ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ

ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 25ης Απριλίου 2013 (*)

«Εμπόριο προϊόντων φώκιας – Κανονισμός (ΕΚ) 1007/2009 – Λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής – Κανονισμός (ΕE) 737/2010 – Απαγόρευση διαθέσεως των εν λόγω προϊόντων στην αγορά – Εξαίρεση υπέρ των κοινοτήτων Inuit – ΄Ενσταση ελλείψεως νομιμότητας – Νομική βάση – Επικουρικότητα – Αναλογικότητα – Κατάχρηση εξουσίας»

Στην υπόθεση T‑526/10,

Inuit Tapiriit Kanatami, με έδρα την Οτάβα (Καναδάς),

Nattivak Hunters and Trappers Association, με έδρα το Qikiqtarjuaq (Καναδάς),

Pangnirtung Hunters’ and Trappers’ Association, με έδρα το Pangnirtung (Καναδάς),

Jaypootie Moesesie, κάτοικος Qikiqtarjuaq,

Allen Kooneeliusie, κάτοικος Qikiqtarjuaq,

Toomasie Newkingnak, κάτοικος Qikiqtarjuaq,

David Kuptana, κάτοικος Ulukhaktok (Καναδάς),

Karliin Aariak, κάτοικος Iqaluit (Καναδάς),

Canadian Seal Marketing Group, με έδρα το Κεμπέκ (Καναδάς),

Ta Ma Su Seal Products, Inc., με έδρα το Cap-aux-Meules (Καναδάς),

Fur Institute of Canada, με έδρα την Οτάβα,

NuTan Furs, Inc., με έδρα την Catalina (Καναδάς),

GC Rieber Skinn AS, με έδρα το Bergen (Νορβηγία),

Inuit Circumpolar Council Greenland (ICC-Greenland), με έδρα το Nuuk, Γροιλανδία (Δανία),

Johannes Egede, κάτοικος Nuuk,

Kalaallit Nunaanni Aalisartut Piniartullu Kattuffiat (KNAPK), με έδρα το Nuuk,

William E. Scott & Son, με έδρα το Εδιμβούργο (Ηνωμένο Βασίλειο),

Association des chasseurs de phoques des Îles-de-la-Madeleine, με έδρα το Cap-aux-Meules,

Hatem Yavuz Deri Sanayi iç Ve Diş Ticaret Ltd Şirketi, με έδρα την Κωνσταντινούπολη (Τουρκία),

Northeast Coast Sealers’ Co-Operative Society, Ltd, με έδρα το Fleur-de-Lys (Καναδάς),

εκπροσωπούμενοι από τους J. Bouckaert και H. Viaene, δικηγόρους,

προσφεύγοντες,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους E. White, P. Oliver και K. Mifsud-Bonnici,

καθής,

υποστηριζόμενης από

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο αρχικώς από την I. Αναγνωστοπούλου και τον L. Visaggio, στη συνέχεια, από τον L. Visaggio και την D. Gauci,

και από

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκπροσωπούμενο από τον M. Moore και την K. Michoel,

παρεμβαίνοντα,

με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΕ) 737/2010 της Επιτροπής, της 10ης Αυγούστου 2010, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ L 216, σ. 1),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Dittrich (πρόεδρο), I. Wiszniewska-Białecka και M. Prek (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: J. Weychert, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Οκτωβρίου 2012,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

1 Στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν τον κανονισμό (ΕΚ) 1007/2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ L 286, σ. 36, στο εξής: βασικός κανονισμός), ο οποίος κατά το άρθρο 1 αυτού έχει ως αντικείμενο τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων που αφορούν τη διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά.

2 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Η διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά επιτρέπεται μόνον οσάκις τα προϊόντα φώκιας προέρχονται από θήρα στην οποία εκ παραδόσεως προβαίνουν οι Inuit και άλλες κοινότητες αυτοχθόνων πληθυσμών και η οποία συμβάλλει στην επιβίωσή τους. Για εισαγόμενα προϊόντα, οι όροι αυτοί ισχύουν κατά τη στιγμή ή το σημείο εισαγωγής.»

3 Συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 14 του βασικού κανονισμού εκτίθεται ότι δεν θα πρέπει εξάλλου να επηρεάζονται αρνητικά τα στοιχειώδη οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινοτήτων Inuit, οι οποίες επιδίδονται στη θήρα φώκιας για την επιβίωσή τους. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, η θήρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πολιτισμό και την ταυτότητα των μελών της κοινωνίας των Inuit, γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται από τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των αυτοχθόνων πληθυσμών. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιτραπεί η διάθεση στην αγορά των προϊόντων φώκιας που προέρχονται από τη θήρα στην οποία επιδίδονται παραδοσιακά οι Inuit και άλλοι αυτόχθονες πληθυσμοί και που συμβάλλουν στην επιβίωσή τους.

4 Από το άρθρο 3, παράγραφος 4, και από το άρθρο 5, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι τα μέτρα που αφορούν, ιδίως, την ενεργοποίηση του μηχανισμού χορηγήσεως υπέρ των κοινοτήτων Inuit αδείας διαθέσεως προϊόντων φώκιας στην αγορά πρέπει να θεσπισθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

5 Δυνάμει του άρθρου 8 του βασικού κανονισμού, αυτός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το άρθρο 3 αυτού εφαρμόζεται από τις 20 Αυγούστου 2010.

6 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2010, οι Inuit Tapiriit Kanatami, Nattivak Hunters and Trappers Association, Pangnirtung Hunters’ and Trappers’ Association, Jaypootie Moesesie, Allen Kooneeliusie, Toomasie Newkingnak, David Kuptana, Karliin Aariak, Ευστάθιος Ανδρέας Αγαθός, Canadian Seal Marketing Group, Ta Ma Su Seal Products, Inc., Fur Institute of Canada, NuTan Furs, Inc., GC Rieber Skinn AS, Inuit Circumpolar Conference Greenland (ICC), Johannes Egede και Kalaallit Nunaanni Aalisartut Piniartullu Kattuffiat (KNAPK) άσκησαν προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του βασικού κανονισμού. Με διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, T‑18/10, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή και κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως), η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.

7 Στις 10 Αυγούστου 2010, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕE) 737/2010, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του βασικού κανονισμού (ΕΕ L 216, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός). Δυνάμει του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, αυτός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8 Στις 9 Νοεμβρίου 2010, οι προσφεύγοντες, Inuit Tapiriit Kanatami, Nattivak Hunters and Trappers Association, Pangnirtung Hunters’ and Trappers’ Association, Jaypootie Moesesie, Allen Kooneeliusie, Toomasie Newkingnak, David Kuptana, Karliin Aariak, Canadian Seal Marketing Group, Ta Ma Su Seal Products, Inc., Fur Institute of Canada, NuTan Furs, Inc., GC Rieber Skinn AS, Inuit Circumpolar Council Greenland (ICC-Greenland), Johannes Egede, Kalaallit Nunaanni Aalisartut Piniartullu Kattuffiat (KNAPK), William E. Scott & Son, Association des chasseurs de phoques des Îles-de-la-Madeleine, Hatem Yavuz Deri Sanayi iç Ve Diş Ticaret Ltd Şirketi και Northeast Coast Sealers’ Co-Operative Society, Ltd, άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή ζητώντας την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.

9 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 και 23 Φεβρουαρίου 2011, αντιστοίχως, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Οι προσφεύγοντες και η Επιτροπή δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις επί των αιτημάτων αυτών.

10 Με διάταξη της 13ης Απριλίου 2011, ο πρόεδρος του εβδόμου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να παρέμβουν.

11 Στις 7 Ιουλίου 2011, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατέθεσαν τα υπομνήματα παρεμβάσεώς τους.

12 Στις 9 Αυγούστου 2011, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν ένα έγγραφο που περιελάμβανε τροποποιήσεις των αιτημάτων τους όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα. Με απόφαση του προέδρου του εβδόμου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 29ης Αυγούστου 2011, το έγγραφο αυτό κατατέθηκε στη δικογραφία. Στις 8 και 12 Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή και, στη συνέχεια, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί των ως άνω τροποποιήσεων των αιτημάτων των προσφευγόντων.

13 Στις 13 Σεπτεμβρίου 2011, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

14 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

– να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή·

– να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό·

– να κηρύξει τον βασικό κανονισμό ανεφάρμοστο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 277 ΣΛΕΕ·

– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

15 Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

– να απορρίψει την προσφυγή·

– να καταδικάσει, αλληλεγγύως, τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.

16 Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

– να απορρίψει την προσφυγή·

– να καταδικάσει, αλληλεγγύως, τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα·

– να μην καταδικάσει το Συμβούλιο στο σύνολο ή σε μέρος των δικαστικών εξόδων των προσφευγόντων.

17 Με το από 9 Αυγούστου 2011 έγγραφο (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω) καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα των προσφευγόντων και να καταδικάσει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδά τους.

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού

18 Με το υπόμνημα παρεμβάσεως, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι οι περισσότεροι εκ των προσφευγόντων δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ προϋποθέσεις όσον αφορά το παραδεκτό καθόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά άμεσα όλους τους προσφεύγοντες.

19 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως καθώς και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προσφυγή φαινόταν παραδεκτή όσον αφορά, τουλάχιστον, ορισμένους εκ των προσφευγόντων. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αποσαφήνισε ότι, κατά τη γνώμη της, τα προβληθέντα από τους εν λόγω προσφεύγοντες επιχειρήματα δεν ήσαν όλα παραδεκτά και ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

20 Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούται να εκτιμήσει αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, είναι δικαιολογημένη, από άποψη ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η επί της ουσίας απόρριψη της προσφυγής, χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού της εν λόγω προσφυγής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C‑23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer, Συλλογή 2002, σ. I-1873, σκέψεις 51 και 52, και της 23ης Μαρτίου 2004, C‑233/00, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. Ι-2759, σκέψη 26· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2010, T‑190/07, KEK Δίαυλος κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).

21 Υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως και χάριν της οικονομίας της διαδικασίας, πρέπει να εξετασθούν κατ’ αρχάς τα προβληθέντα από τους προσφεύγοντες αιτήματα ακυρώσεως, χωρίς προηγούμενη απόφαση επί του παραδεκτού της προσφυγής στο σύνολό της ούτε επί του παραδεκτού ορισμένων εκ των επιχειρημάτων ούτε επί του παραδεκτού της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλαν οι προσφεύγοντες, δεδομένου ότι η προσφυγή, εν πάση περιπτώσει και για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, στερείται ερείσματος.

Επί της ουσίας

22 Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ένα λόγο ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη νομιμότητας του βασικού κανονισμού. Κατά τους προσφεύγοντες, ο βασικός κανονισμός είναι ανεφάρμοστος εν προκειμένω, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός στερείται κάθε νομικής βάσεως και θα πρέπει να ακυρωθεί. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος προβλήθηκε επικουρικώς, οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού λόγω προβαλλομένης καταχρήσεως εξουσίας.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από το ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός στερείται νομικής βάσεως

23 Στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ένσταση ελλείψεως νομιμότητας κατά του βασικού κανονισμού. Ο λόγος ακυρώσεως διαιρείται σε τρία σκέλη.

24 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά παγία νομολογία, το άρθρο 277 ΣΛΕΕ εκφράζει γενική αρχή διασφαλίζουσα σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να αμφισβητήσει παρεμπιπτόντως, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση πράξεως κατά της οποίας αυτός μπορεί να ασκήσει προσφυγή, το κύρος προγενέστερης πράξεως θεσμικού οργάνου, που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως, αν ο εν λόγω διάδικος δεν διέθετε το δικαίωμα να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, απευθείας προσφυγή κατά της εν λόγω πράξεως, της οποίας υφίσταται έτσι τις συνέπειες, χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωσή της (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 407, σκέψη 39, και της 19ης Ιανουαρίου 1984, 262/80, Andersen κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 195, σκέψη 6).

– Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένη επιλογή της νομικής βάσεως του βασικού κανονισμού

25 Ο βασικός κανονισμός εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 95 ΕΚ. Κατά το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού, αυτός θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες που αφορούν τη διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά.

26 Στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον επέλεξαν το άρθρο 95 ΕΚ ως νομική βάση για την έκδοση του βασικού κανονισμού. Κατά τους προσφεύγοντες, από την αιτιολογική έκθεση της προτάσεως κανονισμού του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί εμπορίου προϊόντων φώκιας, την οποία υπέβαλε η Επιτροπή [COM(2008) 469 τελικό, της 23ης Ιουλίου 2008, στο εξής: πρόταση βασικού κανονισμού], και από τις αιτιολογικές σκέψεις του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι ο κύριος σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι η διασφάλιση της καλής μεταχείρισης των ζώων και όχι η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

27 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Ένωσης, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο. Μεταξύ των στοιχείων αυτών καταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως αυτής (βλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑497/04, Laserdisken, Συλλογή 2006, σ. I‑8089, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28 Επίσης κατά πάγια νομολογία, τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ πρέπει να σκοπούν πράγματι στη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Μολονότι η απλή διαπίστωση διαφορών μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων και του αφηρημένου κινδύνου παρεμποδίσεως της ασκήσεως θεμελιωδών ελευθεριών ή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού δεν αρκεί προς δικαιολόγηση της επιλογής του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο αυτό ιδίως στην περίπτωση διαφορών μεταξύ εθνικών ρυθμίσεων που είναι ικανές να εμποδίσουν την άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουνίου 2010, C-58/03, Vodafone κ.λπ., Συλλογή 2010, σ. I‑4999, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29 Εξάλλου, η επιλογή αυτής της διατάξεως ως νομικής βάσεως είναι μεν δυνατή προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξέλιξης των εθνικών νομοθεσιών, η εμφάνιση όμως των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το επίδικο μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους (βλ. απόφαση Vodafone κ.λπ., σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30 Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως δεν δικαιολογείται όταν η εναρμόνιση των όρων της εσωτερικής αγοράς αποτελεί παρακολουθηματικού και μόνον χαρακτήρα αποτέλεσμα της προς έκδοση πράξεως (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-209/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. I-8067, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όταν υφίστανται εμπόδια στο εμπόριο ή όταν είναι πιθανόν να εμφανιστούν τέτοια εμπόδια στο μέλλον επειδή τα κράτη μέλη έχουν ήδη λάβει ή λαμβάνουν έναντι ενός προϊόντος ή μιας κατηγορίας προϊόντων διιστάμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να εξασφαλίσουν διαφορετικό επίπεδο προστασίας και, ως εκ τούτου, να παρακωλύσουν την ελεύθερη κυκλοφορία του οικείου ή των οικείων προϊόντων εντός της Ένωσης, το άρθρο 95 ΕΚ παρέχει στον νομοθέτη της Ένωσης την εξουσία να παρεμβαίνει και να θεσπίζει τα κατάλληλα μέτρα, τηρώντας, αφενός, την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου και, αφετέρου, τις αρχές του δικαίου οι οποίες μνημονεύονται στη Συνθήκη ή συνάγονται από τη νομολογία, ιδίως δε την αρχή της αναλογικότητας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 2004, C‑210/03, Swedish Match, Συλλογή 2004, σ. I‑11893, σκέψη 33, και C‑434/02, Arnold André, Συλλογή 2004, σ. I‑11825, σκέψη 34).

32 Το Δικαστήριο έχει επισημάνει, επίσης, ότι οι συντάκτες της Συνθήκης, χρησιμοποιώντας στο άρθρο 95 ΕΚ την έκφραση «μέτρα σχετικά με την προσέγγιση», θέλησαν να απονείμουν στον νομοθέτη της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη το γενικό πλαίσιο και τις ειδικές περιστάσεις του υπό εναρμόνιση τομέα, ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την μέθοδο προσεγγίσεως που κρίνεται ως η πιο ενδεδειγμένη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ιδίως στους τομείς που χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητες σύνθετης τεχνικής φύσεως (βλ. απόφαση Vodafone κ.λπ., σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33 Αναλόγως των περιστάσεων, τα κατάλληλα αυτά μέτρα μπορούν να συνίστανται στην επιβολή υποχρεώσεως στο σύνολο των κρατών μελών να επιτρέψουν την εμπορία του οικείου ή των οικείων προϊόντων, στην υπαγωγή αυτής της υποχρεώσεως σε ορισμένες προϋποθέσεις ή ακόμα στην απαγόρευση, προσωρινή ή οριστική, της εμπορίας ενός ή ορισμένων προϊόντων (βλ. απόφαση Swedish Match, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34 Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να εξετασθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να αποτελέσει το άρθρο 95 ΕΚ τη νομική βάση του βασικού κανονισμού.

35 Εν προκειμένω, από τον βασικό κανονισμό προκύπτει σαφώς ότι ο κύριος σκοπός του δεν είναι η διασφάλιση της καλής μεταχείρισης των ζώων, αλλά η βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

36 Κατά πρώτον, πρέπει να επισημανθεί, συναφώς, ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του βασικού κανονισμού, υπήρχαν, όσον αφορά τα οικεία προϊόντα, διαφορές μεταξύ των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών.

37 Ειδικότερα, από την πρόταση βασικού κανονισμού [παράρτημα A.19] προκύπτει ότι, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανησυχίες και πιέσεις των πολιτών, πλείονα κράτη μέλη θέσπισαν ή επρόκειτο να θεσπίσουν ή να εξετάσουν τη λήψη νομοθετικών μέτρων αποσκοπούντων στον περιορισμό ή στην απαγόρευση των οικονομικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επεξεργασία προϊόντων φώκιας και ότι η κατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει λαβή για νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες εντός των κρατών μελών. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι συνυπήρχαν ανομοιογενείς εμπορικοί όροι εντός της Ένωσης, οι οποίοι διέφεραν αναλόγως του κράτους μέλους ή της ομάδας κρατών μελών, και ότι εξ αυτού προέκυπτε κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς, λαμβανομένου υπόψη ότι οι επιχειρηματίες όφειλαν να προσαρμόσουν την πρακτική τους στις διάφορες διατάξεις που ίσχυαν στο εκάστοτε κράτος μέλος.

38 Ομοίως, στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 5 του βασικού κανονισμού υπομνήσθηκε ότι «[η] θήρα της φώκιας έχει προκαλέσει σοβαρό προβληματισμό στο κοινό και στις κυβερνήσεις που επιδεικνύουν ευαισθησία σε θέματα σχετικά με τη μεταχείριση των ζώων» λόγω του πόνου που προκαλούν στις φώκιες η θανάτωση και η εκδορά τους, και ότι «[α]νταποκρινόμενα σε αυτόν τον προβληματισμό των πολιτών και των καταναλωτών, από την άποψη της καλής μεταχείρισης των ζώων, […] και για την πιθανή παρουσία στην αγορά προϊόντων που λαμβάνονται από ζώα που έχουν θανατωθεί και γδαρθεί με τρόπο που προκαλεί πόνο, αρκετά κράτη μέλη θέσπισαν ή [προετίθεντο] να θεσπίσουν νομοθεσία για τη ρύθμιση του εμπορίου προϊόντων φώκιας, απαγορεύοντας τις εισαγωγές και την παραγωγή τους, ενώ, σε άλλα κράτη, δεν [επιβάλλονταν] περιορισμοί στο εμπόριο των προϊόντων αυτών».

39 Πάντως, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 6 έως 8 του βασικού κανονισμού, οι «διαφορές μεταξύ των εθνικών διατάξεων που διέπουν το εμπόριο, τις εισαγωγές, την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά προϊόντων φώκιας […] [επηρέαζαν] δυσμενώς τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των προϊόντων που [περιείχαν] ή [ήταν δυνατόν] να περιέχουν προϊόντα φώκιας και [συνιστούσαν] φραγμούς στην εμπορία των εν λόγω προϊόντων […] και [μπορούσαν] περαιτέρω να αποθαρρύνουν τους καταναλωτές από την αγορά προϊόντων που δεν [παράγονταν] μεν από φώκια αλλά [μπορούσαν] να μην διακρίνονται ευκόλως από παρόμοια αγαθά που [παράγονταν] από φώκια ή προϊόντα που [μπορούσαν] να περιέχουν στοιχεία ή συστατικά που [λαμβάνονταν] από φώκια χωρίς όμως τούτο να είναι σαφώς αναγνωρίσιμο». Επομένως, ο σκοπός του βασικού κανονισμού ήταν η εναρμόνιση «των κανόνων εντός της [Ένωσης] που διέπουν τις εμπορικές δραστηριότητες όσον αφορά τα προϊόντα φώκιας [και η αποτροπή, ως εκ τούτου], της διατάραξης της εσωτερικής αγοράς για τα σχετικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που είναι ισοδύναμα ή υποκατάστατα των προϊόντων φώκιας».

40 Από την εξέταση των ως άνω αιτιολογικών σκέψεων προκύπτει ότι, καίτοι, λόγω του ενδιαφέροντος των πολιτών και των καταναλωτών σχετικά με το ζήτημα της καλής μεταχείρισης των ζώων, πλείονα κράτη μέλη θέσπισαν ή προετίθεντο να θεσπίσουν μέτρα σχετικά με τη ρύθμιση του εμπορίου των προϊόντων φώκιας, ο νομοθέτης ενήργησε προς τον σκοπό της εναρμονίσεως των εν λόγω κανόνων και της αποφυγής, ως εκ τούτου, της διαταράξεως της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα οικεία προϊόντα.

41 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορεί να εμποδίζεται να στηριχθεί σ’ αυτή τη νομική βάση από το γεγονός ότι η διασφάλιση της καλής μεταχείρισης των ζώων είναι καθοριστική για τις επιλογές που πρέπει να γίνουν. Παρόμοια είναι, κατ’ αναλογίαν, η κατάσταση και στον τομέα της προστασίας της δημόσιας υγείας [αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-8419, σκέψη 88· της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, Συλλογή 2002, σ. Ι-11453, σκέψη 62, και της 12ης Ιουλίου 2005, C-154/04 και C-155/04, Alliance for Natural Health κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-6451, σκέψη 30], καθώς και στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών (απόφαση Vodafone κ.λπ., σκέψη 28 ανωτέρω, σκέψη 36).

42 Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η διασφάλιση της καλής διαβιώσεως των ζώων αποτελεί θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος, η σημασία του οποίου υπογραμμίζεται ιδίως με τη θέσπιση από τα κράτη μέλη του πρωτοκόλλου για την προστασία και την καλή διαβίωση των ζώων, που προσαρτάται στη Συνθήκη ΕΚ (ΕΕ 1997, C 340, σ. 110, στο εξής: πρωτόκολλο). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει επανειλημμένως το ενδιαφέρον που επιδεικνύει η Ένωση για την υγεία και την προστασία των ζώων (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑100/08, Επιτροπή κατά Βελγίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 91).

43 Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 του βασικού κανονισμού, ακριβώς στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης της Ένωσης, έχοντας επίγνωση των υποχρεώσεών του όσον αφορά τη συνεκτίμηση των απαιτήσεων σχετικά με την καλή διαβίωση των ζώων κατά τη διαμόρφωση και την υλοποίηση της σχετικής με την εσωτερική αγορά πολιτικής δυνάμει του πρωτόκολλου, συνήγαγε ότι, προκειμένου να τερματισθεί ο υφιστάμενος κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς, ήταν αναγκαίο να προβλεφθούν εναρμονισμένοι κανόνες, λαμβανομένου ταυτοχρόνως υπόψη του σχετικού με την καλή διαβίωση των ζώων ζητήματος.

44 Πάντως, για να είναι αποτελεσματικό το προβλεπόμενο εν προκειμένω μέτρο, αυτό θα έπρεπε να αποτελεί προσήκουσα ανταπόκριση στους λόγους που επέβαλαν τις υφιστάμενες ή τις αναγγελθείσες ρυθμίσεις στα διάφορα κράτη μέλη. Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 10 του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι, προκειμένου να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη οι καταναλωτές, λαμβανομένων, ταυτοχρόνως, πλήρως υπόψη των προβληματισμών σχετικά με την καλή διαβίωση των ζώων, «η διάθεση προϊόντων φώκιας στην αγορά [έπρεπε], κατά κανόνα, να μην επιτρέπεται». Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης εκτίμησε ότι, προκειμένου να δοθεί απάντηση στις ανησυχίες πολιτών και καταναλωτών όσον αφορά «τη θανάτωση και την [εκδορά] της φώκιας, [ήταν] αναγκαίο […] να αναληφθεί δράση προς μείωση της ζήτησης που οδηγεί στην εμπορία προϊόντων φώκιας και, ως εκ τούτου, της οικονομικής ζήτησης που κινεί τη θήρα της φώκιας για εμπορικούς λόγους».

45 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 του βασικού κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης εκτίμησε ότι το αποτελεσματικότερο μέσο για να παρεμποδισθούν οι υφιστάμενες και οι αναμενόμενες διαταραχές της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά τα οικεία προϊόντα ήταν ο κατευνασμός των καταναλωτών διά της διαβεβαιώσεώς τους ότι, κατά κανόνα, κανένα προϊόν φώκιας δεν επρόκειτο, πλέον, να διατίθεται στο εμπόριο εντός της αγοράς της Ένωσης, ιδίως, μέσω της απαγορεύσεως των εισαγωγών των προερχομένων από τρίτες χώρες προϊόντων αυτών.

46 Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε μια εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση όσον αφορά τη θήρα της φώκιας στην οποία επιδίδονται οι κοινότητες Inuit και άλλες κοινότητες αυτοχθόνων πληθυσμών για την επιβίωσή τους. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 14 του βασικού κανονισμού εκτίθεται ότι «δεν θα πρέπει εξάλλου να επηρεάζονται αρνητικά τα στοιχειώδη οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα των κοινοτήτων Inuit, οι οποίες επιδίδονται στη θήρα φώκιας για την επιβίωσή τους».

47 Επιπλέον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 3, 7 και 8 του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός έχει, επίσης, ως σκοπό την εξάλειψη των εμποδίων για την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που δεν παράγονται μεν από φώκια αλλά είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, ακριβώς λόγω της φύσεώς τους, να διακρίνονται από παρόμοια αγαθά που παράγονται από φώκια, ή των προϊόντων που μπορεί να περιέχουν στοιχεία ή συστατικά που λαμβάνονται από φώκια χωρίς όμως τούτο να είναι σαφώς αναγνωρίσιμο (βλ. σκέψη 39 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, εφόσον παρασχεθεί στους καταναλωτές η διαβεβαίωση ότι, εξαιρουμένων των προϊόντων που προέρχονται από τη θήρα στην οποία επιδίδονται κατά παράδοση οι κοινότητες αυτοχθόνων πληθυσμών για την επιβίωσή τους, τα προϊόντα που παράγονται από φώκια δεν θα διατίθενται, πλέον, στο εμπόριο εντός της Ένωσης, το ζήτημα της διαφοροποιήσεως μεταξύ των τελευταίων αυτών προϊόντων και εκείνων που δεν παράγονται από φώκια δεν θα ετίθετο πλέον και όλες οι κατηγορίες των εν λόγω προϊόντων θα μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος της Ένωσης.

48 Στο πλαίσιο αυτό, η παρέμβαση του νομοθέτη της Ένωσης, ο οποίος στηρίχθηκε στο άρθρο 95 ΕΚ, είναι δικαιολογημένη.

49 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα διάφορα επιχειρήματα των προσφευγόντων, με τα οποία οι τελευταίοι θέτουν υπό αμφισβήτηση το υποστατό πλειόνων εκτιμήσεων που μνημονεύονται στις προηγούμενες σκέψεις. Ειδικότερα, όσον αφορά την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι από την πρόταση βασικού κανονισμού [παράρτημα A.19] προκύπτει ότι μόνον δύο κράτη μέλη είχαν ήδη θεσπίσει νομοθεσία σχετικά με τη ρύθμιση του εμπορίου των προϊόντων φώκιας και ότι ένα τρίτο κράτος μέλος επρόκειτο να το πράξει. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι «[δ]εν [μπορούσε] να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο […] να αναληφθούν παρόμοιες πρωτοβουλίες και από άλλα κράτη μέλη» δεν αρκεί για να αποδειχθεί η παρεμπόδιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

50 Πρώτον, όσον αφορά το τελευταίο αυτό επιχείρημα που αντλείται από την πρόταση βασικού κανονισμού, αρκεί να υπογραμμισθεί ότι αυτό δεν επαναλαμβάνεται στον βασικό κανονισμό, του οποίου η διατύπωση αντικατοπτρίζει μια κατάσταση που ήδη εξελίχθηκε εν τω μεταξύ. Έτσι, στις αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 αυτού, ο βασικός κανονισμός μνημονεύει ότι «αρκετά» κράτη μέλη θέσπισαν ή προτίθενται να θεσπίσουν νομοθεσία για τη ρύθμιση του εμπορίου προϊόντων φώκιας, ενώ, σε άλλα κράτη μέλη, δεν επιβάλλονται περιορισμοί στο εμπόριο των προϊόντων αυτών. Συναφώς, η Επιτροπή αποσαφήνισε ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως του βασικού κανονισμού, ίσχυαν σε τρία κράτη μέλη απαγορεύσεις διαθέσεως προϊόντων φώκιας στο εμπόριο, ότι ένα άλλο κράτος μέλος είχε θεσπίσει σχετική απαγόρευση, η οποία δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ, ότι δύο άλλα κράτη μέλη είχαν εκδώσει και διαβιβάσει στην Επιτροπή σχετικά νομοσχέδια και ότι τρία άλλα κράτη μέλη είχαν δημοσιοποιήσει την πρόθεσή τους να θέσουν, επίσης, σε ισχύ σχετικές απαγορεύσεις λόγω της ελλείψεως μέτρων θεσπισθέντων από την Ένωση.

51 Δεύτερον, ανεξαρτήτως του ακριβούς αριθμού κρατών μελών τα οποία έχουν ήδη θεσπίσει νομοθεσία σχετικά με το ζήτημα αυτό ή τα οποία έχουν εκδηλώσει σαφώς μια τέτοια πρόθεση κατά τον χρόνο εκδόσεως του βασικού κανονισμού, διαπιστώνεται ότι τα εν λόγω αποκλίνοντα μέτρα ήσαν ικανά να παρακωλύσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων φώκιας. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι ένας μικρός αριθμός κρατών μελών έχει ήδη θεσπίσει νομοθεσία ή προτίθεται να θεσπίσει νομοθεσία σχετικά με ένα συγκεκριμένο τομέα δεν μπορεί να αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο όσον αφορά τη δυνατότητα θεσπίσεως ενός μέτρου για την προσέγγιση των νομοθεσιών σε επίπεδο Ένωσης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις Swedish Match, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 37, και Arnold André, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 38).

52 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εν προκειμένω, ο νομοθέτης της Ένωσης ορθώς συνήγαγε ότι, ελλείψει αναλήψεως δράσεως σε επίπεδο Ένωσης, ήταν πιθανότατο ότι, λαμβανομένης υπόψη της θεσπίσεως, εκ μέρους των κρατών μελών, νέων κανόνων που αντικατοπτρίζουν τις αυξανόμενες ανησυχίες των πολιτών και των καταναλωτών σχετικά με το ζήτημα της καλής μεταχείρισης της φώκιας, επρόκειτο να ανακύψουν, ή μάλιστα ήδη υφίσταντο, εμπόδια για το εμπόριο των προϊόντων που περιέχουν ή ενδέχεται να περιέχουν προϊόντα που παράγονται από φώκια (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Swedish Match, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 39).

53 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, επίσης, ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στη σκέψη 31 απόφαση Swedish Match, το κρίσιμο στοιχείο που ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο ήταν το γεγονός ότι η αγορά των προϊόντων ήταν μια αγορά στην οποία οι μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές ήσαν σχετικά σημαντικές. Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει όσον αφορά το εμπόριο προϊόντων φώκιας, ιδίως ως προς τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών που έχουν ήδη θεσπίσει σχετική νομοθεσία.

54 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως δεν προϋπέθετε την ύπαρξη ουσιαστικής σχέσεως με την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ των κρατών μελών σε καθεμία από τις περιπτώσεις που ρυθμίζει η πράξη που στηρίζεται στο εν λόγω άρθρο. Όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο, αυτό το οποίο έχει σημασία για να δικαιολογηθεί η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως είναι ν

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone