Η ΜΝΗΜΗ ΔΙΑΜΟΦΡΏΝΕΤΑΙ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ? ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Η ΜΝΗΜΗ ΔΙΑΜΟΦΡΏΝΕΤΑΙ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΕΣ? ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ


Οι παλιές αγάπες είναι ανυπέρβλητες. Ο κύριος Πούλιος έδωσε αφορμή για το μικρό αυτό αφιέρωμα στο πολιτιστικό περιβάλλον και εγώ δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω.

Le dur desir de durer
Η αναζήτηση και ο προβληματισμός για την έννομη προστασία των πολιτιστικών αγαθών συνδέεται με τον εννοιολογικό προσδιορισμό τους ο οποίος περνά αναγκαία μέσα από αυτόν του πολιτισμού, όπως γίνεται αντιληπτός ως έννοια σήμερα. Ο πολιτισμός αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας ενός λαού καθώς και αποφασιστικό παράγοντα κοινωνικής συνοχής. Ο πολιτισμός ως εκ τούτου συνδέεται με την διαμόρφωση ταυτοτήτων αλλά και με την εξουσία. Ο προβληματισμός για το πολιτιστικό αγαθό δεν μπορεί παρά να συνιστά έναν προβληματισμό για την «οδυνηρή επιθυμία της διάρκειας» η οποία αποτελεί το σταυροδρόμι της αναζήτησης της ταυτότητας των ατόμων και των πληθυσμών οι οποίοι περνούν και αφήνουν ίχνη ιστορίας. Κατεξοχήν τομέας της κρατικής δραστηριότητας πλέον , η προστασία αλλά και η καταστροφή των πολιτιστικών αγαθών είναι συνδεδεμένη με την επίτευξη των βασικών σκοπών του κράτους . Ο πολιτισμός, στοιχείο ιστορικής συνέχειας αλλά και ρήξης και σύγχρονης έκφρασης της εθνικής συνείδησης αλλά και απαξίας της, αποτελεί βασικότατο σημείο έκφρασης της έννοιας του έθνους και του κράτους . Είναι όμως ταυτόχρονα και συνδετικό στοιχείο με τη μελλοντική ταυτότητα του κάθε οργανωμένου κράτους .
Οι ορισμοί του πολιτισμού και τα πολιτιστικά αγαθά
Οι ορισμοί του πολιτισμού ποικίλουν. Τα πολιτιστικά ή πολιτισμικά αγαθά όμως ως έννομα αγαθά προσδιορίζονται μέσα από το κανονιστικό πλαίσιο που τα διέπει . Ο προσδιορισμός του περιεχομένου των πολιτισμικών δικαιωμάτων είναι αναγκαίος ώστε να αναδεικνύεται το περιεχόμενο και η προστασία τους. Αποτελεί μάλιστα στοιχείο του κάθε πολιτισμού η απόφαση αυτών οι οποίοι μετέχουν σε αυτόν για το τι συνιστά πολιτιστικό αγαθό. Τα πολιτιστικά αγαθά συνιστούν προϊόν μιας απόφασης . Απόφασης αυτοπροσδιορισμού.
Ως πολιτισμός μπορεί να θεωρηθεί ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου βίου αλλά και ένα τμήμα ορισμένων δραστη¬ριοτήτων που εκφράζονται μέσα από συγκεκριμένα έργα υλικά ή άυλα . Αυτή η σύλληψη, αριστοκρατικής καταγωγής, περιείχε τη ιδέα της εξέλιξης του συνόλου προς το καλύτερο, και είχε ως κεντρική ιδέα έναν προοδευτικό πολιτισμό και μία πολιτισμένη και εκπολιτιστική Δύση. Σύμφωνα με τον Albert Sanon : «Πάντα με το άρθρο να προηγείται στον ενικό αριθμό, ο πολιτισμός εξέφρασε την ανάγκη παγκοσμιοποίησης του διαφωτισμού και την πίστη του σε μία πρόοδο δίχως τέλος ολόκληρης της ανθρωπότητας, με τις ανθρώπινες κοινωνίες να οφείλουν – η καθεμία με τον ρυθμό της- να γίνουν συμμέτοχοι του ενιαίου πολιτισμού, ακολουθώντας το παράδειγμα των πιο προχωρημένων μεταξύ τους κοινωνιών». Τον 19ο αι. ο όρος πολιτισμός συνδεόταν ακόμη με την έννοια της προόδου, της τελειοποίησης και της αξιολόγησης (με την έννοια της κρίσης). Σήμερα, με τον όρο πολιτισμό έχουμε την τάση να συμπεριλαμβάνουμε τις διάφορες κουλτούρες. Ο Lévi-Strauss μιλάει για έναν ενιαίο πολιτισμό (civilisation) ο οποίος απαρτίζεται από διάφορες κουλτούρες (cultures). Έτσι ο όρος πολιτισμός (civilisation) κρατάει μία υπερεθνική έννοια, ενώ ο όρος κουλτούρα (culture) χρησιμοποιείται κυρίως σε (ενδο)κοινωνικό επίπεδο και μπορεί να αναφέρεται σε μία ομάδα ή μια κατηγορία. Υπό αυτό το πρίσμα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πολιτισμός αντιπροσωπεύει την ενότητα και η κουλτούρα την διαφοροποίηση.
Ο πολιτισμός ως αντιστοίχιση της λέξης culture/kultur διαχωρίζεται στην στενότερη έννοια του όρου και την πιο ευρεία, ανθρωπολογική του έννοια. Συμφωνα με την Δήλωση της Mondiacult, της παγκόσμιας συνόδου για την πολιτιστική πολιτική (politique culturelle) που διοργανώθηκε το 1982 στο Μεξικό: « Με την ευρεία του έννοια ο πολιτισμός αντιπροσωπεύει σήμερα το σύνολο των διαφοροποιών στοιχείων, πνευματικών και υλικών, διανοητικών και συναισθηματικών που χαρακτηρίζουν μία κοινωνία ή μία κοινωνική ομάδα. Συμπεριλαμβάνει, εκτός των γραμμάτων και των τεχνών, τον τρόπο ζωής, τα βασικά δικαιώματα του ανθρώπου, το σύστημα αξιών, τις παραδόσεις και τα δόγματα. […]. Με την στενή του έννοια εννοεί κυρίως το σύνολο των αξιών καθώς και τις γνωστικές και αισθητικές συνήθειες μίας κοινότητας και υπό αυτό το πρίσμα περιλαμβάνει την πολιτιστική κληρονομιά, τις τέχνες, τη λογοτεχνία και τα κινήματα σκέψης.»
Ο πολιτισμός: σκοπός του κράτους
Η προστασία του πολιτισμού στο τέλος του 20ου αιώνα συγκαταλέγεται στους βασικούς σκοπούς του κράτους . Σκοπό του κράτους συνιστά παράλληλα και η επιλογή των στοιχείων εκείνων του παρελθόντος τα οποία θα συναποτελέσουν την εθνική ταυτότητα του λαού του . Η προστασία του πολιτισμού δεν νοείται μόνον ως διατήρησή του αλλά ως δημιουργία του, ως κατασκευή του. Είναι μια πολιτική, ιστορική και αισθητική απόφαση περί του τι είναι περιβάλλον, τι επιλέγουμε να περιλαμβάνει και τι εξαφανίζουμε . Θα μπορούσε κανείς να προσεγγίσει τη σχέση του κράτους και του πολιτισμού με πολλούς τρόπους . Η προστασία του πολιτισμού και των επί μέρους αγαθών είναι μια επιλογή η οποία αφορά τα κράτη ως απόφαση μνήμης ή λήθης .
Τα κράτη εισήλθαν στην πολιτιστική δράση μετά την ανάπτυξη της αστικής τάξης και ως έκφραση της συμμετοχής της τάξης αυτής στην εξουσία. Οι βασιλικές αυλές έπαψαν να είναι το θερμοκήπιο της τέχνης που αναδεικνυε της εξουσία των βασιλέων. Οι αστοί εξασφάλισαν έναν ιστορικό ρόλο στην Ευρώπη ιδίως μέσα από το κρατικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο ίδιος ο όρος “patrimoine” ξεπήδησε στους μετεπαναστατικούς της Γαλλικής Επανάστασης χρόνους καθώς και η σχετική ιδεολογία και πρακτική . Και το ενδιαφέρον αυτό δεν περιορίσθηκε στο παρόν και το μέλλον. Περισσότερο έντονο υπήρξε σε σχέση με το παρελθόν. Το να ξαναγράφει κανείς την ιστορία είναι προσφιλής δραστηριότητα και γίνεται ακόμη αποτελεσματικότερα με την ανάδειξη της μνήμης μέσα από τα ίχνη που αυτή καταλείπει. Η κρίση συνεπώς για το επάξιο να διατηρηθεί στο χώρο δεν είναι παρά μια κρίση για την αισθητική και τη μνήμη, μια κρίση εξουσίας. Η καταστροφή του ανάξιου για τη μνήμη αγαθού δεν είναι παρά μια απόπειρα διαγραφής των ιστορικών πεπραγμένων. Οσο η δημιουργία τόσο και η καταστροφή των έργων τέχνης συνιστά επιλογή του ποιο έργο θα καταστεί μνημείο και ποιο θα εξαφανισθεί, ως πράξη ιστορικού βανδαλισμού και επιλογών .
Την επιθυμία για διατήρηση της ιστορικής μνήμης και την δημιουργία εθνικής ταυτότητας εκφράζουν τα κράτη στα συνταγματικά κείμενα μέσα από την έννοια του έθνους . Το έθνος συνιστά μια συνισταμένη αρχών, ιδεών και πολιτισμού που εκφέρονται μέσα από τα Συντάγματα και δια των θεσμών .
Η διεθνής κοινωνία και η πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας
Τα κράτη όμως δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που διεκδικούν αρμοδιότητα για τις ταυτότητες, των πολιτισμο, την πολιτιστική κληρονομιά. Ο 20ος αιώνας ανέδειξε την διεθνή κοινωνία ως ενδιαφερόμενη και διεκδικούσα αρμοδιότητα για την πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας δίδοντας παράλληλα και τη διάσταση της παγκόσμιας συνείδησης κοινής ανθρώπινης ιστορίας στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων που υπογράφονται για την προστασία της. Η διεθνής κοινωνία εν πολλοίς ευθύνεται για τον όρο «πολιτισμικό ή πολιτιστικό αγαθό» που συνέθεσε ενόψει του σαφούς διαχωρισμού ενός αγαθού από την εθνική του διάσταση. Το πολιτισμικό αγαθό μπορεί να ενδιαφέρει ολόκληρη την οικουμένη. Είτε για την διατήρησή του, είτε για την καταστροφή του, είτε για τη δημιουργία του.
Επίκαιρο φαινόμενο αποτελεί η διεθνοποίηση της προστασίας των πολιτιστικών αγαθών και το ενδιαφέρον ποικίλων φορέων για τη διάσωση, συντήρηση και διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς . Τούτο όμως δεν αναιρεί το ενδιαφέρον των κρατών και, ιδίως τούτο, των εθνών και διαφόρων εθνικών ομάδων για την πολιτιστική τους κληρονομιά παράλληλα και συχνά με τρόπο ανταγωνιστικό .
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην έννοια του έθνους και αυτήν της υπερεθνικής ταυτότητας απεικονίζεται στο σύγχρονο διάλογο για τον πολιτισμό και τα πολιτισμικά αγαθά που προστατεύουν οι νομοθεσίες . Η συζήτηση αυτή απέκτησε μεγαλύτερο νόημα λόγω της διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Για το λόγο αυτό η σημασία των πολιτιστικών αγαθών αναδεικνύεται εντονότερη .
Και η πολιτιστική κληρονομιά ευρωπαϊκής σημασίας
Το μεγαλεπήβολο σχέδιο της εγκαθίδρυσης της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς επέβαλε την κατάργηση των «εσωτερικών συνόρων» ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ένωσης, ενώ ο τρίτος πυλώνας της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση στόχευε στη διευκόλυνση της ελευθερίας της διασυνοριακής μετακίνησης προσώπων και στον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό του ευρωπαϊκού χώρου, εφόσον ολοκληρωθεί και υπάρξει, θα αποτελέσει η συνείδηση ενιαίας ιστορίας και συνέχειας καθώς και η συνείδηση ενιαίας ταυτότητας του ευρωπαίου πολίτη βασιζόμενη σε έναν κοινό πολιτισμό. Από την άποψη αυτή η ρύθμιση του άρθ. 151 ΣυνθΕΕ είναι ιδιαίτερα σημαντική στο μέτρο που αφορά την πολιτιστική κληρονομιά ευρωπαϊκής σημασίας .
Είναι λοιπόν ζήτημα (εθνικής ή υπερεθνικής) εξουσίας η μνήμη ;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αποτελεί και την εκκίνηση της διαδρομής μέσα στους κανόνες, εθνικούς, διεθνείς και κοινοτικούς, από τους οποίους θα επιχειρηθεί να διαπιστώσουμε ποια απόφαση επικρατεί ως προς την δημιουργία των μελλοντικών ταυτοτήτων μας.
Τα έθνη διεκδικούν σθεναρό ρόλο στη διαδικασία αυτή και τα Συντάγματα είναι το όχημα αυτής της προσπάθειας.
Οι διεθνείς οργανισμοί είναι περισσότερο μεταμοντέρνοι και τείνουν προς τον κοσμοπολιτισμό.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση διστακτικά και με κομψό τρόπο επιχειρεί να εξεύρει την πολιτιστική εκείνη κληρονομιά που θα έχει ευρωπαϊκή σημασία χωρίς να απαρνιέται την εθνική κληρονομιά.
Η αναζήτηση για την έννοια του πολιτιστικού αγαθού συνεπώς περνά μέσα από ένα σύνολο κανόνων και εννοιολογικών προσδιορισμών οι οποίοι εκφράζουν στο σύνολό τους την ανάγκη προσδιορισμού των σύγχρονων υποκειμένων και την πίεση που ασκούν στο σχηματισμό της ιστορίας και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης.

Πολιτιστικά αγαθά και διαμόρφωση ταυτοτήτων
Λίγα χρόνια πριν η συζήτηση για τη σχέση των πολιτιστικών αγαθών και τη διαμόρφωση ταυτοτήτων θα υπαγόταν στο πεδίο της φιλοσοφίας . Απέκτησε όμως νομικές αναφορές και έδωσε έναυσμα σε συνεχή διάλογο λόγω της αναφοράς της στα κείμενα. Υπεύθυνη γι’αυτό ήταν η Ευρωπαϊκή Ενωση . Επιχειρώντας να προβεί σε υπέρβαση από την εθνική συνείδηση στην συλλογική ταυτότητα ενός μη ομοσπονδιακού μορφώματος προχώρησε στη σύνθεση της έννοιας της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Η ευρωπαϊκή αυτή ταυτότητα και η ρύθμισή της δίδει το κύριο έναυσμα για τη νομική προσέγγιση των πολιτιστικών αγαθών.

Η ταυτότητα: εθνική και ευρωπαϊκή
Ο όρος ταυτότητα αποδίδει την αγγλική λέξη identity και νοηματοδοτείται από τη θεωρία των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και της κοινωνιολογίας. Η έννοια της ταυτότητας όμως λαμβάνει και κανονιστικό χαρακτήρα εφόσον συναντάται σε ανάλογα κείμενα . Αποκτά όμως σταδιακά και κανονιστικό περιεχόμενο λόγω της αναφοράς της στη Συνθήκη. Στην έννοια εθνική ταυτότητα θα πρέπει εν προκειμένω να εννοηθεί η πολιτική, η κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα και οι ιδιαιτερότητες κάθε έθνους . Η έννοια της εθνικής ταυτότητας αναφέρεται επίσης στην ανεξαρτησία και την εθνική κυριαρχία των κρατών μελών. Η εθνική ταυτότητα εκάστου, δεν αμφισβητείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η θέση αυτή θα πρέπει να αποτελέσει την πρώτη διαπίστωση:
Η Ένωση δεν συμπεριφέρεται ως αυτοκρατορία, και, σύμφωνα με τη Συνθήκη, οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών . Η Συνθήκη κατά το σκέλος αυτό αναφέρεται στη σαφή βεβαιότητα της εθνικής συνείδησης όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά. Την βεβαιότητα αυτή υιοθετεί ως αφετηρία για την δημιουργία της κοινής ταυτότητας της Ένωσης: της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Παράλληλα η Ένωση κάνει λόγο και για την ευρωπαϊκή ταυτότητα . Έννοια που δεν έχει προσδιοριστεί στην απαιτούμενη έκταση αναζητείται στα κείμενα, στη θεωρία και στην παιδεία, αναζητείται πρωτίστως στην ιστορία ώστε να οριοθετήσει τη δυναμική της .
Ξεκινώντας από τα κείμενα θα διαπίστωνε κανείς ότι το άρθρο 6 ΣυνθΕΕ ρυθμίζει το καθεστώς των θεμελιωδών δικαιωμάτων και μνημονεύει το σεβασμό στην εθνική ταυτότητα των κρατών μελών . Σύμφωνα με το άρθρο αυτό τα θεμέλια του πολιτισμού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος τίθενται στην βάση της ανάπτυξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενόψει και της προώθησης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας . Τα θεμελιώδη δικαιώματα δικαιώματα βρίσκονται στον πυρήνα του προσδιορισμού της ταυτότητας του ευρωπαίου πολίτη. Ας δούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά:
Η Ένωση οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των μελών της στοχεύοντας παράλληλα στην ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας . Κάθε άτομο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό μέσω της ταυτότητας δομείται σταδιακά οευρωπαίος πολίτης .
Τι είναι η ευρωπαϊκή ταυτότητα; Ποια στοιχεία την αρθρώνουν; Τι είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός; Πόσο νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για έναν και ενιαίο ευρωπαϊκό πολιτισμό, ο οποίος αποτελεί το ιδιότυπο χαρακτηριστικό της μιας και αδιαίρετης ευρωπαϊκής ταυτότητας; Δεν αρκεί όμως η αναφορά σε κείμενα για την κατανόηση του περιεχομένου των όρων. Η διαμόρφωση ταυτότητας μέσω των θεμελιωδών δικαιωμάτων ενέχει την παραδοχή της ύπαρξης ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πολιτισμού ο οποίος έχει κοινή ιδεολογική προέλευση αλλά και πολυμορφία. Ο Ιταλός Επίτροπος Κάρλο Ρίπα Ντί Μεάνα, θεωρούσε ότι η Ευρώπη οικοδομείται με βάση το «κοινό πολιτιστικό κεφάλαιο, που δεν είναι άλλο από την αναγνώριση ενός πολυφωνικού ανθρωπισμού θεμελιωμένου πάνω στη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία που εκφράζεται στην ποικιλομορφία των τοπικών, των περιφερειακών και των εθνικών πολιτισμών».
Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί εξάλλου ένα σημαντικό βήμα στη διαμόρφωση και πολιτισμικής πολιτικής. Το άρθρο 128, στον τομέα για τον προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε κράτους – μέλους, επαναλαμβάνει τη βασική αρχή ότι η Κοινότητα «σέβεται την εθνική και περιφερειακή πολυμορφία» των κρατών – μελών. Η Ένωση εν κατακλείδι οφείλει να σέβεται την εθνική ταυτότητα των μελών της στοχεύοντας παράλληλα στην ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας . Κάθε άτομο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους είναι πολίτης της Ένωσης.
Μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο νοηματοδοτείται ο προσδιορισμός της έννοιας του πολιτιστικού αγαθού. Του αγαθού δηλαδή το οποίο συντελεί στη δημιουργία κοινών ταυτοτήτων. Η έννοια αυτή αναδεικνύει συσχετισμούς εξουσίας και οριοθετείται με τρόπο διαφορετικό από κάθε έννομη τάξη. Για το λόγο αυτό και συναντάται πληθωρισμός όρων, συνωνύμων, ομονύμων και ταυτολογιών.
Εθνικοί αυτοπροσδιορισμοί: η Ελλάδα και άλλες συγγενείς ευρωπαϊκές αναφορές

Η περίπτωση του πολιτιστικού περιβάλλοντος κατά το ελληνικό Σύνταγμα
Στη ελληνική γλώσσα το πολιτιστικό περιβάλλον παρακολούθησε γλωσσικά το φυσικό περιβάλλον στο άρθ. 24 Σ. του 1975 διότι δεν διαφοροποιήθηκε μεταφραστικά το environemment από το patrimoine. Το πολιτιστικό περιβάλλον και οι μερικότερες έννοιες που περιλαμβάνονται σ’ αυτό κατά τη νομοθεσία (ανθρωπογενές περιβάλλον, μνημεία, αρχαία, διατηρητέα κ.λπ.), καθώς και οι έννοιες που θέτουν εκ παραλλήλου τα διάφορα νομοθετικά κείμενα (πολιτιστική κληρονομιά, πολιτιστική λειτουργία κ.λπ.), αποτελούν πεδίο ενδιαφέροντος πειραματισμού για το μελετητή της γλώσσας του δικαίου, αλλά και για τον εφαρμοστή του δικαίου . Το ζήτημα ήταν ιδιαίτερα έντονο υπό το πρίσμα του προϊσχύσαντος νομοθετικού πλαισίου στην Ελλάδα που αναθεωρήθηκε με την εισαγωγή του νόμου 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» καθώς ρύθμιζε το καθεστώς των αρχαιοτήτων . Η έμφαση τα «αρχαία» είχε ένα ιδεολογικό στοιχείο και εξέφραζε μια επιλογή. Η ορολογία που χρησιμοποιεί ο πρόσφατος νόμος αναδεικνύει τη συνέχεια αφενός (με την επανάληψη του όρου αρχαία) αλλά και τη δυναμική της με τη χρήση του όρου «πολιτιστική κληρονομιά». Και ο όρος πολιτιστική κληρονομιά έχει βέβαια νοηματικό βάρος από την καταγωγή του (θα δούμε πιο κάτω ότι συναντάται σε διεθνείς συμβάσεις) αλλά και από τη χρήση του όρου κληρονομιά καθ’εαυτή. Η λέξη κληρονομιά δεν είναι άμοιρη συμβολισμών. Τονίζει το συνδετικό στοιχείο με το παρελθόν και την ιστορική συνέχεια και διαδοχή με έμφαση στην εθνική ταυτότητα. Έμφαση δίδει και στην ιδιοκτησία αφού ο όρος κληρονομιά παραπέμπει νοηματικά στο αστικό δίκαιο και την κυριότητα. Το ερώτημα τίνος ανήκει ο πολιτισμός και τι αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό είναι σίγουρα καίριο για τις μέρες μας.

Ο ορισμός των πολιτιστικών αγαθών από το νόμο
Υπό το πρίσμα της σε ισχύ σήμερα νομοθεσίας το ζήτημα έχει αποκτήσει διαφορετική σημασία καθώς ο νόμος του 2002 ορίζει τις έννοιες στις οποίες αναφέρεται συγκεκριμένα και ειδικά στο άρθο 2 αυτού. Ειδικά ορίζονται στο νόμο αυτό τα πολιτιστικά αγαθά ως εξής:

«α) Ως πολιτιστικά αγαθά νοούνται οι μαρτυρίες της ύπαρξης και της ατομικής και συλλογικής δραστηριότητας του ανθρώπου».
Η θέσπιση ορισμών μέσα στο νόμο που προσδιορίζουν την έννοια προστατευομένων αγαθών καθιστούν νομικούς όρους διάφορες λέξεις της καθημερινής ζωής, καθορίζοντας έτσι και το εύρος της προστασίας του πραγματικού αγαθού σε σχέση με το νομικώς χαρακτηριζόμενο .
Συνοψίζεται ο ρόλος του κράτους σε σχέση με τον πολιτισμό σε δύο βασικούς άξονες. Έναν που συνδέεται με τις βασικές αποφάσεις για την ιστορία και τη μνήμη, και έναν που αφορά τις θεσμικές επιλογές όπως εκφράζονται δια του λόγου της εξουσίας. Τα κάθε είδους πολιτιστικά αγαθά, είναι γνωστό βάλλονται ή αναδεικνύονται τόσο με έργα όσο και με λέξεις, τούτο αναδεικνύεται και από την ελληνική νομοθεσία . Ο πρόσφατος νόμος 3658/08 Μέτρα για την Προστασία των Πολιτιστικών Αγαθών του 2008 έχει ως σκοπό την Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών είναι η προστασία των πολιτιστικών αγαθών και η καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας, ιδίως με την αναζήτηση, την τεκμηρίωση προέλευσης και διακίνησης και τη διεκδίκηση κινητών μνημείων, κατά την έννοια του ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153 Α΄), τα οποία είναι προϊόντα κλοπής, υπεξαίρεσης, παράνομης ανασκαφής ή ανέλκυσης (από το βυθό θάλασσας, λίμνης ή ποταμού) ή έχουν παρανόμως διακινηθεί στο εσωτερικό ή το εξωτερικό.

Τα πολιτιστικά αγαθά στη νομοθεσία άλλων ευρωπαϊκών χωρών
Παρόλο το ενδιαφέρον του Μάουρερ να θεσπίσει ειδική νομοθεσία για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα, η σύγχρονη γερμανική νομοθεσία παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες ως προς το ζήτημα της προστασία των πολιτιστικών αγαθών λόγω ιδίως της αρμοδιότητας των Lander αλλά και μιας βαθιάς φιλοσοφικής θέσης για τη σχέση κράτους και πολιτισμού που διέπει το ζήτημα στη Γερμανία . Είναι συνεπώς μεγάλη η ποικιλία των ρυθμίσεων και εστιάζεται κατά περιοχή σύμφωνα με τις κρίσεις που διαμορφώνουν τα Lander αναδεικνύοντας ένα κατακερματισμό αντιλήψεων για το ζήτημα αλλά και μία πρόνοια αυτονομίας.
Στη Γαλλία αντίθετα η κεντρική διοίκηση κράτησε το ενδιαφέρον της αμείωτο ήδη από τις απαρχές του 19ου αιώνα στον πολιτισμό, διαδεχόμενη τη βασιλική αυλή επάξια στο ζήτημα του πολιτισμού.
Οι πρώτες ρυθμίσεις έγιναν με νόμους της 8.3.1810 και 3.5.1841, που επέτρεπαν την απαλλοτρίωση μνημείων που κινδύνευαν, ενώ ο χαρακτηρισμός από τη διοίκηση καθιερώθηκε με νόμο της 30.3.1887 και το εκτελε¬στικό του διάταγμα της 3.1.1889. Η αρχική ρύθμιση της γαλ¬λικής νομοθεσίας συνεπώς αναφερόταν σε «μνημεία» (monuments historiques). Ήδη λοιπόν από το 1810 είχε χρη¬σιμοποιηθεί ένας όρος με πολύ μεγαλύτερη ευρύτητα από αυ¬τόν της ελληνικής μεταγενέστερης νομοθεσίας. Αργότερα, με νόμο του 1905 ρυθμίσθηκε ο χαρακτηρι¬σμός εκκλησιών. Εμπνευστής του νόμου της 31.12.1913, που διέπει το χαρακτηρισμό μνημείων στη Γαλλία, είναι ο Aristide Briand. Στη συνέχεια η προστασία των μνημείων πέ¬ρασε στην πολεοδομική νομοθεσία (άδειες οικοδομής κοντά σε μνημεία κ.λπ.). Με αυτές τις διατάξεις χαρακτηρίσθηκαν ολόκληρα τμήματα πόλεων. Ειδική νομοθεσία διέπει την α¬ξιοποίηση και ανάδειξη των μνημείων (νόμος της 2.5,1930), που δίδει τη δυνατότητα της προστασίας του περιβάλλοντος χώρου των χαρακτηρισμένων μνημείων κατά ζώνες. Με τη θέσπιση του πολεοδομικού πλάνου στα μεταπολεμικά χρό¬νια και κυρίως με το νόμο της 4.8.1962 δόθηκε νέα ώθηση στη διάσωση των μνημείων, που σχετίσθηκε όχι πια μόνο με τη συντήρηση, αλλά με την αναπαλαίωση (restaura¬tion) . Η απλή συντήρηση μετατράπηκε σε ανάγκη αξιο¬ποίησης και ανάδειξης μέσω της αναπαλαίωσης .
Η προστασία του πολιτισμού συνεπώς στη Γαλλία διέπε¬ται από ένα ορθολογικό κανονιστικό πλαίσιο, που χαρακτη¬ρίζεται από απλότητα ορολογίας και δυναμικές μεθόδους, όπως η αναπαλαίωση. Αν και δεν βρήκε συνταγματικό επι¬στέγασμα, η νομοθεσία αυτή αποτέλεσε το πεδίο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η όψη του σύγχρονου Παρισιού, συνεπώς χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα στην ανάδειξη της όψης που επιθυμεί να αναδείξει η γαλλική κοινωνία για τον εαυτό της.
Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και η νομολογία του γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας. Δεν θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί τυχαίο ότι η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου αυτού σχετικά με τον έλεγχο του νομικού χαρακτηρισμού πραγματικών καταστάσεων από τη διοίκηση (qualification juridique des faits) αφορούσε την προ¬σβολή πράξεως νομάρχη (άρνηση οικοδομικής αδείας), ε¬πειδή εθίγετο ο μνημειακός χαρακτήρας περιοχής του Παρι¬σιού . Τείνει η νομολογία του Conseil d’ Etat συνεπώς να διαμορφώνει μια προχωρημένη νομολογία σε ζητήματα αι¬σθητικής και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Στο σημείο αυτό θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να αναφέρουμε την εισήγηση του Commisaire du Gouvernement Massot, στην υπόθεση που αφορούσε το ίδιο το κτίριο στο οποίο στεγάζε¬ται το Conseil d’Etat στο Παρίσι, δηλαδή το Palais Royal .
Η Αγγλία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται ως προς το ζήτημα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς από τη διατήρηση του βασιλικού θεσμού και της βρετανικής αριστοκρατίας οι οποίοι διεκδικούν σημαντικό λόγο στην πολιτιστική κληρονομιά της ιδιοκτησίας τους. Περισσότερο από το κράτος είναι ο θεσμός της Βασιλείας που ενδιαφέρεται για το ζήτημα και τούτο είναι ιστορικά συνεπές για τα συμφέροντα της συγκεκριμένης κοινωνίας.
Ποικιλία οργάνων και θεσμών χαρακτηρίζει τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου . Το 1983 με τη National Heritage Act οργανώθηκε συστηματικά η προστασία της εθνικής κληρονομιάς που ρυθμίζει με φαντασία και πρωτοτυπία το καθεστώς προστασίας της. Ηδη από το 1953 τα ιστορικά κτίρια και τα αρχαία μνημεία μπορούσαν να αποτελέσουν ιδιοκτησία του κράτους το οποίο και αναλάμβανε την προστασία τους. Θα πρέπει βέβαια να επισημάνει κανείς την προσαρμοστικότητα του άγγλου νομοθέτη στο γεγονός ότι μακρά παράδοση φεουδαρχίας έχει επιτρέψει σε σημαντικό αριθμό ιδιωτών να είναι ιδιοκτήτες ακινήτων σημαντικής πολιτιστικής αξίας. Υπό την έννοια αυτή η κατασκευή των listed buildings υπήρξε επιτυχής ώστε να τίθενται περιορισμοί στην ιδιοκτησία χωρίς να απαιτείται η μεταβίβασή της. Εξίσου σημαντικό και σύμφωνο με την βρετανική αντίληψη, είναι το γεγονός ότι στο βρετανικό δίκαιο προστατεύεται με έμφαση το τοπίο ως όλο με τη θέσπιση conservation areas σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία. Ιδιαίτερη έμφαση δίδει η βρετανική νομοθεσία και στο καθεστώς εξαγωγής μνημείων λόγω του προφανούς ενδιαφέροντος που έχει εξ αφορμής των πλούσιων συλλογών και μνημείων που φιλοξενεί στα μουσεία της η Αγγλία τα οποία προέρχονται από άλλες χώρες και αποτελούν κληρονομιά της αγγλικής αυτοκρατορίας που δεν υπάρχει πλέον. Ο αρχιτέκτων-πολεοδόμος D. Atwell υποστήρι¬ξε π.χ. σε συνέδριο ότι η αγγλική νομοθεσία είναι η πλέον προχωρημένη, διότι δίδει έμφαση στα ιστορικά κτίρια όπως αυτά εντάσσονται στο χώρο (βρετανικός νόμος 1971, Town and Country Planning Act 1971) παράλληλα με τη διατήρηση περιοχών (βρετανική εγκύκλιος 23/77) και καθιερώνει ειδικές διαδικασίες για την κατεδάφιση ή αλλαγή ιστορικών κτιρίων (listed building con-sent) με έμφαση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κράτους και του ιδιοκτήτη αντίστοιχα.
Η ιταλική νομοθεσία είναι ανάλογη της βαθιάς συνείδησης της Ιταλίας για τη σημασία του πολιτισμού της. Ο ιταλικός νόμος 1089 της 1ης Ιουνίου 1939 επεκτείνει το περιεχόμενο του προηγουμένου ν. 364 της 20ης Ιουνίου 1909 και ορίζει, στο άρθ. 1, ότι στις διατάξεις του υπάγονται «πράγματα κινητά και ακίνητα που παρουσιάζουν καλλιτε¬χνικό, ιστορικό, αρχαιολογικό ή εθνογραφικό ενδιαφέρον». Στην έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνονται και αντικεί¬μενα που ενδιαφέρουν την παλαιοντολογία, την προϊστορία, τους πρωτόγονους πολιτισμούς, τα κάθε είδους νομίσματα, τα χειρόγραφα, σφραγίδες, βιβλία, και κάθε είδος με σπανιό¬τητα και αξία τέτοια που τα καθιστά καλλιτεχνικού ή ιστορι¬κού ενδιαφέροντος . Αξίζει να τονισθεί ότι η περιγραφή των διαφόρων προστατευομένων αντικειμένων έχει μόνον ενδεικτικό χαρακτήρα .
Ο ν. 1497 που ψηφίσθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τον προηγούμενο, δηλ. στις 29 Ιουνίου 1939, αναφέρεται στην έν¬νοια των «φυσικών καλλονών» (Bellezze naturali), και στο άρθ. 1 αναφέρει ότι θεωρούνται ότι εμπίπτουν στην έννοια αυτή ακίνητα που ξεχωρίζουν για τη φυσική ομορφιά τους και τη γεωλογική μοναδικότητα, κήποι που ξεχωρίζουν για την εκτός του συνηθισμένου ομορφιά τους, σύνολα ακινήτων πραγμάτων που έχουν αισθητική ή παραδοσιακή αξία, η πα¬νοραμική θέα που θεωρείται φυσικό κάδρο κ.λπ. Ο νόμος αυτός αναφέρεται στις φυσικές καλλονές, αλλά τα αισθητι¬κά κριτήρια που εισάγει είναι ιδιαίτερα καλλιτεχνικά και προχωρημένα για την εποχή τους.
Η συνταγματική διάταξη του ιταλικού Συντάγ¬ματος ενσωμάτωσε τις έννοιες αυτές της νομοθεσίας και τις περιέβαλλε με το ένδυμα μιας νέας ορολογίας,όπως εξετάσθηκε πιο πάνω .
Με το ν. 310 της 26 Απριλίου 1961 συστάθηκε μια επιτρο¬πή «για την προστασία και την αξιοποίηση των αντικειμένων ιστορικής, αρχαιολογικής, καλλιτεχνικής αξίας και του το-πίου» (επιτροπή Franceschini). Από τον τίτλο της επιτροπής αυτής φαίνεται η ομοιογένεια του αντικειμένου της, που συ¬νίσταται στα πολιτιστικά αγαθά και σε αυτά που ενδιαφέ¬ρουν τη φύση και το τοπίο. Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τα συμπεράσματά της σε μια διακήρυξη, η οποία περιέλαβε μια απαρίθμηση των πολιτιστικών αγαθών . Έδωσε επίσης έναν ορισμό του πολιτι¬στικού αγαθού ως του αγαθού που αποτελεί υλική μαρτυρία με πολιτιστική αξία και αποτελεί κληρονομιά του Έθνους . Φανερή λοιπόν είναι η σημασία του αξιολογικού κριτηρίου για τον καθορισμό της έννοιας του πολιτιστικού αγαθού. Είναι ακόμη σαφές ότι η επιτροπή επέλεξε έναν α¬νοιχτό ορισμό που να επιτρέπει ευρύτητα ερμηνείας και δεν δεσμεύει ως προς το χρονικό στοιχείο της δημιουργίας του αγαθού . Η επιτροπή αυτή χαρακτήρησε ακόμη ως πολιτιστικά αγαθά τα περιβαλλοντικά αγαθά (Beni ambientali), στοιχείο που αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στη θεωρία . Ιδιαίτερη ανάλυση αφιερώθηκε και για τα αρχαι¬ολογικά αγαθά, των οποίων ο ορισμός δεν υπήρξε διόλου αυτονόητος .
Νέοι θεσμοί ακολούθησαν τη διακήρυξη της επιτροπής, που είχαν σκοπό την προστασία και αξιοποίηση των πολιτι¬στικών αγαθών. Το 1972 τα πολιτιστικά αγαθά πέρασαν στο λεξιλόγιο της αυτοδιοίκησης των Regioni και ιδρύθηκε υ¬πουργείο για τα πολιτιστικά και περιβαλλοντικά αγαθά στις 14.12.1974 με το ν. 657, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 5 της 29.1.1975 . Καθοριστικό στοιχείο, όπως διαπιστώθηκε, ήταν για την εξέλιξη της ιταλικής νομοθεσίας η εισαγωγή ειδικής διάτα¬ξης στο Σύνταγμα που ώθησε το νομοθέτη και τη διοίκηση σε ένα σύνολο συντονισμένων ενεργειών, με σκοπό την ολο¬κλήρωση της προστασίας και την προαγωγής του πολιτι¬σμού. Όμοια και σε άλλες χώρες η προστασία συνδέθηκε με ειδικούς νόμους και δεν προηγήθηκε της θέσπισής τους. Αυ¬τό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτεί κρατική παρέμβαση, διότι εκ της φύσεώς της αντίκειται στο ιδιωτικό συμφέρον και την αξιοποίηση της ιδιοκτησίας .
Εκλεκτικές συγγένειες με το ελληνικό σύστημα προστασίας παρουσιάζει και αυτό της Ισπανίας, παρά τη βασική διαφορά που συνδέεται με το βασιλικό καθεστώς της Ισπανίας, το οποίο εύλογα επιδρά στην επιλογή της ιστορικής μνήμης καθώς και στο ιδιαίτερα πλούσιο και αντιφατικό ιστορικό παρελθόν της χώρας. Η ύπαρξη συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης, όπως διαπιστώθηκε ήδη, χαρακτηρίζει την ισπανική έννομη τάξη .
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιά¬ζει εξάλλου και το σύστημα των λεγόμενων πρώην σοσιαλιστικών χωρών, με βάση τα προ του 1991 δεδομένα . Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, που στηρίζονται στην οργάνωση άρτιων δημοσίων υπηρεσιών και σε συνεχείς χαρακτηρισμούς μνη¬μείων. .

Διαπιστώσεις για τις νομοθετικές επιλογές των κρατών ως προς τη δημιουργία εθνικών ταυτοτήτων
Η αναφορά στα παραδείγματα αυτά των νομοθεσιών άλ¬λων χωρών και των συστημάτων προστασίας των μνημείων οδηγεί σε ορισμένα βασικά κοινά συμπεράσματα.
Όλα τα κράτη συνδέουν την ανάπτυξη της εθνικής τους ταυτότητας με την πολιτιστική κληρονομιά ο χαρακτήρας της οποίας αποκτά διαστάσεις εθνικής ιδιοκτησίας έστω και αν είναι ανεκτό να αποτελεί μέρος της ιδιωτικής περιουσίας των πολιτών.
Το κρατικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό είναι ανάλογο της ανάπτυξης εθνικής συνείδησης αλλά όπου υπάρχει καθεστώς μοναρχίας οι δεσμοί της με την πολιτιστική κληρονομιά είναι ισχυροί. Η κεντρική διοίκηση διατηρεί με ελάχιστες εξαιρέσεις αμείωτο το ενδιαφέρον της για το ζήτημα του πολιτισμού το οποίο έχει έντονα συμβολικό χαρακτήρα.
Θα διαπίστωνε κανείς ότι το πρόβλημα του ορι¬σμού των πολιτιστικών αγαθών απασχόλησε τις έννομες αυ¬τές τάξεις και, όπως φαίνεται, βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος της προστασίας των αγαθών αυτών. Η ποικι¬λία των ορισμών συνδέεται με την ιδεολογία που επικράτησε στο ζήτημα της προστασίας, αλλά συνδέθηκε άμεσα και με το είδος της προστασίας που προτιμήθηκε από τη νομο¬θεσία.
Κεντρικό ζήτημα όλων των νομοθεσιών είναι αυτό του ι¬διοκτησιακού καθεστώτος των πολιτιστικών αγαθών και της σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των ιδιωτών και του συνόλου.
Η κρατική πρωτοβουλία ήταν μοναδική λύση για την επί¬τευξη της προστασίας, με αποκλειστική οδό αυτή της νομο¬θεσίας. Στα σύγχρονα κράτη δεν νοείται προστασία πολιτι¬στικών αγαθών χωρίς ανάλογη νομοθεσία. Ως συνέπεια αυ¬τού είναι οι αρχιτεκτονικοί, καλλιτεχνικοί, πολεοδομικοί κ.λπ. όροι να αποκτούν νομικό χαρακτήρα, να γίνονται νο¬μικές έννοιες.
Παρά την ανάγκη ύπαρξης ειδικής νομοθεσίας, στην πράξη καθοριστικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην ύ¬παρξη τέτοιου είδους πολιτισμικής ευαισθησίας απέναντι στο ιστορικό παρελθόν είναι το επίπεδο πολιτισμού, ποιότη¬τας και παράδοσης των χωρών, καθώς και η οικονομική ευ¬μάρεια.
Δεν παρατηρείται ομοιότητα στις εθνικές ρυθμίσεις ανάλογη με αυτή που εμφανίζεται συχνά για άλλα ζητήματα. Οι διεθνείς συμβάσεις επιδρούν μεν σε κάποιο βαθμό ενοποιητικά για τις νομοθεσίες αλλά οι εκάστοτε νομοθεσίες διατηρούν έντονα και τον αμυντικό τους χαρακτήρα έναντι αυτών με στόχο την πλήρη κατά το δυνατό αυτονόμηση της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς από την παγκόσμια κληρονομιά.
Οι εθνικές ρυθμίσεις έχουν τέλος ως χαρακτηριστικό να θεωρούν ως αυτονόητο κτήμα τον πολιτισμό που τις αυτοπροσδιορίζει. Δεν αναζητούν να τον εξειδικεύσουν και να τον προσδιορίσουν. Ταυτίζεται μαζί τους και είναι αδιαπραγμάτευτος. Ισως όμως όχι όσο θα θεωρούσαν άλλοτε.

Η σημασία των πολιτιστικών αγαθών για τη διαμόρφωση υπερεθνικών ταυτοτήτων

Το διεθνές δίκαιο των πολιτιστικών αγαθών
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο παρατηρείται μία συστηματική και συνεχώς εξελισσόμενη τάση προς τη διε¬θνοποίηση της προστασίας των ατομικών ελευθεριών μεταφέροντας και το κέντρο του ενδιαφέροντος από το κράτος στη διεθνή κοινότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ανάπτυξη των λεγομέ¬νων δικαιωμάτων τρίτης γενεάς ή δικαιωμάτων αλληλεγγύης . Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών συγκατα¬λέγεται και το δικαίωμα στον πολιτισμό . Περισσότερο από τα ίδια τα κράτη τα οποία καθυστέρησαν να εισάγουν σε συνταγματικό επίπεδο την προστασία ανάλογων αγαθών, οι διεθνείς συμβάσεις έσπευσαν να καλύψουν τα σχετικά κενά, καθιστώντας την διεθνή κοινότητα πόλο ευαισθητοποίησης και επικέντρωσης του ενδιαφέροντος σε σχέση με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς .
Παράλλ

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone