Εμιλυ Μέρφι: οι γυναίκες είναι άνθρωποι ?

Εμιλυ Μέρφι: οι γυναίκες είναι άνθρωποι ?

Η Εμιλυ Μέρφι απάντησε με την καριέρα της στο μείζον ερώτημα αν οι γυναίκες είναι άνθρωποι. Της χρωστάμε μία θέση εδώ!

Η ζωή της περίφημης φεμινίστριας και πρωτεργάτριας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σημαδεύτηκε από μια σειρά πρωτιές.
Ήταν ιστορικά η πρώτη γυναίκα του Καναδά -και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας- που κατάφερε να γίνει δικαστής, αναλαμβάνοντας ταυτοχρόνως το τιτάνιο έργο της αναίρεσης του απαράδεκτου και ρατσιστικού νόμου που στερούσε από τη γυναίκα το νομικό καθεστώς του ανθρώπου!
Η ίδια θα άνοιγε τον δρόμο της μεταρρύθμισης στο νομικό και πολιτικό κατεστημένο της χώρας: από τις ασίγαστες προσπάθειές της θα αναγνωριζόταν τελικά το 1929 η ανθρώπινη φύση της γυναίκας(!), γεγονός που σήμαινε ότι ο δρόμος ήταν πια ανοιχτός για τη γυναίκα να υπηρετεί στα ύπατα κοινοβουλευτικά αξιώματα αλλά και στις δικαστικές αίθουσες.
Η δαιμόνια ακτιβίστρια θα κατεύθυνε τις δυνάμεις της και σε μια σειρά ακόμα από κοινωνικούς αγώνες και πολιτικές διεκδικήσεις, γινόμενη σύμβολο αντίστασης στον Καναδά σε κάθε μορφή καταπίεσης, παρά το γεγονός ότι πολλές απόψεις της απηχούσαν το ταραγμένο κλίμα της εποχής.
Δικαστής, συγγραφέας και σκληροπυρηνική αγωνίστρια, η Έμιλι Μέρφι ήρθε για να κάνει τον κόσμο ένα σαφώς καλύτερο μέρος για τη γυναίκα…
Πρώτα χρόνια

Η Έμιλι Φέργκιουσον γεννιέται στις 14 Μαρτίου 1868 στο Οντάριο του Καναδά μέσα σε εκλεκτή οικογένεια: ο πατέρας της ήταν γνωστός και ιδιαιτέρως ευκατάστατος γαιοκτήμονας και επιχειρηματίας, ο οποίος ενθάρρυνε μάλιστα τα τρία του παιδιά να συμμετέχουν από νωρίς στις υποθέσεις της οικογένειας, την ίδια στιγμή που η ευρύτερη φαμίλια είχε εξαπλωθεί στους νομικούς κύκλους και το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Η μικρή Έμιλι φοιτεί σε ιδιωτικό σχολείο και έρχεται από νωρίς σε επαφή με νεωτεριστικές ιδέες, με το γενικότερο οικογενειακό πλαίσιο να συμβάλλει δραστικά στη φιλελεύθερη ανατροφή της. Στα χρόνια του σχολείου γνωρίζει τον κατά 11 χρόνια μεγαλύτερό της ιερέα Άρθουρ Μέρφι, με τον οποίο παντρεύεται το 1887 και αποκτούν τέσσερα παιδιά, αν και το ένα θα πέθαινε σε νεαρή ηλικία. Εξαιτίας της οικογενειακής τραγωδίας, η οικογένεια μετακομίζει στην Αλμπέρτα το 1906.

Στην περίοδο 1900-1906, η Έμιλι ασχολείται επαγγελματικά με τη συγγραφή ταξιδιωτικών οδηγών (με ψευδώνυμο), από την εποχή της Αλμπέρτα ωστόσο αρχίζει να ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο για κοινωνικά θέματα, όπως η γενικότερη φτώχεια του πληθυσμού και ο ρόλος της γυναίκας και του παιδιού στην κοινότητα, για τους οποίους δεν υπήρχε καμία νομική μέριμνα.
Από το 1908, με την ίδια στα σαράντα της πλέον και τις υποχρεώσεις ανατροφής των παιδιών της εκπληρωμένες, οργανώνει τις πρώτες λέσχες συνάντησης γυναικών, με σκοπό τη συλλογική δράση. Ταυτοχρόνως, μιλά δημόσια για τις κακές συνθήκες ζωής του γενικότερου πληθυσμού, βάζοντας στο στόχαστρό της την ανύπαρκτη κοινωνική μέριμνα για τα γυναικόπαιδα. Το 1910 γίνεται μάλιστα η πρώτη γυναίκα που θα υπηρετήσει ποτέ στον Καναδά σε διοικητικό συμβούλιο νοσοκομείου, αγωνιζόμενη ταυτοχρόνως για το καθεστώς ιδιοκτησίας της γυναίκας: είχε παρατηρήσει ότι ο νόμος δεν έδινε κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στη γυναίκα, με τους άντρες που παρατούσαν τις συζύγους τους να τις αφήνουν στη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Έπειτα από 6 χρόνια προσπαθειών για να ανατραπεί ο άδικος νόμος, το 1916 περνά τελικά νομοθετική ρύθμιση (Dower Act) που δίνει στη γυναίκα το νομικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας του 33% της περιουσίας του συζύγου της! Η εκστρατεία της είχε στεφθεί από επιτυχία και η ίδια ήταν πλέον μεγάλο όνομα του φεμινιστικού κινήματος, καθώς και ο δεύτερος κορυφαίος στόχος της, το δικαίωμα ψήφου στη γυναίκα, επιτεύχθηκε επίσης την ίδια χρονιά, με το νομοθετικό σώμα του Καναδά να εκχωρεί στις σουφραζέτες την πολυπόθητη ψήφο!
Η φοβερή και τρομερή δικαστής

Στο πλαίσιο της δράσης της για την ευημερία της γυναίκας, το 1916 η Μέρφι και άλλες φεμινίστριες συγκεντρώθηκαν σε δικαστική αίθουσα για να παρακολουθήσουν τη νομική περιπέτεια μιας ομάδας γυναικών που κατηγορούνταν για πορνεία. Ο δικαστής ζήτησε ωστόσο από τις ακτιβίστριες να εκκενώσουν την αίθουσα λόγω του «απρεπούς» του θέματος, μόνο για να συναντήσει τη σφοδρή αντίδραση της Μέρφι: ορμά στο γραφείο του γενικού εισαγγελέα του Καναδά και ισχυρίζεται ότι αν οι γυναίκες δεν μπορούσαν να δικαστούν με παρουσία γυναικείου ακροατηρίου, θα ήταν απόλυτα δίκαιο να δικαστούν από γυναίκα.
Εξαιτίας της σφοδρότητας της διαμαρτυρίας της, το δικαστικό σώμα δεν είχε άλλη επιλογή από το να διορίσει τη Μέρφι δικαστή(!), την πρώτη μάλιστα γυναίκα δικαστή τόσο στα χρονικά του Καναδά όσο και ολόκληρης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας! Στην πρώτη της δίκη ωστόσο ως δικαστής την 1η Ιουλίου 1916, ο δικηγόρος του εναγόμενου ισχυρίστηκε ότι η καταδικαστική απόφαση της Μέρφι ήταν άκυρη, καθώς η ίδια ήταν γυναίκα και -σύμφωνα με το νομικό καθεστώς της κοινοπολιτείας από το 1867- η γυναίκα νομικά δεν ήταν άνθρωπος.

Η νομική πρόκληση φάνταζε ιδανική για τους σκοπούς της Μέρφι: θα επιδιδόταν έκτοτε σε έναν γενναίο αγώνα για να αποδοθεί στη γυναίκα το νομικό στάτους του ανθρώπου, προσπαθώντας να ακυρώσει τον απαράδεκτο νόμο του 1867. Μέχρι και για υποψήφια γερουσιαστής κατέβηκε στις εκλογές για να αναγκάσει τον πρωθυπουργό Robert Borden να ακυρώσει την υποψηφιότητά της καθώς οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονταν ως άτομα!
Το θέμα θα πήγαινε φυσικά στο Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά, με τη δαιμόνια Μέρφι να καλεί σε βοήθεια όλες τις ηγέτιδες του φεμινιστικού κινήματος της χώρας, δημιουργώντας μια ομάδα πέντε σκληροπυρηνικών ακτιβιστριών που θα έκαναν άνω-κάτω το πολιτικό και δικαστικό κατεστημένο του Καναδά: οι «Διάσημες Πέντε», όπως έμειναν γνωστές στην Ιστορία, ήταν οι Έμιλι Μέρφι, Nellie McClung, Louis McKinney, Henrietta Edwards και Irene Parlny.

Το νομικό ζήτημα στο οποίο θα αποφάσιζε το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το εξής: αν η λέξη «άνθρωπος» στο βρετανικό βορειοαμερικανικό νομικό σύστημα περιλάμβανε και τη γυναίκα. Τον Μάρτιο του 1928 λοιπόν ο ύπατος δικαστικός φορέας του Καναδά είπε «όχι», η γυναίκα δεν αποτελεί άνθρωπο με την πλήρη νομική έννοια, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να συμμετέχει στις ανώτερες κοινωνικές λειτουργίες του κοινοβουλευτισμού και της δικαστικής κρίσης.
Η Μέρφι, απτόητη από την απόφαση, έκανε έφεση στη Δικαστική Επιτροπή του Συμβουλίου Επικρατείας της Βρετανίας (τον ανώτατο δικαστικό φορέα της αυτοκρατορίας), το οποίο στις 18 Οκτωβρίου 1929 διακήρυξε ότι η γυναίκα ήταν όντως νομικά ανθρώπινη οντότητα και μπορούσε να θητεύσει στη Σύγκλητο. Η ετυμηγορία ήταν ιστορική και μνημειώδης για το γυναικείο κίνημα, καθώς πλέον ο δρόμος για την κυβέρνηση είχε ανοίξει για τη γυναίκα, μετασχηματίζοντας την ίδια τη δομή της ανδροκρατούμενης καναδικής κοινωνίας.
Πέρα από τον αγώνα για το νομικό καθεστώς της γυναίκας, η Μέρφι θα ασχοληθεί και με άλλες κοινωνικές διεκδικήσεις στη δεκαετία του 1920, αφήνοντας σημαντικό έργο στη μάστιγα των ναρκωτικών. Στο βιβλίο της «Το Μαύρο Κερί» (The Black Candle) συνοψίζει τα προβλήματα της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών για τον οργανισμό, καλώντας σε αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο για τα σκληρά ναρκωτικά, κυρίως για την κοκαΐνη και το όπιο: «Η χρήση ναρκωτικών είναι μια μάστιγα τόσο φοβερή στις συνέπειές της που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια του πολιτισμού», θα πει.

Η δουλειά της μέσα στις δικαστικές αίθουσες την είχε φέρει σε επαφή με τα τραγικά
αποτελέσματα της χρήσης ουσιών, με την ίδια ωστόσο να συνδέει το πρόβλημα με τις μειονοτικές εθνοτικές ομάδες που μετανάστευαν μαζικά στον Καναδά και κυρίως τους κινέζους μετανάστες. Μέσα στο ταραγμένο και πρώιμο επιστημονικά και κοινωνικά κλίμα της εποχής, ήταν υπέρμαχος της ευγονικής, κάνοντας την τελευταία αυτή περίοδο της ζωής της σχετικά αμφιλεγόμενη. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι μιλάμε για τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η επιστημονική γνώση συστρατεύτηκε στον κοινωνικό αγώνα, με αμφίβολης ηθικής και πρακτικής αποτελέσματα…

Η Έμιλι Μέρφι πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1933, χωρίς να καταφέρει ποτέ να εκλεγεί μέλος στην Καναδική Σύγκλητο, βοήθησε όμως καθοριστικά τις κατοπινές γενιές γυναικών να ανέλθουν στα ύπατα κοινοβουλευτικά και δικαστικά αξιώματα.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone