οδηγίες 2014/23 και 2014/24: καιρός άμεσης εφαρμογής

οδηγίες 2014/23 και 2014/24: καιρός άμεσης εφαρμογής

Οι οδηγίες 2014/23 «Οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 , σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης»  και 2014/24 «Οδηγία  2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου    της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ» ορίζουν χρόνο λήξης της προθεσμίας προσαρμογής για τα κράτη μέλη την 17/4/2016 και είναι εξαιρετικά λεπτομερείς και ειδικές. Παρότι συνεπώς οι οδηγίες πρέπει να ενσωματώνονται στο εσωτερικό δίκαιο, αν παρέλθει η προθεσμία προσαρμογής και τούτο δεν λάβει χώρα, αυτές έχουν άμεση εφαρμογή. Κρίσιμος χρόνος για την άμεση εφαρμογή τις τις οδηγίας είναι ο αναφερόμενος σε αυτήν ρητώς δηλαδή η 18.04.2016.

Κατ’ αρχήν σημειώνουμε ότι  η κάθε οδηγία τίθεται ισχύ μόνον αφού μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, το Δικαστήριο τις ΕΕ θεωρεί ότι οδηγία που δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μπορεί να παράγει άμεσα ορισμένα αποτελέσματα, όταν:

  • η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δεν πραγματοποιήθηκε ή πραγματοποιήθηκε εσφαλμένα,
  • οι διατάξεις τις οδηγίας έχουν διατυπωθεί άνευ όρων και είναι αρκούντως σαφείς και ακριβείς, και
  • οι διατάξεις τις οδηγίας παρέχουν δικαιώματα σε ιδιώτες.

Όταν πληρούνται αυτοί οι όροι, τα άτομα μπορούν να επικαλεστούν την οδηγία κατά μιας χώρας τις ΕΕ ενώπιον των δικαστηρίων. Ωστόσο, εάν μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, οι ιδιώτες δεν μπορούν να την επικαλεστούν για υποβολή αξιώσεων κατά άλλων ιδιωτών σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμά τις (βλέπε απόφαση στην υπόθεση C-91/92 Paola Faccini Dori κατά Recreb Srl, τις 14ης Ιουλίου 1994). Τις, το Δικαστήριο παρέχει, υπό ορισμένους όρους, τις ιδιώτες τη δυνατότητα αποζημίωσης σε περίπτωση εσφαλμένης ή υπερήμερης μεταφοράς οδηγιών (βλέπε απόφαση τις υποθέσεις C-6/90 και C-9/90 Francovich και Bonifaci τις 19ης Νοεμβρίου 1991).

Ειδικά ως τις τις κανόνες των δημοσίων συμβάσεων σημειώνεται ότι μετά από μια πρώτη δέσμη αποφάσεων του ΔΕΕ που καταδίκαζε κράτη μέλη για τη μη προσαρμογή, το Δικαστήριο προχώρησε στην ανάπτυξη κανόνων που αφορούν την ορθή προσαρμογή στην οδηγία. Δεδομένης τις εμμονής των κρατών μελών να παραβαίνουν τις σχετικές υποχρεώσεις τις, πρόσφατα προχώρησε σε  περισσότερο εκτεταμένη υιοθέτηση τις άμεσης εφαρμογής των κανόνων τις οδηγίας[1].

Η Επιτροπή από το 1998 στο έγγραφό τις 11/3/1998 «Δημόσιες Συμβάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (COM 98, 143) έθεσε ευθέως, τόσο το ζήτημα τις υποχρεωτικής πλήρους ενσωμάτωσης των κανόνων του κοινοτικού δικαίου όσο και την ανάγκη δημιουργίας ενιαίου πλαισίου για τις δημόσιες συμβάσεις[2].

Θα μπορούσε να διαπιστωθεί κατά συνέπεια ότι ένα μεγάλο μέρος των οδηγιών που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις έχει κριθεί ότι τυγχάνει άμεσης εφαρμογής, ενώ διατηρείται περιορισμένη αμφιβολία για κάποιες διατάξεις. Η τάση τις ερμηνείας τείνει τις την επέκταση τις άμεσης εφαρμογής των οδηγιών σε σχέση με το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.

Ιδιαίτερα  ενδιαφέρουσα είναι η νομολογία του ΔΕΕ που διαμορφώνεται σταδιακά μετά την πολυετή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οποία ερμηνευτικά μία οδηγία μπορεί να προσφέρει επιχειρήματα, ακόμη και όταν δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή[3] κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών τις κύριας δίκης. Τούτο δεν φαίνεται παράδοξο δεδομένου ότι τα κράτη μέλη πλέον οφείλουν να παρακολουθούν και τις εξελίξεις τις νομολογίας και του κοινοτικού δικαίου εν γένει και να ενημερώνονται τις ακριβώς θα συνέβαινε και με το εθνικό δίκαιο[4].

Στην απόφαση Επιτροπή κατά Σουηδίας C 258/07 τις 6ης Δεκεμβρίου 2007 το βασίλειο τις Σουηδίας καταδικάσθηκε για την μη έγκαιρη προσαρμογή του στην οδηγία 2004/18 στην προκαθορισμένη περίοδο που όριζε η οδηγία. Τούτο διαπιστώνεται συστηματικά και από τη θεωρία[5] καθιστώντας εισέτι επίκαιρο το ζήτημα που διαφάνηκε ως κρίσιμο από τις απαρχές του κοινοτικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων.

Οι νέες οδηγίες 2014/23 και 24 θα πρέπει να θεωρούνται ότι από την ρητά οριζόμενη σε αυτές ημερομηνία τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής.

Οι οδηγίες αυτές δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη στη χώρα μας. Πέραν του κινδύνου προσφυγής κατά της χώρας επί παραβάσει τίθεται και το ζήτημα της άμεσης εφαρμογής τους το οποίο οφείλουν να γνωρίζουν και οι αναθέτουσες αρχές και οι ιδιώτες. Από 18/4/2016 λοιπόν!

[1] Με την απόφαση του ΔΕΕ της 11/8/1995 C-433/93 Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κρίθηκε ότι δεν αρκούν οι διοικητικής φύσεως κανόνες για την μεταφορά μιας οδηγίας και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταδικάσθηκε διότι παρέβη τις υποχρεώσεις της από τη Συνθήκη ΕΚ μη θεσπίζοντας εντός των ταχθεισών προθεσμιών τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις (εγκύκλιοι), που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς τις επιταγές της οδηγίας 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ και της οδηγίας 89/440/ΕΟΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων.

Το ΔΕΕ τόνισε ειδικά ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας μέσω απλής διοικητικής πρακτικής είναι ανεπαρκής. Με αφορμή τη σχετική δίκη επαναλήφθηκε ότι ο σκοπός των κοινοτικών οδηγιών είναι η προστασία του υποβάλλοντος προσφορά από την αυθαιρεσία των αναθετουσών αρχών σύμφωνα και με την απόφαση της 20/9/1988, C-31/87 Beentjes, και δηλώθηκε ότι τέτοια προστασία αποστερείται ο υποβάλλων προσφορά όταν δεν μπορεί να προβάλλει έναντι της αναθέτουσας αρχής τις παραβάσεις τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν τις οδηγίες στην εθνική τους νομοθεσία με τρόπο ώστε οι ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και ενδεχομένως να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (σχετικά και οι Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα M. Elmer παρ. 6). Με την ίδια απόφαση σημειώθηκε εξάλλου ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν τα κατάλληλα μέτρα προσαρμογής και δεν έκανε δεκτό το επιχείρημα για το άμεσο αποτέλεσμα των οδηγιών, σημειώνοντας ότι μόνον σε ιδιάζουσες περιπτώσεις,  ιδίως στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος παρέλειψε να λάβει τα απαιτούμενα εκτελεστικά μέτρα ή θέσπισε μέτρα μη σύμφωνα με την οδηγία, έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο στους πολίτες το δικαίωμα να επικαλούνται ενώπιον των δικαστικών αρχών μια οδηγία κατά του παραβαίνοντος τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους.

Την υποχρέωση σαφήνειας κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας τονίζει και η Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1993, C-71/92, Επιτροπή κατά Ισπανίας.

Η νομολογία του ΔΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις επιφύλασσε όμως και άλλες εκπλήξεις. Με αφορμή την οδηγία 92/50 κρίθηκε με τη ΔΕΕ Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/97, ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούν να επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τις απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς διατάξεις μιας οδηγίας έναντι οποιασδήποτε δημοσίας αρχής, που υποχρεούται να εφαρμόσει νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εθνικού δικαίου που είναι ασύμβατες προς την οδηγία, ακόμη και όταν  αυτή δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους.

Επομένως, ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τις διατάξεις της οδηγίας 92/50 στο μέτρο που αυτές είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς σαφείς, οσάκις μια αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους συνάπτει δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών μη λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις αυτές, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η σύναψη αυτή συντελέστηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που προβλέπεται από την οδηγία αυτή.

Με την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998, C-76/97, ως διατάξεις απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς θεωρήθηκε ότι είναι οι περιλαμβανόμενες στον  τίτλο Ι της οδηγίας καθώς και τον τίτλο ΙΙ – VI αυτής και θα πρέπει να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι θεωρούνται πλέον ως διατάξεις άμεσης εφαρμογής. Η νομολογία αυτή ξεκαθάρισε ειδικά μια πλήρη ενότητα διατάξεων της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, η οποία μπορεί να τύχει άμεσης εφαρμογής ρητά. Δεδομένου ότι ανάλογου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνονται και στις τρεις οδηγίες των δημοσίων συμβάσεων θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι αντίστοιχες διατάξεις τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής.

 

[2] Την τήρηση των κανόνων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο από τα κράτη μέλη εξετάζουν πάντως και άλλοι διεθνείς εταίροι ιδίως για τη χρηματοδότηση έργων.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ενόψει της χρηματοδότησης έργων απαιτεί την τήρηση των σχετικών οδηγιών από τα κράτη μέλη. Υπό την έννοια αυτή, η αντίσταση των κρατών μελών στην προσαρμογή του δικαίου τους στις οδηγίες αυτές κάμπτεται σταδιακά ενόψει της κοινοτικής χρηματοδότησης δια της οδού αυτής. Σχετικά με το ζήτημα αυτό βλ. σε  http://www.eib.org/pub/divers/tenders.htm.

Εξάλλου για μια συνολική παρουσίαση στο ζήτημα της προσαρμογής των κρατών μελών της ΕΕ βλ. και την αναλυτική μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου βλ. και http://europa.eu.int/comm/dg01/proc2.doc.

[3] Σχετικά βλ. και C-458/03,της 13ης Οκτωβρίου 2005, Parking Brixen GmbH

  1. Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι η ως άνω ερμηνεία επιρρωννύεται από την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σελ. 114), έστω και αν αυτή δεν εφαρμοζόταν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης. Πράγματι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, η «“σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών” είναι μια σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με μια δημόσια σύμβαση υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

Ανάλογα και η C-220/05, της 18ης Ιανουαρίου 2007 Jean Auroux κ.λπ.

[4] Για μια αναλυτική ενημέρωση όσον αφορά τις διατάξεις προσαρμογής βλ. http://www.oecd.org/document/30/0,3343,en_33638100_33693506_35029086_1_1_1_1,00.html  Trybus M. , Implementation of the New EC Procurement Directives: the State of Play in February 2006, SIGMA update No. 12, March 2006, Trybus M., Better late than never: on the implementation of the EU Public Procurement Directives 2004/17 and 2004/18 in many Member States of the European Union  in G. Marcou and L. Folliot-Lalliot (eds.), Le contrôle des marchés publics: perspectives européennes et internationales, (L’Harmattan, Collection Logiques Juridiques: Paris, 2008)

[5] Piasta D., The Approximation of Polish Law on Public Procurement to the European Directives”, Public Procurement Law Review, 2000, 9(3), Covassi B., The New Italian Legislation in the Field of Public Works Procurement, European Public Law, London, 1996, Vol. 2, No. 2, June, 209-218.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone