εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης στην κατασκευαστική διαιτησία

εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης στην κατασκευαστική διαιτησία

  1. Η (συμπληρωματική ή ευθεία) εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης και των ειδικότερων εκφάνσεών της είναι συχνή – όπως άλλωστε και στην περίπτωση των συμβάσεων δημοσίων έργων – στη διαιτητική νομολογία επί διαφορών από τις παρούσες συμβάσεις.
  2. Από τις περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής αυτής, αναμενόμενη είναι μάλλον εκείνη όπου βάσει της ΑΚ 288, το διαιτητικό δικαστήριο επεμβαίνει διαπλαστικά στη σύμβαση, αναπροσαρμόζοντας επί το έλασσον το συμβατικό αντάλλαγμα (μίσθωμα) που οφείλει να καταβάλει ο εργολάβος (μισθωτής), λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας του να χρησιμοποιήσει το παραχωρούμενο ακίνητο σύμφωνα με τον σκοπό της σύμβασης, δηλαδή με υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου του.[1] Η περίπτωση αυτή είναι αντίστοιχη εκείνης των δημοσίων έργων, όπου το διαιτητικό δικαστήριο παρεμβαίνει διορθωτικά προκειμένου να αναγάγει την παροχή στο προσήκον μέτρο, αποκλίνοντας από τα συμφωνηθέντα. Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, γίνεται δεκτό και από τα τακτικά δικαστήρια[2] ότι η αναπροσαρμογή αυτή της παροχής έναντι της αντιπαροχής αποβλέπει στην εξασφάλιση της διατήρησης της ισορροπίας της σύμβασης και συνιστά αποζημίωση που περιορίζεται στο προσήκον μέτρο.
  3. Πέραν αυτών, έχει γίνει δεκτό ότι η άρση της ευθύνης του αναδόχου για τυχόν καθυστερήσεις του, λόγω της μη σύμπραξης του ΚτΕ, είναι δυνατή όχι βάσει των γενικών διατάξεων περί ενοχών του ΑΚ (όπως παγίως δέχεται η νομολογία[3]), αλλά με ευθεία εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης (ΑΚ 200, 288). Στην ίδια διαφωνία, το αντίστοιχο αποζημιωτικό δικαίωμα του αναδόχου έναντι του ΚτΕ θεμελιώθηκε εν μέρει επί της ίδιας αρχής, λόγω εκτίμησης περί συντρέχοντος πταίσματος του τελευταίου (ΑΚ 300).[4]
  4. Εξαιρετικό ενδιαφέρον αναφορικά με την εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης ακόμα και σε «οριακές» συμβατικές καταστάσεις παρουσιάζει η διαιτητική απόφαση 29/2013, με την οποία κρίθηκε διαφορά επί της καταγγελίας σύμβασης με τον τίτλο «μίσθωση», στην οποία όμως υπήρχε ανειλημμένη υποχρέωση του εργολάβου-μισθωτή για την υλοποίηση επιχειρηματικού σχεδίου και η οποία συνήφθη ύστερα από δημόσιο διεθνή διαγωνισμό που διεξήγαγε ανώνυμη εταιρία του Δημοσίου. Βασικά ζητήματα που τέθηκαν προς επίλυση στην υπόθεση αυτή ήταν α) η νομιμότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη-εκμισθωτή και β) το βάσιμο της αξίωσης αποζημίωσης του εργολάβου-μισθωτή λόγω ελαττωμάτων του μισθίου, ιδίως ενόψει συμβατικού αποκλεισμού της ευθύνης του εκμισθωτή.
  5. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα παραπάνω ζητήματα κρίθηκαν (με σοβαρή πάντως μειοψηφία ειδικά ως προς την αποζημιωτική αξίωση) επί τη βάσει της αρχής της καλής πίστης (ΑΚ 200, 288). Έτσι, σε ό,τι αφορά τη νομιμότητα της καταγγελίας, το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε ως νόμιμη την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή, όχι όμως βάσει των ειδικών διατάξεων της σύμβασης περί καταγγελίας, ούτε των διατάξεων του ΑΚ περί καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, αλλά αντιθέτως με επίκληση της ΑΚ 288, η οποία επιτρέπει την καταγγελία οποιασδήποτε σύμβασης για σπουδαίο λόγο. Ως «σπουδαίος λόγος» θεωρήθηκε εν προκειμένω η ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο επέτασσε την ευχέρεια απόλυτης διάθεσης της παραχωρηθείσας έκτασης από τους αρμόδιους φορείς του Δημοσίου, ενόψει και της – έως τότε – παράλειψης υλοποίησης του επιχειρηματικού σχεδίου.
  6. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει η θεμελίωση της αποζημιωτικής βάσης του καθ’ ου η καταγγελία και τούτο διότι οι συμβατικές ρήτρες ήταν ιδιαίτερα αυστηρές και περιόριζαν την ευθύνη του εκμισθωτή για ελαττώματα του μισθίου, ενώ επέρριπταν τον κίνδυνο της αδειοδότησης του επιχειρηματικού σχεδίου αποκλειστικά στον μισθωτή. Οι ρήτρες αυτές κρίθηκε ότι θα πρέπει να υποχωρήσουν έναντι της γενικής αρχής της καλής πίστης, καθώς θεωρήθηκε ότι θα ήταν ανεπιεικές να επιρριφθεί στον καθ’ ου η καταγγελία η ζημία από τη ματαίωση της πολυετούς εκμετάλλευσης και του επιχειρηματικού σχεδίου, ιδίως από τη στιγμή που ο ίδιος δεν βαρυνόταν με υπαιτιότητα για τη ματαίωση αυτή. Μάλιστα, προς ενίσχυση της αιτιολογίας γίνεται στη διαιτητική απόφαση επιπλέον επίκληση βασικών αρχών του διοικητικού δικαίου, όπως της χρηστής διοίκησης και της προστατευομένης εμπιστοσύνης.
  7. Διαπιστώνεται συνεπώς εκτεταμένη εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης, ακόμα και σε ανατροπή των συμπεφωνημένων όρων που ρυθμίζουν κατ’ αρχήν εντελώς διαφορετικά τα κρίσιμα ζητήματα. Η εφαρμογή αυτή και δη σε τέτοια έκταση δεν είναι πάντως αυτονόητη, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι η τακτική νομολογία έχει επιφυλάξει εξαιρετικό χαρακτήρα στην εφαρμογή της καλής πίστης και στην επέμβαση των δικαστηρίων επί ήδη συνεστημένης έννομης σχέσης.

[1] Διαιτητική απόφαση 24/2011.

[2] ΑΠ 1801/2011 Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΧρΙΔ/2012 (428), ΤΝΠ ΔΣΑ, ΝοΒ/2012 (1220), ΣτΕ 1136/1999 ΔΔΙΚΗ/2001 (507), ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕλλΔνη/2002 (1009).

[3] Βλ. παραπάνω, ΑΠ 1504/2005 Α’ δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Δ/ΝΗ/2006 (185), ΤΝΠ ΔΣΑ κ.ά.

[4] Βλ. παρακάτω, διαιτητική απόφαση ICC 17066/GZ.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone