Η κοινοτυπία του αυτονόητου

Η κοινοτυπία του αυτονόητου

 Μια σημαντική δίκη διεξάγεται αυτή την εποχή στο Ρέθυμνο δοκιμάζοντας για πρώτη φορά το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νόμου και τη σχέση του με την ελευθερία του λόγου.
Με αφορμή επιστημονικό δημοσίευμα γερμανού καθηγητή για τον Β παγκόσμιο πόλεμο στην Κρήτη εκφράσθηκαν απόψεις σε ιστορικό βιβλίο οι οποίες οδήγησαν σε αυτεπάγγελτη δίωξη το συντάκτη τους για παράβαση του άρθ. 2 του ν. 4285/2014.

Η σχέση συνεπώς του μισαλλόδοξου λόγου και της ελευθερίας του λόγου καθώς και η λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει τις έννοιες αυτές βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη υπόθεση που αντιμετωπίζεται δικαστικά η σχέση ιστορίας και ελευθερίας του λόγου. Πρόσφατα μόνον το Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι ελβετικό δικαστήριο που καταδίκασε τούρκο υπήκοο ο οποίος αρνείτο τη γενεοκτονία των Αρμενίων παρέβη υποχρέωσή του από τη Συνθήκη καταδικάζοντας την Ελβετία.

Η υπόθεση της Κρήτης είναι πιθανό αν η έκβασή της είναι καταδικαστική για τον ιστορικό θα οδηγηθεί στο Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Πώς θα διέκρινε κανείς τη λεπτή αυτή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία του λόγου και την δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων, τον ευτελισμό ή την κακοβουλία του άρθ. 2 του ν. 4285/2014? Μα προδήλως μέσω της έννοιας του δόλου, της πρόθεσης που απαιτεί ο νόμος.
Τι σημαίνει τούτο όταν πρόκειται για ιστορικό κείμενο? Ότι ο συγγραφέας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι είχε πρόθεση να ευτελίσει, να μειώσει τους κρητικούς αγωνιστές.

Η συνολική στάση του καθηγητή και το κείμενο για το οποίο δικάζεται δεν μοιάζει να φανερώνει τέτοια πρόθεση. Αντίθετα μάλιστα η στάση του είναι εν γένει φιλελληνική και τιμητική για τον ελληνισμό. Ούτε όμως στο κείμενο που συνέταξε γράφει κάτι περισσότερο από αυτά που μας έλεγαν στις σχολικές γιορτές για τους αγωνιστές αμάχους κρητικούς που χτυπούσαν τους αλεξιπτωτιστές με τις τσουγκράνες. Το γεγονός είναι ότι οι κρητικοί με νύχια και με δόντια πολέμησαν τους ναζί, άτακτα και σκληρά προσδιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την έκβαση του πολέμου.

Ο δόλος όμως έχει ένα στοιχείο έντονου υποκειμενισμού και ο δικαστής είναι δυνατό να εκτιμήσει άλλως. Αν είναι φανατικός στις πεποιθήσεις του μπορεί να μην αντέχει ιστορική διαφωνία όπως συχνά συμβαίνει και στην πολιτική. Πόλεμοι έχουν γίνει για τέτοιες θέσεις. Την πρόθεση θα πρέπει να εξετάσει σε βάθος το δικαστήριο και να διαπιστώσει αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 2 του αντιρατσιστικού νόμου. Τούτο άλλωστε ισχύει για όλα τα εγκλήματα λόγου όπως η εξύβριση ή η συκοφαντία.

Όσο για την ουσία της υπόθεσης νομίζω ότι οι κρητικοί αγωνιστές και ήξεραν και ήθελαν να πολεμήσουν με νύχια και με δόντια άτακτα και απελπισμένα. Γι’αυτό και πήραν τα εύσημα της ιστορίας και κρίθηκαν ως γενναίοι όταν η Ευρώπη δείλιαζε με αφόρητα ερωτηματικά και pourquoi, όταν οι ραββίνοι δεν γνώριζαν τι συνέβαινε στο Αουσβιτς επί έτη.

Την ατολμία της απέναντι στον Αξονα η Ευρώπη την πληρώνει ακόμη πανάκριβα . Αλλά και η Χάνα Αρεντ πλήρωσε την αντικειμενικότητα με την οποία σχολίασε τη δίκη του Αιχμαν στο Ισραήλ όπου διαπίστωσε « την κοινοτοπία του κακού» εξαγριώνοντας τους συμπατριώτες της. Η εβραία φιλόσοφος έγινε γνωστή όχι τόσο για το σημαντικό έργο της πάνω στον ολοκληρωτισμό αλλά για τον τρόπο που ανέλυσε, ως ανταποκρίτρια του «New Yorker», τον χαρακτήρα του παγκοσμίως γνωστού γερμανού εγκληματία πολέμου. Η Αρεντ, αφού παρακολούθησε τη μακρόσυρτη δίκη και διάβασε με προσοχή τις χιλιάδες σελίδες των πρακτικών, διαπίστωσε πως ο Αϊχμαν δεν ήταν ο τύπος του «δαιμονικού» εγκληματία όπως ήταν σίγουρα η περίπτωση του Χίτλερ και της γκανγκστερικής ομάδας γύρω του. Ηταν ένα ανθρωπάκι που, πιστός στον όρκο του στον εθνικό ηγέτη, εκτελούσε διαταγές κατά τυφλό, απόλυτο τρόπο. 

Ετσι και ο γερμανός καθηγητής θα κριθεί με σύγχρονα κριτήρια σε ρεθυμνιώτικο δικαστήριο με καθηγητές να σχολιάζουν ή να εξυμνούν την «κοινοτυπία της γενναιότητας» και την ανάγκη για επικαιροποίηση της δόξας κατά των γερμανών σε περίοδο πλήρους υποταγής της χώρας στον παρόντα γερμανικό άξονα. Ο καθείς όμως και η εποχή του. Δεν δικαιώνεται ο νεοέλληνας από τις τσουγκράνες των κρητικών αγωνιστών ούτε η καταδίκη του καθηγητή με το φουλάρι αποτελεί εκδίκηση στους πολιτικούς με τα κολιέ.

Ο καθείς είναι γενναίος για τις πράξεις του.

Όσο για το δόλο του γερμανού καθηγητή με το φουλάρι ελπίζουμε στην «κοινοτυπία του αυτονόητου».

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone