ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Η εκδήλωση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου με θέμα την αναθεώρηση του Συντάγματος και την Δικαιοσύνη δεν πραγματοποιείται σε μια ουδέτερη και άρα ιστορικά αδιάφορη συγκυρία. Όλοι εμείς είμαστε πολίτες μιας χώρας και μιας ηπείρου που συγκλονίζονται από μια οξεία κρίση η οποία έχει δημοσιονομικό και οικονομικό καταρχήν περιεχόμενο, δεν εξαντλείται όμως σε αυτό. Κυριαρχεί παράλληλα μια οξεία πολιτική και θεσμική κρίση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική εξαθλίωση Ευρωπαϊκών κοινωνιών που μέχρι πρόσφατα ευημερούσαν οδηγεί σε κοινωνικές εκρήξεις, τροφοδοτεί πολιτικά και ιστορικά αδιέξοδα και ευλόγως γεννά φόβο και μίσος.
Καθώς η εξέλιξη του δικαίου είναι εξαρτώμενη από την ιστορική εξέλιξη λαών και κρατών και αποτελεί την αντανάκλαση κοινωνικών αναγκών, κυρίαρχων ιδεολογικών ρευμάτων και συσχετισμών δυνάμεων ,είναι αναπόδραστη ανάγκη να εντάξουμε την σημερινή μας συζήτηση στο υπάρχον ιστορικό και πολιτικόκοινωνικό πλαίσιο. Είναι υπό τους όρους αυτούς επίσης αναγκαίο να προσδιορίσουμε την αποστολή και το χαρακτήρα του Συντάγματος αναδεικνύοντας οτι ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης ,ο σεβασμός και η λειτουργία των θεσμών εξαρτώνται σε μέγιστο βαθμό απο το ήθος την συνέπεια και την εντιμότητα των προσώπων που τους υπηρετούν και οτι βεβαίως για την σημερινή κατάρρευση της Ελλάδας η αιτία ασφαλώς δεν μπορεί να. αναζητηθεί στον ισχύοντα θεμελιώδη νόμο της χώρας.
Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας που αποτελεί ένα αυστηρό σύνταγμα, αναθεωρήθηκε μέσα σε μια δεκαετία δυο φορές με την ευρεία αναθεωρητική διαδικασία του 2001 κατά τη διάρκεια της οποίας εισήχθησαν για αναθεώρηση 115 διατάξεις στο σύνολο των 120 ισχυουσών και την μικρής κλίμακας του 2006 ,η συζήτηση για την εκ νέου αναθεώρησή του έχει προ πολλού ξεκινήσει. Η εμπειρία από τις δυο τελευταίες αναθεωρητικές διαδικασίες οφείλει να μας κάνει σοφότερους και κυρίως ειλικρινέστερους. Κατά τη διάρκειά τους μεταξύ άλλων προσθέσαμε στο Σύνταγμά μας σύνολο διατάξεων που δεν ανήκουν στην ύλη του ,θεωρώντας πως με τέτοιου είδους προσθήκες μπορούμε να πείσουμε τους πολίτες οτι μεταβάλλουμε την πολιτική μας συμπεριφορά. Επρόκειτο στην ουσία για πολιτικές αυτοδεσμεύσεις που εκφεύγουν του χαρακτήρα του Συντάγματος ως Καταστατικού Χάρτη της Χώρας και οι οποίες είναι προφανές οτι δεν οδήγησαν στην ενίσχυση της εμπιστοστοσύνης των πολιτών απέναντι στην λειτουργία και των τριών εξουσιών. Ασφαλως υπήρξαν και αναγκαίες αλλαγές οι οποίες αποτμώνται θετικά και έλυσαν υπαρκτά ζητήματα δεν είναι όμως σήμερα θέμα μας η αποτίμηση των δυο προηγούμενων αναθεωρήσεων.
. Οι υπαρκτές παθογένειες στη λειτουργία του συνόλου των εξουσιών η ορθότερα των λειτουργιών και η επιτακτική ανάγκη υπέρβασής τους προκειμένου να ανασυγκροτηθεί η χώρα επαναφέρουν το Σύνταγμα στο επίκεντρο ενός προβληματισμού γύρω από αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές οι οποίες θα σφραγίσουν την θεσμική αναγέννηση της χώρας. Αυτή τη φορά όμως η χώρα δεν έχει περιθώρια για μια αναθεωρητική διαδικασία που θα αποτυπωθεί σε συνταγματικές φλυαρίες και ευχολόγια που δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα του Συντάγματος ως θεμελιώδους νόμου του κράτους ο οποίος ως τέτοιος θέτει τους όρους και τα όρια εντός των οποίων η εκάστοτε πλειοψηφία θα υλοποιήσει τις προγραμματικές της δεσμεύσεις.
Το Σύνταγμα δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι. Η ρίζα και η αιτία πολλών απο τις παθογένειες που συνέβαλλαν στη σημερινή κρίση και πάντως τη διόγκωσαν δεν οφείλονται στο Σύνταγμα, ούτε καν στην παραβίασή του. Όσοι υποστηρίζουν υπό την πίεση της δυσχερούς πραγματικότητας κάτι τέτοιο είναι είτε παγιδευμένοι σε έναν νομικισμό μυωπικό και πολιτικά ανιστόρητο είτε στη χειρότερη περίπτωση κινούνται εκ του πονηρού για να αποσείσουν πολιτικές ευθύνες, για να κερδίσουν πολιτικό χρόνο για να μην αλλάξει εν τοις πράγμασιν τελικώς τίποτε.
Ας εξετάσουμε λοιπόν καλόπιστα και κυρίως με ειλικρίνεια , το αναφερόμενο στην δικαστική εξουσία συνταγματικό πλαίσιο που εμπεριέχεται στο πέμπτο κεφάλαιο του Συντάγματος .Ας αναρωτηθούμε αν οι σημερινές παθογένειες στη λειτουργία των θεσμών της δικαιοσύνης εν προκειμένω και του δημοκρατικού πολιτεύματος κατ´επέκταση οφείλονται σε ανεπάρκειες η αστοχίες του Συντάγματος. Και τέλος ας προετοιμαστούμε επαρκώς για να προτείνουμε σε ευήκοα και κυρίως καλόπιστα ώτα αλλαγές με αντίκρυσμα που θα αφήσουν ιστορικό αποτύπωμα στην Συνταγματική μας ιστορία και θα ταυτιστούν με την θεσμική αναγέννηση της χώρας μας.

Το πέμπτο μέρος του Συντάγματος που αποτελείται από τα άρθρα 87-100 αναφέρεται στη δικαστική εξουσία .
Τα άρθρα 87-92 συγκροτούν το πρώτο κεφάλαιο του πέμπτου τμήματος στο οποίο θεσπίζονται αρχές και κανόνες που αναφέρονται στους δικαστικούς λειτουργούς και τους δικαστικούς υπαλλήλους και τα άρθρα 93-100 συγκροτούν το δεύτερο κεφάλαιο στο οποίο θεσπίζονται αρχές και κανόνες που αναφέρονται στην οργάνωση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων δηλαδή στην λειτουργία της δικαιοσύνης.
Το γεγονός της αναγωγής ορισμένων απο τους κανόνες αυτούς οι οποίοι κατα βάση αποτελούν περιεχόμενο δικονομικών νομοθετημάτων, σε διατάξεις συνταγματικής περιοπής οφείλεται στην σημασία που τους απέδωσε ο συντακτικός νομοθέτης ώστε η διατήρησή τους να είναι αναξάρτητα από την πολιτική αξιολόγηση του κοινού νομοθέτη.
Θεωρητική βάση όλης της ενότητας αυτής του Συντάγματος είναι η κλασική διατύπωση του Montesquieu σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία αν η δικαστική εξουσία δεν είναι διακεκριμμένη από την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.
Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αποτελεί προϋπόθεση του κράτους δικαίου ,και είναι συνυφασμένη με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος καθώς οι αποφάσεις εκδίδονται και εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού λαού.
Κατά συνέπεια ο τρόπος με τον οποίο το Σύνταγμα οργανώνει και θωρακίζει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή έχει βαρύνουσα σημασία για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Σε αντίθεση με την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία που δημοκρατικα νομιμοποιούνται αμέσως δια της λαϊκής κυριαρχίας η εμμέσως δια του κοινοβουλίου η δικαστική εξουσία , δεν έχει δημοκρατική νομιμοποιητική βάση ,αλλά δικαιοκρατική νομιμοποιητική βάση και γι αυτο τον λόγο κατά την άποψή μου οι εξουσίες διακρίνονται μεν μεταξύ τους χωρίς να είναι ισότιμες καθώς υπάρχει η απορρέουσα από την δημοκρατική νομιμοποίηση υπεροχή.των δύο άλλων εξουσιών.
Η θωράκιση της εσωτερικής και εξωτερικής ανεξαρτησίας του δικαστή αποτελεί προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης και τούτο γιατί η λύση των διαφορών που συντελείται με την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν προκύπτει πάντα από την απλή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Τις περισσότερες φορές καλείται το δικαστήριο να ερμηνεύσει αξιολογικές έννοιες και εδώ έγκειται και η ανάγκη αυτοπεριορισμού του δικαστή όταν κινείται δικαιοπαραγωγικά.
Η ευρεία αναθεώρηση του 2001 είχε ως διακηρυγμένους στόχους την ενίσχυση των εγγυήσεων της εξωτερικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ,την ενίσχυση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και τέλος την αποσαφήνιση όλων των ζητημάτων δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας προκειμένου να υπάρχει ασφάλεια δικαίου και να αποκλειστούν οδοί στρεψοδικίας η αρνησιδικίας. Ο τρίτος αυτος στόχος είναι ιδιαίτερα κρίσιμος για τον πολίτη -διάδικο καθώς περιλαμβάνει εγγυήσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων.
Η αναθεώρηση του 2001 συμπεριέλαβε την επίλυση μιας σειράς ζητημάτων που αφορούσαν την υπηρεσιακή εξέλιξη δικαστών,την σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου κλπ και παρά τις συχνά αντιτιθέμενες απόψεις των ενώσεων των διαφόρων δικαστηρίων υπήρξε δημιουργική και γόνιμη σύνθεση και οι τελικές ρυθμίσεις συνέβαλαν στην αρτιότερη οργάνωση της δικαιοσύνης.
Για άλλη μια φορά οι διατάξεις που αφορούν στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης μονοπώλησαν το ενδιαφέρον ενός εξ ορισμού εξειδικευμένου επιστημονικού διαλόγου και είμαι βέβαιη ότι θα ξανατεθούν στο επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος . Στην εποχή της απόλυτης απονομιμοποίησης της πολιτικής τάξης αντιλαμβανόμαστε όλοι πως η κριτική στις ισχύουσες ρυθμίσεις με βάση τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης είναι αναμενόμενη και θα προσέθετα και εύκολη. Είναι εύκολο ,αποδεκτό και εκτονωτικό να αποδίδεται στην πολιτική τάξη η προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης και να αναζητούνται αποκλειστικώς πολιτικές σκοπιμότητες και οχι για παράδειγμα επιχειρηματικές η εκκλησιαστικές σε μια κοινωνία στην οποία ο μέσος πολίτης που έχει μια κρίσιμη αντιδικία με ευκολία θα αναζητούσε τη δυνατότητα να προσεγγίσει τον φυσικό του δικαστή.
Παρά την τροποποίηση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών με τον νόμο 3841/10 σύμφωνα με τον οποίο οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, διενεργούνται ύστερα από γνώμη της διάσκεψης των προέδρων της Βουλής η οποία διατυπώνεται μετά από ακρόαση των υποψηφίων ο φορέας της επιλογής και της νομομοποίησης παραμένει ο ίδιος οπότε το επιχείρημα περί χειραγώγησης και ένοχης διασταύρωσης των δυο εξουσυών, εκτελεστικής και δικαστικης παραμένει ενεργό.Στο σημείο αυτό ως αστερίσκο προσθέτω ότι οι διατάξεις αυτές κρίθηκαν αντισυνταγματικές από τη Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας για να επανέλθω ενδελεχώς παρακάτω στο ζήτημα του προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και το δίλημμα ανάμεσα στη διατήρηση του ισχύοντος διάχυτου και παρεμπίπτοντος συστήματος ελέγχου η την αναγκαιότητα εισαγωγής συστήματος συγκεντρωτικού ελέγχου.
Το Ελληνικό Σύνταγμα δεν υπερβαίνει τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο διασταύρωσης εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Είναι γνωστό οτι το Γερμανικό Κοινοβούλιο επιλέγει τα μέλη του Γερμανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου,οτι ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας της Γερουσίας και της Βουλής επιλέγουν ανα τρια τα εννιά μέλη του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου οτι στην Ιταλία ,την Ισπανία και την Πορτογαλία αρμόδιο για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης είναι σώμα που συγκροτείται με αποφάσεις πολιτικών οργάνων στις δε ΗΠΑ ο Πρόεδρος επιλέγη το σύνολο των μελών του ανωτάτου δικαστηρίου ,ο διορισμός των οποίων εγκρίνεται από την Γερουσία.
Η επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την νομοθετική εξουσία αντί της εκτελεστικής θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διεύρυνση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των ανωτάτων δικαστών σε μια κοινωνία της οποίας η πολιτική τάξη δεν είναι ούτε ενοχοποιημένη ούτε ενοχική Οι αμφισβητήσεις που θα προκύψουν, ως προς τις προαγωγές και τις επιπτώσεις τους μετά από μια τέτοια τροποποίηση δεν θα πρέπει να αναζητηθούν στο Σύνταγμα που όπως προανέφερα δεν αποκλίνει από το Ευρωπαϊκό παράδειγμα την στιγμή μάλιστα που οι εναλλακτικές λύσεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί δεν στερούνται μειονεκτημάτων τόσο ως προς την εφαρμογή τους ,όσο και ως προς την αναγκαία δημοκρατική νομιμοποίηση. Επαφίεται παράλληλα στην δικαιική,κοινωνική και εν τέλει πολιτική ευαισθησία του δικαστή να επιδιώξει και να επικυρώσει την νομιμοποίησή του μέσα από μια αξιόπιστη και θεσμικά ανεπίληπτη απονομή της δικαιοσύνης.
Η προσθήκη της παρ. 5 στο άρθρο 90 με την οποία ορίζεται ανώτατο όριο τετραετούς θητείας αποτελεί πρόσθετη εγγύηση στον επιδιωκόμενο στόχο της ανεξαρτησίας. Στο μέτωπο της θωράκισης της εξωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστών συνιστά παραφωνία που υπαγορεύεται φοβάμαι από μια συνδικαλιστική προσέγγιση του ζητήματος, η μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων αύξηση των θέσεων των Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων χωρις αυστηρή αντιστοίχηση προς τις αληθείς λειτουργικές τους ανάγκες. Έτσι σήμερα το ΣτΕ έχει δέκα θέσεις Αντιπροέδρων ενώ τα τμήματά του είναι έξι, ο Άρειος Πάγος δέκα επίσης και εξι πολιτικά τμήματα και το Ελεγκτικό Συνέδριο οκτώ Αντιπροέδρους και επτά αντίστοιχα τμήματα. Ένας Αντιπρόεδρος ο αρχαιότερος θα αρκούσε και προεδρία των τμημάτων από τον αρχαιότερο δικαστή θα λειτουργούσε ως αυτόματη ρύθμιση που περιορίζει την διασταύρωση των εξουσιών, Άλλωστε de lege lata η ακριβέστερα de constitutione lata μπορεί να υποστηριχθεί αυτή η πρόταση καθώς το Σύνταγμα στην παρ 5 του άρθρου 90 μιλα για θέσεις Αντιπροέδρου και οχι Αντιπροέδρων.
Έδωσα αυτό το παράδειγμα για να ενισχύσω την αρχική μου τοποθέτηση ότι δεν αντέχει πια η χώρα την “χρησιμοποίηση ” του Συντάγματος ως αιτίας για την στρεβλή λειτουργία των θεσμών, η οποία οφείλεται στις προτασσόμενες σκοπιμότητες που δε συμβαδίζουν με το αξιακό πλαίσιο των συνταγματικών διατάξεων και όχι στο περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων. Παρεμβάσεις που θα ενδυναμώσουν το πλέγμα προστασίας και σεβασμού των θεσμών ,αν φυσικά υπάρχει τέτοια πολιτική βούληση και δεν εξαντλείται σε διακηρύξεις ,μπορούν να αποτελέσουν το περιεχόμενο τυπικού νόμου και δεν απαιτούν αναθεωρητική διαδικασία.
Η θωράκιση της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών απέναντι σε αυταρχικές συμπεριφορές των ανωτέρων σε βάρος των κατώτερων δικαστικών λειτουργών έχει την ίδια βαρύνουσα σημασία με τη θωράκιση της εξωτερικής τους ανεξαρτησίας . Παρά το γεγονός ότι οι ενοχοποίηση της πολιτικής τάξης και οι γεννώμενοι συνειρμοί γύρω από τα κίνητρα και τα αποτελέσματα τα οποία συνεπάγεται η ένοχη διασταύρωση της εκτελεστικής με την δικαστική εξουσία γεννούν στην κοινή γνώμη την εδραιωμένη πεποίθηση οτι εδω βρίσκεται η μήτρα της αδιαφάνειας ,της συναλλαγής των αθέμιτων πολιτικών σκοπιμοτήτων.το έλλειμμα δικαστικής ανεξαρτησίας μπορεί κατα την άποψή μου να εντοπιστεί στον ίδιο ακριβώς βαθμό σε παρεμβάσεις που δεν είναι εξωτερικές αλλά είναι εσωτερικές.
Οι παράγραφοι 1-4 του άρθρου 90 του Συντάγματος που ρυθμίζουν τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών θέτοντας το γενικό πλαίσιο το οποίο παραπέμπει στην έκδοση Προεδρικού Διατάγματος μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δεν οδηγούν στη δισφάλιση της αξιοκρατίας και της αποτροπής του ασφυκτικού ελέγχου κατά την έκφραση της δικαιοδοτικής κρίσης των δικαστικών λειτουργών. Η αναθεώρηση των παραπάνω διατάξεων θα ήταν χρήσιμη σε εκείνο το βαθμό που θα έδινε στον κοινό νομοθέτη τη δυνατότητα να εισαγάγει ένα απλό δεσμευτικό σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων απέναντι στο οποίο δεν χωρά καμία ένσταση και δεν έχει θέση καμία υποκειμενική αξιολόγηση τουλάχιστον σε οτι αφορά τις μεταθέσεις, αποσπάσεις και τοποθετήσεις.
Το ζήτημα της θωράκισης της εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστών αποκτά βαρύνουσα σημασία καθώς συναρτάται με το άρθρο 8 του Συντάγματος με το οποίο εισάγεται η αρχή του νόμιμου δικαστή. Η ιστορία του άρθρου 8 ανάγεται στη Magna Carta του 1215 και στο Bill of Rights του 1689 και συνδέεται με την κατοχύρωση της ασφάλειας του ατόμου. Σκοπός του δικαιώματος που προβλέπεται ήδη στα Επαναστατικά Συντάγματα είναι η αποτροπή παρεμβάσεων στην απονομή της δικαιοσύνης που θα συνίσταντο σε σκόπιμη αφαίρεση μιας υπόθεσης από τον νόμιμο δικαστή, τον κατά τεκμήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο. Έχοντας ως βάση τη θεσμική εγγύηση οργάνωσης και λειτουργίας της δικαιοσύνης που το άρθρο 8 εισάγει οφείλουμε να περιορίσουμε την διακριτική ευχέρεια των προϊσταμένων δικαστηρίων και εισαγγελιών κατά την ανάθεση των υποθέσεων στα μέλη του αντίστοιχου δικαστηρίου. Και αυτή όμως η παρέμβαση αφορά νομοθετική παρέμβαση στο πλαίσιο της θέσπισης καθ´ύλην κριτηρίων και συστήματος κλήρωσης που θα θωράκιζε τις συνταγματικές εγγυήσεις της ύπαρξης φυσικού δικαστή.
Περνάω σε ενα ζήτημα το οποίο ως αστερίσκο προανέφερα και το οποίο η πρόσφατη πρωτοφανής κρίση που μαστίζει τη χώρα έχει καταστήσει πολιτικά και θεσμικά και πάλι επίκαιρο. Αναφέρομαι στο ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ,καθώς στις σημερινές συνθήκες απώλειας τμήματος της εθνικής μας κυριαρχίας εξ αιτίας του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, ο συνταγματικός έλεγχος των πολιτειακών πράξεων και η προάσπιση της δημοκρατικής συνταγματικής νομιμότητας αποκτούν πρόσθετη σημασία.
Το άρθρο 93 παρ 4 του Συντάγματος κατοχυρώνει το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου.Με την αναθεώρηση του 2001 ορίσθηκαν οι ολομέλειες των τριών ανωτάτων δικαστηρίων ως μόνες αρμόδιες να αποφαίνονται ουσιαστικά επί του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων μετά από παραπομπή υποχρεωτικά σε αυτές του ζητήματος συνταγματικότητας από τα οικεία τμήματα των δικαστηρίων. Με τους νόμους 3900 και 4055 του 2012 ο κοινός νομοθέτης προέβλεψε δικονομικούς μηχανισμούς σύμφωνα με τους οποίους το κατώτερο δικαστήριο ουσίας θα μπορεί ευρισκόμενο ενώπιον ερωτήματος περί της πιθανής αντισυνταγματικότητας νόμου εάν το θέλει να παραπέμψει το ερώτημα στην ολομέλεια του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου προκειμένου να συντομευθεί ο συνολικός χρόνος της δίκης με την αποφυγή ενδίκων μέσων η αντιφάσεων. Στον αντίποδα του ισχύοντος συστήματος κινούνται οι απόψεις για την αναγκαιότητα εισαγωγής στην ελληνική συνταγματική τάξη ενός συστήματος συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων με την ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου με αποκλειστική αρμοδιότητα τον συνταγματικό έλεγχο των πολιτειακών πράξεων στα πρότυπα της πιο ολοκληρωμένης μορφής συνταγματικής δικαιοσύνης που εισάγει το συνταγματικό δίκαιο της Γερμανίας.
Πιστεύω οτι και αυτή η συζήτηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται ερήμην της ιστορικής πορείας της πατρίδας μας, και της κοινωνίας. Μόνο έτσι η κατάληξη της σκέψης μας θα ενσωματώσει το υφιστάμενο αίτημα εντατικοποίησης του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων χωρίς την ίδια στιγμή να οδηγηθούμε σε αποφάσεις που θα οδηγήσουν στη λαθεμένη και μη υπαγορευμένη από το Σύνταγμά μας αρχή, οτι οι εξουσίες δεν είναι μόνο διακριτές αλλά είναι και ισότιμες.
Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων συνιστά αναμφίβολα μορφή εγγύησης της τήρησης του Συντάγματος απο τον νομοθέτη. Όμως η αξιολόγηση του δικαστή δεν περιορίζεται πάντα στην ερμηνεία των επιλογών του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη, αλλά μπορεί να επεκταθεί στην πολιτική και αξιολογική στάθμιση των επιλογών του .Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσαν αποφάσεις κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και ριζικών τομών στις δομές μιας κοινωνίας να αποκρουσθούν από μια ευρισκόμενη υπεράνω της νομοθετικής εξουσίας αρχή που θα απέκρουε πολιτικές επιλογές ασύμβατες με τις πεποιθήσεις της . Η αρχή του δικαστικού αυτοπεριορισμού που διατυπώθηκε για πρώτη φορά από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ως νομολογιακή θεωρία για τηνοριοθέτηση της εξουσίας του δικαστή έναντι του νομοθέτη μπορεί να οδηγήσει στη διατύπωση ερμηνευτικών κριτηρίων και τεχνικών που εφαρμόζει ο δικαστής κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Σε κάθε περίπτωση όμως παραμένει αόριστη ,αφήνει ευρέα περιθώρια εκτίμησης και δύσκολα θα μπορούσαμε να βγάλουμε συμπεράσματα παρακολουθώντας την εφαρμογή της από τα ελληνικά δικαστήρια.
Με δεδομένες τις παραπάνω σκέψεις πρέπει να σταθμίσουμε τα εχέγγυα δικαστικής ανεξαρτησίας που η ελληνική δικαστική εξουσία διαθέτει, την δικαιοκρατική της παράδοση, τον βαθμό ανεξαρτησίας της απο την εκτελεστική εξουσία και τέλος τον βαθμό αξιοπιστίας της στην ελληνική κοινωνία.
Με βάση όσα προηγουμένως ανέπτυξα καταλήγω στο συμπέρασμα οτι ο ρόλος του ΑΕΔ όπως προσδιορίζεται στο εδάφιο ε της πρώτης παραγράφου του άρθρου 100 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τον διάχυτο παρεμπίπτοντα έλεγχο των δικαστηρίων διασφαλίζουν με επαρκή τρόπο την ασφάλεια του Συνταγματικού δικαίου.
Έρχομαι σε ένα ζήτημα το οποίο αφορά στον πυρήνα του κράτους δικαίου και το οποίο και πάλι λόγω κρίσης αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο σε αγκάθι στη σχέση πολίτη και κράτους και αποτελεί μια από τις πιο αδύναμες εκδοχές της συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας.Αφορά στην οργάνωση του κράτους αλλά παράλληλα και τηνοργάνωση της οικονομίας με χαοτικές επιπτώσεις στη ζωή των πολιτών. Αναφέρομαι στην ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης ως παράγοντος διασφάλισης της ουσιαστικής εφαρμογη.ς του άρθρου 20 του Συντάγματος με το οποίο παρέχεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.
Φταίει μήπως και εδώ το Σύνταγμα? Μήπως θα έπρεπε να θεραπεύσουμε και αυτή την λειτουργική παθογένεια προσθέτοντας σχετική παράγραφο ευχολόγιο στο άρθρο 93 του Συντάγματος η αλλου?
Στην Ελλάδα έχουμε έναν εξαιρετικά ικανοποιητικό αριθμό δικαστών σε αναλογία προς τον πληθυσμό μας.Σύμφωνα με τον πανευρωπαϊκό πίνακα επιδόσεων που δόθηκε στη δημοσιότητα από την ευρωπαϊκή επιτροπή ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών ανά 100.000 κατοίκους ανέρχεται στους 29,3, όταν ο μέσος ευρωπϊκός όρος είναι 18,9 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους. Παρ´όλα αυτά ο μέσος χρόνος που χρειάζεται μια υπόθεση για να τελεσιδικήσει στην Ελλάδα είναι 509,5 μέρες ,ο τριπλάσιος του ευρωπαίκού μέσου όρου. Οι νέες υποθέσεις που οδεύουν προς εκδίκαση είναι περισσότερες από αυτές που επιλύονται με αποτέλεσμα το πρόβλημα στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης να οξύνεται. .Το φαινόμενο των καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης, το οποίο συχνά οδηγεί σε φαινόμενα αρνησιδικίας ασφαλώς και δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί δια της αναθεωρητικής οδού. Όποιος επέλεγε να συσχετίσει την θεραπεία του προβλήματος με την αναθεωρητική διαδικασία θα συνέβαλε στο να βαθύνει το ρήγμα της αξιοπιστίας της πολιτικής και να ενισχύσει το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις. Ο κοινός νομοθέτης έχει άλλωστε κατά καιρούς θεσπίσει πλήθος διατάξεων για την διασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, οι οποίες στο σύνολό τους δεν εφαρμόζονται. Αναφέρω ενδεικτικά την υποχρέωση έκδοσης δικαστικής απόφασης εντός μηνός από τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων που εισάγει ο νόμος 4055/12 για την”Δίκαιη δίκη και την εύλογη διάρκειά της” καθώς και την υποχρέωση διεξαγωγών στις πολυμελείς συνθέσεις των πολιτικών δικαστηρίων από τους εισηγητές των υποθέσεων ώστε τα πινάκια να κατανέμονται στους πρωτοδίκες και να εξαντλούνται κατά τη διάρκεια των δικασίμων επιταχύνοντας με αυτο τον τρόπο την έκδοση των αποφάσεων και αποσυμφορώντας τα πινάκια ,ρυθμιση που εισήχθη με τον ίδιο νόμο και η οποία επίσης δεν εφαρμόζεται.
Οι απαράδεκτα χαμηλές αποδοχές ειδικά των νεοεισερχόμενων στον κλάδο δικαστικών λειτουργών και πολλές άλλες αντιξοότητες στην άσκηση των καθηκόντων τους ,όπως ο πολύ μικρός αριθμός διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού στα δικαστήρια καθώς και οι χαμηλές μας επιδόσεις στην ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ δικαστηρίων και αντιδίκων, δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως νομιμοποιητικές αιτίες μιας παραλυτικής λειτουργίας που περιορίζει εν τοις πράγμασιν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και συμβάλει στην κατάρρευση της οργάνωσης του κράτους .
Κλείνοντας την παρέμβασή μου και διευρύνοντας λίγο το πεδίο του διαλόγου μας πέραν των σχετικών με την δικαιοσύνη διατάξεων, θέλω να επαναλάβω ότι η παραπομπή της θεραπείας της κακοδαιμονίας του κράτους μας ,του πολιτικού μας συστήματος και της λειτουργίας των θεσμών σε μια ακόμη αναθεωρητική διαδικασία κινδυνεύει ,να πολλαπλασιάσει την αναξιοπιστία της πολιτικής και να αναπαράξει τον φαύλο κύκλο. Ο κίνδυνος αυτός αφορά μια αναθεώρηση που δεν θα συνοδεύεται από την ειλικρινή πολιτική βούληση για αλλαγές ουσίας και τομές που θα αλλάξουν την λειτουργία του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος θωρακίζοντας τους θεσμούς εκεί που υπάρχει ανάγκη.
Ας μην ξεχνάμε πως το ζήτημα της γενικευμένης ατιμωρησίας που οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην απονομιμοποίηση της πολιτικής τάξης εδράζεται σε αυτήν την ανυπαρξία της πολιτικής βούλησης και όχι στη διάταξη του άρθρου 86 η κατάργηση της οποίας ασφαλως και συνιστά επιβεβλημένη προτεραιότητα. Παρά τη σύντομη αποσβεστική προθεσμία την οποία εισάγει το άρθρο 86 η άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπων που διετέλεσαν υπουργοί θα ήταν εφικτή αν υπήρχε η ανάλογη πολιτική βούληση την οποία τόσο έχει ανάγκη η χώρα.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone