δύο ποιήματα του δικηγόρου και ποιητή κώστα μαρκάκη (κ. γαρμπή)

δύο ποιήματα του δικηγόρου και ποιητή κώστα μαρκάκη (κ. γαρμπή)

ΗΣΙΟΔΟΣ (Έργα και ημέραι)

 

Από την Άσκρα Βοιωτίας (Ελικών) όπου κατέληξε ο πάμπτωχος πατέρας του, καταγόμενος από την αιολική Κύμη της Μ. Ασίας. Έζησε γύρω στα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα. Είναι ο δεύτερος σε αρχαιότητα ποιητής, μετά τον Όμηρο. Ψάλλει την εργασία ως αξία, κήρυγμα πρωτάκουστο και ανατρεπτικό αφού η κυρίαρχη ιδεολογία των ευγενών ήταν ότι η εργασία αρμόζει σε ανθρώπους κατώτερους. Η πρώτη «φιλεργατική» φωνή στην παγκόσμια λογοτεχνία.

 

Παλιά, τα γένη των ανθρώπων ζούσανε

χωρίς κακό και δίχως χαλεπότητες και δυστυχίες

και δίχως πίκρες και αρρώστιες.

Αλλά η γυναίκα η Πανδώρα με τα χέρια της

το σκέπασμα του πιθαριού ξεσκέπασε

κι έτσι καημοί φαρμακεροί βρήκανε τους ανθρώπους.

Και μόνο η ελπίδα* έμεινε και δεν «εξέπτη θύραζε»

γιατί η Πανδώρα πρόλαβε και έβαλε το πώμα

στη θέληση υπακούοντας του νεφεληγερέτη Δία

 

*Στο πιθάρι της Πανδώρας, κατά μία παράδοση, υπήρχαν όλα τα κακά για τους ανθρώπους κι όταν το άνοιξε βγήκαν∙ κατ΄ άλλη παράδοση, υπήρχαν όλα τα αγαθά, που με το άνοιγμά του επέστρεψαν στους θεούς. Ούτως ή άλλως, η Ελπίδα παρέμεινε στους ανθρώπους γιατί έτσι διέταξε ο Ζεύς.

 

που φέρει την αιγίδα με τις παραστάσεις τρόμου.

 

Γεμάτη από κακά είναι, λοιπόν, η γη

κι η θάλασσα γεμάτη∙ και μέρα-νύχτα

οι αρρώστιες έρχονται αυτόματα κι αγόγγυστα

μύρια όσα δεινά φέροντας στους ανθρώπους,

γιατί τους έχει πάρει τη λαλιά ο Ζεύς.

 

Έτσι, κανένας δεν μπορεί απ’ τις βουλές του να ξεφύγει.

 

(Ελεύθ. απόδοση: Κ. Γαρμπής)

Κ. Γαρμπής

Διόνυσος, 18/3/2016

 

Από το Ημερολόγιο του κ. Σατερθγουαίητ

Τόμος ΙΙ

 

Φορούσε ολόλευκο μεταξωτό φουστάνι με μαραμπού βολάν.

Περιστασιακή χρήση κοκαΐνης – καταφυγή στο ναρκωτικό

σαν διαμαρτυρία για τη μονοτονία της ύπαρξης –

δεν είχε άλλες κακές συνήθειες.

Αν και πάμπλουτη, η δύναμη της ζωής είχε καταρρακωθεί μέσα της.

Τις οίδε…

Ίχνη υπερηφάνειας στη φύση της, προτιμούσε να κρύβει τις πληγές της,

παρά να τις εκθέτει.

Πίπα με επιστόμιο από πραγματικό κεχριμπάρι.

Ένα μυγάκι ενσωματωμένο στη μάζα του –

αδιάψευστο σημάδι αυθεντικότητας.

Στην ένωση, λεπτή ταινία από ασήμι.

Περπατούσαμε χωρίς να μιλάμε το περισσότερο διάστημα,

όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους που γνωρίζονται πολύ.

Τα λόγια είχαν λεχθεί στην κλίνη του πάθους…

 

Με είχε βρει αξιοπρόσεκτο για το ασυνήθιστο ύφος μου.

Και για τα μάτια μου, τόσο διαπεραστικά

που έφταναν τα όρια της βιαιότητας∙

και αξιοσημείωτο απόθεμα ακαλλιέργητης δύναμης,

σωματικής και πνευματικής.

 

Ήμουν ο σφριγηλός Τζέημς των είκοσι επτά.

Ήταν η Ιουδήθ, η μελαγχολική Εβραιοπούλα.

 

«Και παρήλθον έκτοτε, ενιαυτοί τεσσαράκοντα».

Sic transit…

 

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone