και με ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δανείου σε ελβετικό φράγκο, ακυρώνεται η δανειακή σύμβαση

και με ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δανείου σε ελβετικό φράγκο, ακυρώνεται η δανειακή σύμβαση

 

Γράφει η Δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

 

Τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο αποτελούν στην σημερινή εποχή μάστιγα για τους δανειολήπτες που τα εξυπηρετούν.  Τα ελληνικά δικαστήρια είναι τα μόνα που προσπαθούν να εξισορροπήσουν την  κατάσταση, βοηθώντας τους δανειολήπτες στην αποπληρωμή τους, γυρνώντας τα με τις δικαστικές τους αποφάσεις στην αρχική τους ισοτιμία.

Για να το επιτύχει αυτό ο δανειολήπτης, δεν αρκεί να βασιστεί σε αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από άλλους οφειλέτες, αλλά θα πρέπει να κινηθεί και ο ίδιος δικαστικά, ασκώντας αγωγή κατά της τράπεζας, αιτούμενος να υπολογιστεί το δάνειο του με την αρχική ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου. Σαφώς, οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί και εξακολουθούν να εκδίδονται, βοηθούν, δεν αρκούν όμως για να  υποχρεώσουν την τράπεζα να υπολογίζει την πληρωμή ενός εκάστου δανείου με την αρχική ισοτιμία. Δεν υπάρχει αυτό που ονομάζουν πολλοί, «δεδικασμένο» στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς το δεδικασμένο είναι νομική ορολογία και σημαίνει δέσμευση του δικαστηρίου, σχετικά με ένα θέμα που έχει ήδη κριθεί δικαστικά αλλά αφορά τους ίδιους διαδίκους με την ίδια υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το κάθε δάνειο και ο κάθε δανειολήπτης είναι διαφορετική υπόθεση, επομένως δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο.

Τα δικαστήρια έχουν κρίνει το θέμα νομολογιακά σε πρώτο βαθμό με πληθώρα θετικών δικαστικών αποφάσεων και με ασφαλιστικά μέτρα, κρίνοντας ότι οι όροι των δανειακών αυτών συμβάσεων είναι ασαφείς, αόριστοι, οι δανειολήπτες δεν ενημερώθηκαν επαρκώς για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν και επομένως υπάρχει καταστρατήγηση βασικών αρχών που οδηγούν την δανειακή σύμβαση και τους  όρους που την διέπουν να θεωρηθεί καταχρηστική και επομένως άκυρη, είτε συνολικά είτε εν μέρει.

Η ακυρότητα και καταχρηστικότητα αυτή των δανειακών συμβάσεων και των όρων που διέπουν τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, επιτρέπουν στα δικαστήρια, να επανυπολογίσουν το κεφάλαιο των δανείων αυτών με βάση την αρχική ισοτιμία.

Πολλά από αυτά τα δάνεια λόγω της αύξησης των μηνιαίων δόσεων που καλούνται να πληρώσουν οι δανειολήπτες έχουν καταγγελθεί από τις τράπεζες, και έχουν εκδοθεί κατ’αυτών δγές πληρωμής.

Οι δανειολήπτες, εναντίον των οποίων έχουν επιδοθεί δγες πληρωμής, έχουν δικαίωμα εντός 15 εργάσιμων ημερών να ασκήσουν ανακοπή κι αν έχουν ακίνητη περιουσία στο όνομά τους -πέραν την πρώτης κατοικίας-, που κινδυνεύει με άμεση κατάσχεση, υποχρεούνται να ασκήσουν και αίτηση αναστολής, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής τους, η περιουσία τους δεν απειλείται.

Κατά των δγων πληρωμής που αφορούν δάνεια σε ελβετικό φράγκο, ο δανειολήπτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή-αναστολή επικαλούμενος τους ίδιους νομικούς λόγους που συναντάμε στις αγωγές. Δηλαδή μπορεί να αιτηθεί την  ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος του, επικαλούμενος μεταξύ άλλων τον καταχρηστικό όρο ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου, η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα, αλλά όχι την υποχρέωση, να μετατρέπει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης από την Τράπεζα του Ελβετικού Φράγκου την ημερομηνία μετατροπής του συνόλου, όρος που είναι άκυρος, ως καταχρηστικός και υπαγόμενος στην περίπτωση του άρθρου 2 παρ. 7 περ. 1α Ν. 2251/1994, αφού η συνομολόγηση του καθιστά το οφειλόμενο ποσό αόριστο, αποσκοπεί στην μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στον ανακόπτοντα, με την επιλογή εκ μέρους της Τράπεζας κατά το δοκούν του νομίσματος αποπληρωμής του χρέους, προκειμένου να εκμεταλλευθεί την διαμόρφωση της ισοτιμίας προς όφελος της και σε βάρος του αντισυμβαλλομένου της.

Ο λόγος αυτός κρίνεται νόμιμος και πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει και από τα δικαστήρια που δικάζουν την αίτηση αναστολής επί ανακοπής. Ειδικότερα, δέχονται ότι αναφορικά με τον συγκεκριμένο όρο σε περίπτωση καταγγελίας του δανείου, η τράπεζα δικαιούται αλλά δεν υποχρεούται να μετατρέψει το σύνολο της ληξιπρόθεσμης οφειλής, από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, υπολογίζοντας τη μετατροπή αυτή, με την τιμή αγοράς των ελβετικών φράγκων, που θα ισχύει κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, εκείνης της ημέρας, όρος με τον οποίο η καθ’ ης ουσιαστικά επιρρίπτει τον κίνδυνο της αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας στους δανειολήπτες, χωρίς, να τους ενημερώνει, όπως είναι υποχρεωμένη, για τον κίνδυνο που επάγεται ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και να τους διαφωτίσει ως προς τις συνέπειες τέτοιας διακύμανσης. Με τα παραπάνω δεδομένα, ο προαναφερόμενος – προδιατυπωμένος από την Τράπεζα και περιλαμβανόμενος στους γ.ο.σ. – όρος, με τον οποίο επιρρίφθηκε στους δανειολήπτες ο συναλλαγματικός κίνδυνος, είναι αόριστος και ασαφής και ως εκ τούτου καταχρηστικός και άκυρος, αφού με αυτόν παραβιάσθηκε από την τράπεζα, η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας των γ.ο.σ., που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν, ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη, κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως δε, όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Συγκεκριμένα, με την ως άνω ρήτρα δεν παρουσιάζονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων στη σύμβαση, αφού δεν διατυπώνεται ευκρινώς, ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η μέθοδος και οι ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του εγχώριου νομίσματος, σε ξένο νόμισμα, καθώς, επίσης, και η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν ετέρες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και την αποπληρωμή του δανείου, ούτως ώστε ο καταναλωτής και, εν προκειμένω, ο ανακόπτων να γνωρίζει εκ των προτέρων, τις συμβατικές δεσμεύσεις, που ανέλαβε. Το ότι ο επίμαχος όρος ήταν σαφώς διατυπωμένος από γραμματική άποψη δεν αρκεί για να κριθεί έγκυρος, βάσει των κριτηρίων, που ο ν. 2251/1994 και η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ θέτουν, αφού, εξαιτίας της παραπάνω αοριστίας του, ως προς τις οικονομικές συνέπειες του, οδηγεί και οδήγησε, ουσιαστικά, στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών των καταναλωτών σε σχέση με την εξέλιξη της συναλλακτικής τους σχέσης με την τράπεζα.

Με το δεδομένο αυτό, κρίνεται από το δικαστήριο ότι η ακυρότητα του όρου αυτού συμπαρασύρει σε ακυρότητα ολόκληρη τη δικαιοπραξία, κατά τη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ, αφού εκτιμάται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία, χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά, αντίθετα, απέβλεπαν σε αυτή, ως ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο.

Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της αναστολής, την κάνει δεκτή, πιθανολογώντας ότι δεκτή θα γίνει και η ανακοπή κατά της δγης πληρωμής της τράπεζας, που αφορά το συγκεκριμένο δάνειο σε ελβετικό φράγκο και κατά συνέπεια ότι θα απορριφθεί η δγη πληρωμής της τράπεζας κατά του δανειολήπτη-οφειλέτη.

 

Αναστασία Χρ. Μήλιου

Δικηγόρος παρ’Εφέταις Αθηνών

Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone