τα οποία αναγνωρίζεται στους δικηγορικούς συλλόγους το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων
βοηθημάτων (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 4576/1977, 2257/2014). Συνεπώς, με έννομο συμφέρον ασκείται η
υπό κρίση αίτηση από τον πρώτο αιτούντα δικηγορικό σύλλογο. Περαιτέρω και τα λοιπά αιτούντα
σωματεία και αστικές εταιρίες, που, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα καταστατικά τους,
έχουν σκοπούς σχετικούς με την προστασία και την διαφύλαξη του περιβάλλοντος, των
οικοσυστημάτων και των οικοτόπων άγριας χλωρίδας και πανίδας της χώρας με έννομο συμφέρον
ασκούν την κρινομένη αίτηση προβάλλοντας ότι οι ρυθμίσεις του προσβαλλόμενου Ειδικού
Πλαισίου, κατά των οποίων στρέφονται, θα υποβαθμίσουν το φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό
περιβάλλον. Τέλος, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινομένη αίτηση οι Δήμοι… και …, η
περιφέρεια των οποίων εμπίπτει στις νέες ρυθμίσεις του προσβαλλομένου Ειδικού Πλαισίου.

7. Επειδή, με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως δεν προβάλλεται λόγος
ακυρώσεως κατά της τρίτης των προσβαλλομένων πράξεων, ήτοι της υπ’ αριθμ. 51212/17.9.2013
αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Ως εκ
τούτου και ανεξαρτήτως του ζητήματος του εμπροθέσμου της προσβολής της, η αίτηση, κατά το
μέρος που στρέφεται κατά της πράξεως αυτής, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (βλ. άρθρο 17
παρ. 2 Π.Δ. 18/1989).

8. Επειδή, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής περί χωροταξικού σχεδιασμού (άρθρα 24
παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8, 106 παρ. 1 του Συντάγματος) εκδόθηκε, αρχικώς, ο ν. 360/1976 «περί
Χωροταξίας και Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ Α΄ 151), ακολούθως δε ο έχων εν προκειμένω εφαρμογή ν.
2742/1999 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 207).
Σύμφωνα με το νόμο αυτό μέσα χωροταξικού σχεδιασμού είναι το γενικό, τα ειδικά και τα
περιφερειακά πλαίσια χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης (βλ. άρθρα 6, 7, 8). Το
Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού αποτελεί σύνολο κειμένων ή και διαγραμμάτων, στο
οποίο καταγράφονται και αξιολογούνται οι παράγοντες που επηρεάζουν την μακροπρόθεσμη
χωρική ανάπτυξη και διάρθρωση του εθνικού χώρου, αποτιμώνται οι χωρικές επιπτώσεις των
διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών και προσδιορίζονται, με προοπτική 15 ετών, οι
βασικές προτεραιότητες και οι στρατηγικές κατευθύνσεις για την χωρική ανάπτυξη και την αειφόρο
οργάνωση του εθνικού χώρου (άρθρο 6 παρ. 1). Το Πλαίσιο αυτό εγκρίνεται από την Ολομέλεια
της Βουλής (άρθρο 6 παρ. 3), οι δε κατευθύνσεις του εξειδικεύονται ή συμπληρώνονται με τα
Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού.
Αντικείμενο των ειδικών πλαισίων αποτελεί, ειδικότερα, η χωρική διάρθρωση ορισμένων κλάδων
παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής σημασίας, δικτύων και υπηρεσιών τεχνικής, κοινωνικής και
διοικητικής υποδομής εθνικού ενδιαφέροντος με εξαίρεση τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες,
των παράκτιων και νησιωτικών περιοχών, των ορεινών και προβληματικών ζωνών, των περιοχών
που υπάγονται σε διεθνείς ή ευρωπαϊκές συμβάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς
και άλλων ενοτήτων του εθνικού χώρου, που παρουσιάζουν κρίσιμα περιβαλλοντικά, αναπτυξιακά
και κοινωνικά προβλήματα (άρθρο 7 παρ. 1). Τα ειδικά πλαίσια καταρτίζονται από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων [στη συνέχεια Υπουργείο Περιβάλλοντος,
Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής] σε συνεργασία με τα κατά περίπτωση αρμόδια Υπουργεία και
λοιπούς αρμοδίους οργανισμούς, εγκρίνονται δε με αποφάσεις της Επιτροπής Συντονισμού της
Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης
που προβλέπεται στο άρθρο 3 του νόμου, οι οποίες λαμβάνονται κατόπιν γνώμης του Εθνικού
Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης του άρθρου 4 του ιδίου νόμου
(άρθρο 7 παρ. 3 και 4). Με το άρθρο 9, εξ άλλου, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των
προσβαλλομένων πράξεων, καθορίσθηκαν οι συνέπειες της εγκρίσεως των πλαισίων χωροταξικού
σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης εν σχέσει προς τα λοιπά μέσα χωροταξικού και πολεοδομικού
σχεδιασμού, που εγκρίνονται σε τοπικό επίπεδο. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται
υποχρέωση εναρμονίσεως των εγκρινομένων, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού,
ρυθμιστικών σχεδίων, γενικών πολεοδομικών σχεδίων, σχεδίων χωρικής και οικιστικής οργάνωσης
ανοικτών πόλεων, σχεδίων ανάπτυξης περιοχών δεύτερης κατοικίας, ζωνών οικιστικού ελέγχου,
περιοχών οργανωμένης ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων ή άλλων σχεδίων χρήσεων γης.

9. Επειδή, περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 7 του ν. 2742/1999
προβλέπεται η υποχρέωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής να
«παρακολουθεί και [να] αξιολογεί την τήρηση των βασικών επιλογών, προτεραιοτήτων και
κατευθύνσεων» των εγκεκριμένων ειδικών χωροταξικών πλαισίων. Προς τον σκοπό αυτόν, ο
νόμος επιτάσσει την, ανά διετία, σύνταξη εκθέσεως αξιολόγησης, στην οποία «αναφέρεται ο βαθμός
και ο τρόπος εφαρμογής» των ειδικών πλαισίων από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα
δημοσίου δικαίου, τις δημόσιες επιχειρήσεις και λοιπούς φορείς του ευρυτέρου δημοσίου τομέα. Με
τις κατά τα ανωτέρω συντασσόμενες εκθέσεις «υποδεικνύονται τα μέτρα, τα προγράμματα, οι
πρωτοβουλίες, δράσεις και οι κάθε είδους ενέργειες που κατά περίπτωση απαιτούνται για την
αποτελεσματική εφαρμογή των Ειδικών Πλαισίων» και «επισημαίνονται ενέργειες που είναι
αντίθετες ή που δεν εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις τους». Τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών
διαβιβάζονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, εν πρώτοις, στο
Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού, το οποίο και γνωμοδοτεί επ’ αυτών, ακολούθως,
μετά την γνωμοδότηση, προωθούνται προς έγκριση στην προαναφερθείσα κυβερνητική επιτροπή
του άρθρου 3 του ν. 2742/1999, εν συνεχεία δε, μετά την έγκριση της Επιτροπής,
γνωστοποιούνται στα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία και λοιπούς αρμόδιους οργανισμούς,
«προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη κατά την προώθηση μέτρων, προγραμμάτων, δράσεων,
ενεργειών και ρυθμίσεων αρμοδιότητάς τους που αφορούν την εφαρμογή των Ειδικών Πλαισίων
Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης». Σύμφωνα, εξ άλλου, με τις διατάξεις της
παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, τα Ειδικά Πλαίσια αναθεωρούνται ανά πενταετία, εφ’ όσον από
την κατά τα ανωτέρω διενεργουμένη αξιολόγηση προκύψει τεκμηριωμένη ανάγκη αναθεωρήσεως,
ενώ, εντός του χρονικού αυτού διαστήματος είναι, κατ’ εξαίρεση, δυνατή η τροποποίησή τους
προκειμένου, μεταξύ άλλων, να προσαρμοσθούν σε σχετικές παρατηρήσεις και υποδείξεις της
έκθεσης παρακολούθησης και αξιολόγησης. Οι ρυθμίσεις αυτές επανελήφθησαν και στο άρθρο 2
της υπ’ αριθμ. 5194/29.11.2010 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας
και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β΄ 1925), με την οποία, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 6
του ν. 2742/1999, καθορίσθηκε η διαδικασία παρακολούθησης και εφαρμογής των χωροταξικών
πλαισίων.

10. Επειδή, τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια, τα οποία αποτελούν, κατά το σύστημα του νόμου, το
δεύτερο στάδιο χωροταξικού σχεδιασμού, περιλαμβάνουν αφ’ ενός, επιλογές στρατηγικού
χαρακτήρα συναρτώμενες με μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις εντασσόμενες στα προγράμματα
οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως, που εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής κατά το
άρθρο 79 παρ. 8 του Συντάγματος, και, αφ’ ετέρου, γενικές κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις
συνδεόμενες αρρήκτως με τα ανωτέρω ζητήματα. Τόσο οι γενικές κατευθύνσεις που περιέχονται
στα ειδικά χωροταξικά σχέδια, αν και καταλείπουν ευρύτατη ευχέρεια κατά την εφαρμογή τους
από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης, όσο και οι ειδικότερες ρυθμίσεις των ειδικών χωροταξικών
σχεδίων, αναπτύσσουν νομική δεσμευτικότητα όχι μόνο κατά την έγκριση ρυθμιστικών και
γενικών πολεοδομικών σχεδίων και κάθε είδους σχεδίων χρήσεων γης, αλλά και κατά την έκδοση
εγκρίσεων και αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία έργων ανάπτυξης των σχετικών
παραγωγικών δραστηριοτήτων, κατά τρόπον ώστε να μην ανατρέπονται οι βασικές επιλογές και η
συνολική ισορροπία των σχεδίων αυτών. Εν όψει τούτων, οι κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν.
2742/1999 πράξεις εγκρίσεως, αναθεωρήσεως ή τροποποιήσεως ειδικών χωροταξικών σχεδίων
υπόκεινται κατ’ αρχήν σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως δεδομένου ότι επάγονται ευθέως
έννομες συνέπειες.

11. Επειδή, το προσβαλλόμενο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο, με το οποίο αντικαταστάθηκε το Ειδικό
Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό που είχε εγκριθεί με
την υπ’ αριθμ. 24208/4.6.2009 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής
στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β΄ 1138) (βλ. άρθρ.
12 παρ. 3 της προσβαλλομένης), διαρθρώνεται σε τρία κεφάλαια: Στο πρώτο κεφάλαιο (άρθρα 1-3)
προσδιορίζονται οι σκοποί και οι στόχοι του και επεξηγούνται οι βασικοί όροι που
χρησιμοποιούνται. Στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 4-6) διαιρείται ο εθνικός χώρος σε κατηγορίες
βάσει τριών κριτηρίων (ένταση και είδος τουριστικής αναπτύξεως, γεωμορφολογικά
χαρακτηριστικά και ευαισθησία πόρων) και τίθενται, ανά κατηγορία περιοχών, οι στρατηγικές
κατευθύνσεις χωρικής οργανώσεως και αναπτύξεως. Κατευθύνσεις δίδονται και για τις ειδικές και
εναλλακτικές μορφές τουρισμού. Με τις διατάξεις του τρίτου κεφαλαίου (άρθρα 7-12) παρέχονται
κατευθύνσεις για κατηγορίες χώρου με ειδικό καθεστώς, για περιοχές με έλλειμμα υδατικών
πόρων, για την προστασία του τοπίου και των φυσικών και ανθρωπογενών πόρων, για την
επίλυση συγκρούσεων με άλλες χρήσεις και για τις απαιτούμενες ειδικές και τεχνικές υποδομές.
Παράλληλα εισάγονται ειδικότερες ρυθμίσεις περί αρτιότητας γηπέδων, επιτρεπομένων
συντελεστών δομήσεως και μεγίστου αριθμού κλινών ανά στρέμμα, καθώς και απαιτήσεις περί
διαχειρίσεως των υδατίνων πόρων και διαθέσεως των παραγομένων υγρών και στερεών
αποβλήτων. Οι συγκεκριμένες αυτές κατευθύνσεις και ειδικότερες ρυθμίσεις πρέπει, σύμφωνα με
όσα εξετέθησαν ανωτέρω, να λαμβάνονται υπ’ όψη κατά την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων
και την χορήγηση των απαιτουμένων αδειών για την εγκατάσταση και λειτουργία των
ξενοδοχειακών καταλυμάτων και των λοιπών τουριστικών εγκαταστάσεων και, συνεπώς,
αναπτύσσουν κανονιστική ισχύ. Κατά συνέπεια, παραδεκτώς στρέφεται η κρινομένη αίτηση κατά
της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως περί εγκρίσεως τροποποιήσεως του ειδικού χωροταξικού
πλαισίου για τον τουρισμό από την άποψη της εκτελεστότητας της προσβαλλομένης αυτής
πράξεως.

12. Επειδή, από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2742/1999 συνάγεται περαιτέρω
ότι η έγκριση των πορισμάτων της εκθέσεως αξιολόγησης δεν καθιστά υποχρεωτική για την
διοίκηση την αναθεώρηση ή τροποποίηση ήδη εγκεκριμένου πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού,
αλλ’ απλώς επιτρέπει την αξιοποίησή τους, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με άλλα διαθέσιμα στοιχεία,
για την κίνηση των αντιστοίχων διαδικασιών. Με την έγκριση αυτή πιστοποιείται ότι η έκθεση
συντάχθηκε νομοτύπως και ότι τα πορίσματα και οι προτάσεις της μπορούν να αποτελέσουν
αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της διοικήσεως. Εκ τούτου
παρέπεται ότι η σχετική εγκριτική πράξη δεν επάγεται κατά νόμον άλλες έννομες συνέπειες, πλην
των ως άνω αναφερομένων, οι οποίες, ωστόσο, δεν αρκούν για να της προσδώσουν
εκτελεστότητα, ως αναγόμενες στο προπαρασκευαστικό στάδιο της εκπονήσεως του χωροταξικού
σχεδιασμού, ενώ τα δι’ αυτής εγκριθέντα πορίσματα μόνον με την ενσωμάτωσή τους στην πράξη,
με την οποία αναθεωρείται ή τροποποιείται, τελικώς, το χωροταξικό πλαίσιο, αναπτύσσουν έννομες
συνέπειες. Απαραδέκτως, ως εκ τούτου, η κρινομένη αίτηση στρέφεται κατά της δεύτερης των
προσβαλλομένων πράξεων, με την οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, εγκρίθηκαν τα πορίσματα της
εκθέσεως αξιολόγησης της εφαρμογής του
Ε.Π.Χ.Σ.Α.Α.Τ. του 2009. Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Νικ. Ρόζος και ο Σύμβουλος Δημ.
Αλεξανδρής, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η ανωτέρω εγκριτική πράξη είναι εκτελεστή διότι δεν
επιτρέπεται, κατ’ απόκλιση αυτής, η μεν αναθεώρηση των Ειδικών Πλαισίων μετά την λήξη της
πενταετίας, η δε τροποποίηση αυτών εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.

13. Επειδή, η κατά τα ανωτέρω παραδεκτώς προσβαλλομένη πράξη εγκρίσεως, η οποία εκδόθηκε
κατ’ επίκληση του ν. 2742/1999 και ιδίως των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 7 του νόμου
αυτού, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4269/2014 «Χωροταξική και
πολεοδομική μεταρρύθμιση – Βιώσιμη ανάπτυξη» (ΦΕΚ Α΄ 142/28.6.2014), ο οποίος
δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως και θέσπισε νέο πλαίσιο χωροταξικού και
πολεοδομικού σχεδιασμού (βλ. αιτιολογική έκθεση), καταργώντας με το άρθρο 13α παρ. 1 αυτού,
μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 – 4, 6 – 9, 13, 14 και 18 του ν. 2742/1999. Τούτο δε, διότι ο νεώτερος
αυτός νόμος, με τον οποίο επαναπροσδιορίσθηκαν οι έννοιες, το σύστημα και η διάρθρωση του
χωρικού σχεδιασμού και αναδιοργανώθηκε πλήρως ο πολεοδομικός σχεδιασμός ως προς τα
αρμόδια όργανα, την διαδικασία, τα επίπεδα του σχεδιασμού και το περιεχόμενο των
πολεοδομικών και των ειδικών σχεδίων, δεν κατήργησε τα ήδη εγκεκριμένα κατά την δημοσίευσή
του Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού. Αντιθέτως, λαμβάνοντας σχετικώς ειδική μέριμνα,
προέβλεψε στο μεν άρθρο 5 παρ. 7 αυτού ότι «Όπου στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας
αναφέρονται τα Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης νοούνται εφεξής
τα Εθνικά Χωροταξικά Πλαίσια του παρόντος άρθρου» και «Η αναθεώρηση και τροποποίηση
εγκεκριμένων κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού
γίνεται κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου», στο δε άρθρο 13α παρ. 4 ότι «Εκκρεμείς
διαδικασίες έγκρισης ή τροποποίησης Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου
Ανάπτυξης ολοκληρώνονται με τις προϋφιστάμενες διατάξεις». Συνεπώς, η παρούσα δίκη διατηρεί
το αντικείμενό της.

14. Επειδή, στο δεύτερο κεφάλαιο του ν. 2742/1999 τιτλοφορούμενο «Όργανα Χωροταξικού
Σχεδιασμού» και στα άρθρα 3 και 4 αυτού ορίσθηκαν τα ήδη αναφερθέντα όργανα ασκήσεως και
εφαρμογής της εθνικής χωροταξικής πολιτικής. Ειδικότερα, με το άρθρο 3 συνεστήθη, ως
συλλογικό κυβερνητικό όργανο με επιτελικές και αποφασιστικές αρμοδιότητες για ζητήματα
χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης μείζονος σημασίας, η Επιτροπή Συντονισμού της
Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης, η
οποία συγκροτείται από τους Υπουργούς Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων,
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Ανάπτυξης, Οικονομικών, Γεωργίας,
Πολιτισμού, Εμπορικής Ναυτιλίας, και Μεταφορών και Επικοινωνιών. Περαιτέρω, με το άρθρο 4,
όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την διάταξη του άρθρου 41 παρ. 3 του ν. 4030/2011 (ΦΕΚ Α΄
249), συνεστήθη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων Εθνικό
Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και προεβλέφθησαν συναφώς,
μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. … συγκροτείται: α. Από τον Γενικό Γραμματέα Χωροταξίας και
Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ως
Πρόεδρο. β. Από έναν (1) εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος
(Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (Ε.Ν.Α.Ε.). γ.
Από έναν (1) εκπρόσωπο από: το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), το Γεωτεχνικό
Επιμελητήριο Ελλάδος (ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε.), το Οικονομικό
Επιμελητήριο Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.), το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδας (Ξ.Ε.Ε.), το Σύνδεσμο
Ελληνικών Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.) τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), τη Γενική
Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) και την Πανελλήνια
Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.). δ. Από έναν (1) εκπρόσωπο
από: το Σύλλογο … , το Σύλλογο … και το Σύνδεσμο ……..). ε. Τρεις (3) εκπροσώπους μη
κυβερνητικών περιβαλλοντικών οργανώσεων εθνικής εμβέλειας, οι οποίες επιλέγονται από τον
Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων με βάση το κριτήριο της
αντιπροσωπευτικότητας. στ. Δύο (2) μέλη Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.)
Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.), που έχουν εκλεγεί στο γνωστικό αντικείμενο της
χωροταξίας. Τα μέλη της περιπτώσεως αυτής ορίζονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. 2. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. – Με όμοια απόφαση ορίζεται ο κανονισμός
λειτουργίας του. … Το Συμβούλιο συνέρχεται τακτικά μια φορά το εξάμηνο, εκτάκτως δε κατά την
κρίση του Προέδρου του. Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, και ο
Προϊστάμενος της Επιστημονικής Γραμματείας που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο. 3. Το
Συμβούλιο αποτελεί όργανο κοινωνικού διαλόγου και διαβούλευσης για θέματα ιδιαίτερης σημασίας
που αφορούν την άσκηση της εθνικής χωροταξικής πολιτικής και πολιτικής αειφόρου ανάπτυξης.
Έργο του Συμβουλίου είναι η υποβολή γνωμοδοτήσεων ή εγγράφων παρατηρήσεων και η
διατύπωση προτάσεων σχετικά με την εθνική χωροταξική πολιτική και πολιτική αειφόρου
ανάπτυξης και τα αναγκαία μέτρα και ενέργειες για την εφαρμογή τους. Ειδικά, το Συμβούλιο
γνωμοδοτεί για το περιεχόμενο του Γενικού και των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού
και Αειφόρου Ανάπτυξης και συμμετέχει περιοδικώς με γνώμες και παρατηρήσεις στη διαδικασία
παρακολούθησης, αξιολόγησης και αναθεώρησής τους. Οι γνωμοδοτήσεις, παρατηρήσεις και
προτάσεις του Συμβουλίου υποβάλλονται προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και
Δημόσιων Έργων. 4. …». Κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 4 παρ. 2 του
ν. 2742/1999 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15147/2262/28.6.2001 απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β΄ 845), με την οποία θεσπίσθηκε ο
Κανονισμός Λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού, στο άρθρο μόνο του
οποίου ορίζονται τα εξής: «Για τη λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού Σχεδιασμού
και Αειφόρου Ανάπτυξης ισχύουν τα εξής: … Απαρτία: Το Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία αν ο
αριθμός των παρόντων μελών είναι ίσος ή μεγαλύτερος του αριθμού των απόντων. … Λήψη
αποφάσεων: Οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρισταμένων μελών. Σε περίπτωση
ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. … Τήρηση πρακτικών: Οι αποφάσεις της επιτροπής
διατυπώνονται στα πρακτικά και υπογράφονται από τον Πρόεδρο. Στα πρακτικά καταγράφονται
επίσης και οι τυχόν μειοψηφούσες απόψεις. …». Εξ άλλου, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν.
2690/1999 (ΦΕΚ Α΄ 45) Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το
άρθρο 1 αυτού, εφαρμόζονται στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ορίζει στο άρθρο 15 αυτού τα εξής: «1. Οι αποφάσεις των
συλλογικών οργάνων, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία
των παρόντων μελών. Αν δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός της πλειοψηφίας αυτής, η
ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ωσότου σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία … 2. … 3. … 4. Για τις
συνεδριάσεις του συλλογικού οργάνου συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο μνημονεύονται, ιδίως, τα
ονόματα και η ιδιότητα των παριστάμενων μελών, ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης, τα
θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενό τους, η μορφή
και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και οι αποφάσεις που λήφθηκαν. 5. Στο πρακτικό
καταχωρίζονται οι γνώμες των μελών που μειοψήφησαν, σε περίπτωση δε φανερής ψηφοφορίας
και τα ονόματα τούτων. 6. Αν πρόκειται για συνεδρίαση οργάνου προς διατύπωση απλής γνώμης,
στο οικείο πρακτικό καταχωρίζονται υποχρεωτικώς όλες οι επί μέρους γνώμες που διατυπώθηκαν
και τέθηκαν σε ψηφοφορία. 7. Το πρακτικό συντάσσεται από το γραμματέα και επικυρώνεται από
τον πρόεδρο. 8. …».

15. Επειδή, με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 4 και 4 παρ. 3 εδάφιο τρίτο του
ν. 2742/1999, για την έγκριση των Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου
Ανάπτυξης από την Επιτροπή Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον τομέα του
Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης επιβάλλεται, ως ουσιώδης τύπος της
σχετικής διαδικασίας η προηγουμένη γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης. Συνεπώς, η παράλειψη του τύπου αυτού ή η πλημμελής
τήρησή του επάγεται την ακυρότητα του τελικώς εκδιδομένου Ειδικού Πλαισίου. Το Εθνικό
Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης έχει τον χαρακτήρα συλλογικού
διοικητικού οργάνου, του οποίου η συγκρότηση, η σύνθεση και η λειτουργία διέπονται από το ν.
2742/1999 και τον, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντα, Κανονισμό Λειτουργίας,
περαιτέρω δε, για ζητήματα για τα οποία δεν υπάρχει ιδία ρύθμιση, από τον Κώδικα Διοικητικής
Διαδικασίας. Εξ άλλου, κατά τα γενικώς παραδεδεγμένα (πρβλ. ΣτΕ 1068/1949) επί συλλογικών
διοικητικών οργάνων η βούληση αυτών εκφράζεται κατόπιν ψηφοφορίας των μελών αυτού. Και
ναι μεν στην ειδικότερη περίπτωση που το συλλογικό όργανο έχει αρμοδιότητα προς διατύπωση
απλής γνωμοδοτήσεως, όπως έχει εν προκειμένω το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξικού Σχεδιασμού
και Αειφόρου Ανάπτυξης, δεν απαιτείται απαραιτήτως η διατύπωση τελικής ενιαίας κρίσεως,
δεδομένου ότι σκοπός της γνωμοδοτήσεως είναι η διαφώτιση του αποφασίζοντος οργάνου επί των
ανακυπτόντων ζητημάτων και διαμορφουμένων απόψεων, όμως, και στην περίπτωση αυτή,
σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η οποία
άλλωστε αποτυπώνει γενική αρχή (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2953/1967, 87/1947, 1423/1946) και έχει εν
προκειμένω εφαρμογή ελλείψει ειδικής διατάξεως που να ρυθμίζει το σχετικό ζήτημα στο ν.
2742/1999 και τον Κανονισμό Λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου, για το έγκυρο της γνώμης
απαιτείται να παρατεθούν οι διατυπωθείσες περισσότερες γνώμες και να καταχωρισθούν οι ψήφοι
που συγκέντρωσε κάθε γνώμη.

16. Επειδή, στην γνωμοδότηση με αριθμό 2 της 2.12.2013 του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού
Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης εκδοθείσα επί του υποβληθέντος σ’ αυτό σχεδίου κοινής
υπουργικής αποφάσεως για την «Τροποποίηση του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και
Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και έγκριση της οικείας Στρατηγικής Μελέτης
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων» αναφέρεται ότι η πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου
αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της τροποποιήσεως του Ειδικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, καθώς
και την ανάγκη διαμορφώσεως νέας τουριστικής πολιτικής. Στη συνέχεια παρατίθενται συνοπτικώς
οι επί της αρχής αποσταλείσες τοποθετήσεις των δεκαπέντε από τους εκπροσωπουμένους στο
Εθνικό Συμβούλιο φορέων (και όχι των εκπροσωπούντων τους φορείς αυτούς μελών) και δύο
μελών αυτού (τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου ήσαν, κατά τα προεκτεθέντα, δεκαεννέα). Στο
τέλος δε του κειμένου γίνεται αναφορά και στις αναλυτικές παρατηρήσεις και προτάσεις των
ανωτέρω επί του σχεδίου της εγκριτικής ΚΥΑ και επί των ειδικών θεμάτων και επιμέρους άρθρων
αυτής, για τις οποίες βεβαιώνεται ότι περιλαμβάνονται σε κωδικοποιημένη μεν μορφή σε ένα πρώτο
παράρτημα και σε αυτού

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone