Η δικηγορική εξειδίκευση κατά κλάδους της οικονομικής ζωής και των αναγκών της πελατείας.

Η δικηγορική εξειδίκευση κατά κλάδους της οικονομικής ζωής και των αναγκών της πελατείας.

 Η κα. Σιούτη μας ανέπτυξε πώς η νομική διδάσκεται στα Πανεπιστήμια.
Αναμφίβολα οι επιλογές σε αυτό το επίπεδο έχουν ως γνώμονα την απόκτηση γνώσεων.
Το πόσο αυτό επιτυγχάνεται είναι νομίζω ένα ερώτημα που πρέπει να είναι πάντα επίκαιρο στο πλαίσιο της συνεχούς προσπάθειας για την βελτίωση των Πανεπιστημιακών σπουδών.
Από την εμπειρία μου μπορώ να πω ότι σε επίπεδο πρώτου πτυχίου – τουλάχιστον στα δικά μου πανεπιστημιακά χρόνια – υπήρχε μετάδοση ή και απόκτηση γνώσεων, εφόσον όμως υπήρχε και το ανάλογο ενδιαφέρον από την πλευρά του φοιτητή.
Ομολογώ ότι έμαθα αρκετά καλό αστικό και εμπορικό δίκαιο. Δεν έμαθα όμως ποινικό γιατί δεν ενδιαφέρθηκα και όπως είπαμε για να μάθεις πρέπει να ενδιαφερθείς. Δεν έμαθα όμως ούτε φορολογικό δίκαιο γιατί δεν διδασκόταν. Τότε, είχε προτιμηθεί το εκκλησιαστικό δίκαιο που διδαχθήκαμε ένα ολόκληρο χρόνο, χωρίς να καταλάβω ποτέ γιατί.

Πέρα όμως από τις γνώσεις που εκάστοτε προσφέρονται και αποκτώνται, υπάρχει και κάτι άλλο εξίσου ή και περισσότερο σημαντικό : η νομική σκέψη. Δηλαδή η αντίληψη της λογικής του δικαίου και η ικανότητα σύνθεσης των γνώσεων στο πλαίσιο αυτής της λογικής.
Αυτό νομίζω ότι δεν διδάσκεται στα Ελληνικά Πανεπιστήμια.

Πιστεύω συνεπώς ότι δύο είναι οι συνιστώσες που καθορίζουν την άσκηση της νομικής στην πράξη : η γνώση και η νομική σκέψη.

Αναφορικά με την γνώση, πρέπει να σημειώσουμε ότι το γνωστικό αντικείμενο της νομικής επιστήμης είναι τεράστιο. Είναι τόσο μεγάλο το πεδίο που νομίζω ότι δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να μπορεί να το κατακτήσει στο σύνολό του. Και εάν δε μπορεί να κατακτηθεί επαρκώς, δεν μπορεί και να υπηρετηθεί επάξια.
Είναι λοιπόν αντικειμενικά απαραίτητος ο περιορισμός της ύλης, που διευκολύνεται από το γεγονός ότι υπάρχουν τομείς του δικαίου που διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά και από την άποψη της ύλης και από την άποψη της προσέγγισης.
Το ποινικό δίκαιο είναι σαφώς διακριτό από το αστικό και το εμπορικό δίκαιο. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για το διοικητικό δίκαιο ή το ναυτικό δίκαιο.
Οι διακρίσεις αυτές διευκολύνουν λοιπόν τον περιορισμό του γνωστικού αντικειμένου και συνεπώς την σε βάθος γνώση συγγενών, αλλά και αλληλένδετων αντικειμένων.
Διευκολύνουν την εξειδίκευση της γνώσης που είναι αναπόφευκτη και απαραίτητη.

Όσον αφορά στην νομική σκέψη, όπως ήδη σημειώσαμε, αυτή δεν εξαντλείται μόνο στη σύνθεση γνώσεων, αλλά περιλαμβάνει και την ένταξή τους στο πλαίσιο της λογικής του δικαίου. Δηλαδή στην φιλοσοφία στην οποία βασίζεται η ανάπτυξη του θεσμικού πλαισίου μιας χώρας και η εφαρμογή του στην πράξη.
Από την άποψη λοιπόν αυτή, η νομική σκέψη είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της γνώσης, σε σημείο μάλιστα που πολλές φορές αυτή συμπληρώνει κενά της γνώσης.
Όμως και η λογική του δικαίου διαφοροποιείται ανάλογα με το αντικείμενο. Η λογική του αστικού δικαίου κατευθύνεται στη ρύθμιση των σχέσεων στην κοινωνία, ενώ του εμπορικού δικαίου στη ρύθμιση των εξειδικευμένων σχέσεων στις συναλλαγές. Η λογική του διοικητικού δικαίου κατευθύνεται στη ρύθμιση των σχέσεων του πολίτη με το κράτος και η λογική του ποινικού δικαίου στη καταστολή των ποινικών αδικημάτων.
Συνεπώς βλέπουμε ότι η εξειδίκευση δεν αφορά μόνο τη γνώση, αλλά και την λογική πίσω από αυτή.

Κατόπιν αυτών μπορούμε νομίζω να καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα ότι για να αποκτηθεί το απαιτούμενο βάθος γνώσης και να αναπτυχθεί αποδοτικά η νομική σκέψη είναι απαραίτητος ο περιορισμός της ύλης, δηλαδή είναι απαραίτητη η εξειδίκευση.

Αν αυτό το συμπέρασμα είναι ορθό, τότε είναι αρκετά ελπιδοφόρα τα σχετικά ευρήματα από την έρευνα που πραγματοποίησε ο Σύνδεσμος Δικηγορικών Εταιριών Ελλάδος.
Από την έρευνα προκύπτει ότι το 64% αυτών που απάντησαν έχει κάνει μεταπτυχιακό, δηλαδή έχει μπει στην διαδικασία της εξειδίκευσης. Βέβαια από αυτούς το 39% δήλωσε ότι το έκανε για να γνωρίσει τον κόσμο, δηλαδή όχι και τόσο συνειδητά για την απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων. Ακόμα και έτσι όμως νομίζω ότι υπάρχει κέρδος.
Φαίνεται λοιπόν ότι το συμπέρασμα ότι η εξειδίκευση είναι απαραίτητη δεν είναι μόνο δικό μου, αλλά ότι συμφωνεί με τη θέση αυτή το μεγαλύτερο ποσοστό των συναδέλφων.

Το συμπέρασμα όμως αυτό μας οδηγεί αναπόφευκτα στο επόμενο ερώτημα : μέχρι ποίου σημείου εξειδίκευση ;
Αναφέρθηκα ήδη σε κάποιους βασικούς διαχωρισμούς : δίκαιο των ιδιωτικών διαφορών, δίκαιο των διοικητικών διαφορών, ποινικό δίκαιο.
Είναι όμως αυτός ο διαχωρισμός αρκετός ; Νομίζω πως είναι όσον αφορά στο διοικητικό και το ποινικό δίκαιο, δεν είναι όμως και για το δίκαιο των ιδιωτικών διαφορών. Στον τομέα αυτό το πεδίο είναι τόσο μεγάλο, ώστε η γνώση όλων των αντικειμένων που εντάσσονται σε αυτό είναι πρακτικά αδύνατη.

Ποιό λοιπόν μπορεί να είναι το κριτήριο για το όριο της εξειδίκευσης ;
Έχοντας υπ’ όψη ότι η σημερινή εκδήλωση αφορά στη επαγγελματική αποκατάσταση στην αγορά, θα έλεγα ότι το μέτρο της εξειδίκευσης το ορίζει σε μεγάλο βαθμό η ίδια αγορά. Δηλαδή οι πελάτες μας ή, επιστημονικότερα, οι εντολείς μας.
Ένας δικηγόρος που επιθυμεί οι πελάτες του να είναι επιχειρήσεις ή πράγματι είναι επιχειρήσεις πρέπει να μπορεί να καλύψει τις βασικές τουλάχιστον ανάγκες τους. Δηλαδή πρέπει να γνωρίζει εταιρικό δίκαιο, από το αστικό τουλάχιστον γενικές αρχές , ενοχικό και εμπράγματο, αλλά και εργατικό δίκαιο.
Ένας δικηγόρος που επιθυμεί να έχει πελάτες εργαζόμενους είναι προφανές ότι πρέπει να καλύπτει το ατομικό και συλλογικό εργατικό δίκαιο.
Τα παραδείγματα και οι συνδυασμοί που μπορούν να καταγραφούν είναι προφανώς πολλοί. Εκείνο λοιπόν που θα μπορούσε να σημειωθεί ως κανόνας για το βαθμό εξειδίκευσης είναι η συγγένεια και το αλληλένδετο των γνωστικών αντικειμένων, με γνώμονα την πληρέστερη παροχή νομικών υπηρεσιών στη πελατεία, που καθ ΄ ένας απευθύνεται.

Και εάν αυτός ο κανόνας δεν είναι τόσο ξεκάθαρος, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπισθεί μέσω του θεσμού των νομικών εταιριών.
Η νομική εταιρία είναι ο φορέας στον οποίο μπορεί να συνευρεθούν εξειδικεύσεις, που μέσα από την συνεργασία και την αλληλοσυμπλήρωση μπορούν να προσφέρουν υψηλής πληρότητας και αποτελεσματικότητας νομικές υπηρεσίες.

Συνεπώς το δεύτερο συμπέρασμα μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : τόση εξειδίκευση, όση υπαγορεύεται από της ανάγκες της πελατείας και τόση συνεργασία, όση απαιτείται για την πληρότητα των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών.

Πέραν όμως της εξειδίκευσης με βάση τη γνώση, θέλω να αναφερθώ και σε μία άλλη διάκριση των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών, που μπορεί να ενταχθεί και αυτή στον περί την εξειδίκευση προβληματισμό.
Την διάκριση μεταξύ δικαστηριακής και συμβουλευτικής δικηγορίας.
Στη δικαστηριακή δικηγορία, θα γίνει στην συνέχεια ειδική αναφορά από τον κ. Κωνσταντόπουλο, ώστε αυτό που θέλω μόνο να σημειώσω είναι ότι ο σκοπός του δικηγόρου στο πεδίο αυτό είναι να επιτύχει την καλύτερη δυνατή απόφαση για τον πελάτη του.
Στην συμβουλευτική δικηγορία από την άλλη μεριά, ο σκοπός δεν είναι η λήψη ή αποτροπή μιας επιχειρηματικής απόφασης.
Ο δικηγόρος δεν πρέπει να μετατραπεί σε επιχειρηματία.
Ο νομικός σύμβουλος πρέπει να παραθέτει με πληρότητα και ακρίβεια τις θετικές και αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει η υλοποίηση μιας απόφασης, ώστε αυτή να ληφθεί από τον επιχειρηματία με πλήρη γνώση των νομικών κινδύνων. Και όταν η επιχειρηματική απόφαση ληφθεί, πρέπει να συμβάλει στην, με τον καλύτερο και νομικά ασφαλέστερο τρόπο, υλοποίηση της.
Σε αυτή δε την προσπάθεια πρέπει ο νομικός να απευθύνεται στον πελάτη του λιτά, χωρίς αναφορές σε νομικές θεωρίες και εκτεταμένη επίκληση νομολογίας. Ο επιχειρηματίας κατά κανόνα είναι άνθρωπος πρακτικός, που θέλει να γνωρίζει τα συν και τα πλην , αλλά όχι κατ΄ ανάγκη και το πώς αυτά διαμορφώθηκαν.

Τέλος, θέλω να κλείσω το κεφάλαιο της συμβουλευτικής δικηγορίας σημειώνοντας ότι ένας νομικός σύμβουλος δεν είναι ανάγκη να ασκεί δικαστηριακή δικηγορία παράλληλα με την συμβουλευτική. Άλλωστε αυτό σε κάποιες χώρες απαγορεύεται.
Είναι όμως νομίζω απαραίτητο να έχει εμπειρίες δικαστηριακής δικηγορίας για να μπορεί να σταθμίζει ορθότερα τους νομικούς κινδύνους και να διαμορφώνει πληρέστερα τις νομικές συμβουλές του.

Είναι όμως αρκετή αυτή η διάκριση μεταξύ δικαστηριακής και συμβουλευτικής δικηγορίας ;
Νομίζω πως όχι, γιατί με αυτή δεν καλύπτεται όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων ενός δικηγόρου.
Υπάρχει από καιρό, σε μάλλον περιορισμένη έκταση, αλλά πλέον φαίνεται ότι σιγά-σιγά κερδίζει έδαφος και στη χώρα μας, και η διαμεσολαβητική δικηγορία.
Για την διαμεσολάβηση και τη διαιτησία , θα μας μιλήσει αναλυτικότερα στη συνέχεια η κα. Μαντάκου, ώστε εγώ περιορίζομαι να σημειώσω ότι πρόκειται για δραστηριότητα που βρίσκεται μάλλον στην μέση της απόστασης μεταξύ δικαστηρίων και νομικών συμβουλών ή, με άλλα λόγια , ότι πρόκειται για δραστηριότητα στην οποία πρέπει να συνυπάρχουν οι δεξιότητες της δίκης και της νομικής συμβουλής.

Μετά από όλα αυτά λοιπόν, νομίζω ότι το τελικό συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής :
Επειδή δεν είναι δυνατόν να τα γνωρίζουμε όλα, η εξειδίκευση είναι απαραίτητη, αλλά στο μέτρο που επιτρέπει η αγορά και επιβάλει η επιστημονική και επαγγελματική επάρκεια.
Ο περιορισμός του εύρους που η εξειδίκευση συνεπάγεται μπορεί και πρέπει να αντισταθμίζεται με την συνεργασία εξειδικευμένων νομικών, οι εξειδικεύσεις των οποίων όμως πρέπει να συμπληρώνουν μια ενιαία εικόνα και να μην αποτελούν ασύνδετα μεταξύ τους τμήματα της νομικής επιστήμης.
Στο ίδιο δε πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η τελευταία διάκριση που κάναμε, μεταξύ δικαστηριακής και συμβουλευτικής δικηγορίας, αλλά και της διαμεσολάβησης.

Ευχαριστώ
Γιάννης Μούργελας

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone