Γνωμοδότηση για τις εισπρακτικές Εταιρίες: Σ. Ψυχομάνη

Γνωμοδότηση για τις εισπρακτικές Εταιρίες: Σ. Ψυχομάνη

ΠΕΡΙ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Δ. ΨΥΧΟΜΑΝΗ
Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής ΑΠΘ

(Περίληψη: Η σύσταση και λειτουργία εισπρακτικών εταιρειών στην Ελλάδα, προσκρούει πρωτίστως στην απαγόρευση του άρθρου 40 ν. 3026/1954. Λόγω της εντεύθεν παρανομίας του σκοπού της, η εταιρεία παράσχει από ακυρότητα. Εξάλλου, η δράση της συνιστά τουλάχιστον κατάχρηση της οικονομικής ελευθερίας, ώστε να καθίσταται δυνατή η αξίωση εναντίον της για παράλειψη. Η ανάθεση σε εισπρακτική εταιρεία υποθέσεων τράπεζας συνιστά παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου διωκόμενη ποινικά)
Ερώτημα
Από την Ομοσπονδία Δικαστικών Επιμελητών Ελλάδος τέθηκε στον γράφοντα το παρακάτω ερώτημα: «Ποια είναι η εν γένει νομική διάσταση της σύστασης και λειτουργίας στην Ελλάδα εισπρακτικών εταιριών, που ως σκοπό έχουν την έναντι αμοιβής είσπραξη απαιτήσεων τρίτων και την ανεύρεση κινητών ή ακινήτων των οφειλετών προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών;» Ως αφορμές για τη νομική διερεύνηση του θέματος αναφέρθηκαν: (α) Η εμφάνιση ως δικαστικών επιμελητών προσώπων, χωρίς τη συγκεκριμένη ιδιότητα, (β) Η χρησιμοποίηση μεθόδων εκφοβισμού των οφειλετών – ιδίως , η άσκηση έντονης ψυχολογικής πίεσης, η απειλή σωματικών βλαβών και η πραγματοποίησή τους – και η εντεύθεν δυσφήμιση του επαγγέλματος του δικαστικού επιμελητή, (γ) Η αδικαιολόγητη είσπραξη από οφειλέτες ποσών ως εξόδων και αμοιβών δικαστικών επιμελητών, χωρίς καν αποδείξεις, (δ) Η άτεγκτη εισπρακτική πρακτική τέτοιων εταιριών, ακόμα και σε περιπτώσεις – συχνότατες στην πράξη – παράνομων ή απλώς εσφαλμένων χρεώσεων και καταχρηστικών ρητρών. Η απουσία δικηγόρων συνεργαζομένων άμεσα με δικαστικούς επιμελητές στην εισπρακτική διαδικασία, σε συνδυασμό με τις επαχθείς και μη δυνάμενες για λόγους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς να ελεγχθούν και να προβληθούν κατά του δανειστή ρήτρες, επιτρέπει την επιβολή σε βάρος του οφειλέτη κάθε είδους παρανομίας αποκλείοντας στην πράξη κάθε εξώδικη διαμαρτυρία και συνεννόηση ή πρόταση συμβιβασμού ή προσφυγή στη δικαιοσύνη1, (ε) Η τυπική αποκλειστική απασχόληση δικηγόρων σε εισπρακτικές εταιρίες – οι οποίοι κα’ ουσίαν πωλούν τις υπογραφές τους- και δικαστικών επιμελητών, με αμοιβές κατά πολύ κατώτερες των νομίμων. Εκμεταλλευόμενες τις μεγάλες ανάγκες των κλάδων αυτών για απασχόληση, οι εισπρακτικές εταιρίες φαίνεται ότι ευτελίζουν έτσι τα – κατά το νόμο- «δημόσια λειτουργήματα» δικηγόρων και επιμελητών και οξύνουν τα προβλήματα ανεργίας τους, αφού δημιουργούν κυρίαρχους, κεντρομόλους πυρήνες ουσιαστικού χειρισμού υποθέσεων από ανειδίκευτος, σε βάρος προστατευόμενων από νόμους επαγγελμάτων που υπηρετούν τη δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου στη χώρα μας.
Απάντηση
Σε ανύποπτο ήδη χρόνο ο γράφων είχε επισημάνει τα νομικά και πρακτικά προβλήματα που θα επέφερε η σύσταση και η δράση εισπρακτικών εταιρειών στη χώρα μας. Με κάποια μάλιστα φραστική
1.Για παράδειγμα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κανείς οφειλέτης καταναλωτικού δανείου δεν θα προσφύγει στη δικαιοσύνη για τα συχνά τοκογλυφικά επιτόκια ή τις επιτασσόμενες δαπάνες ή τα ζητούμενα έξοδα, όταν είναι υποχρεωμένος να επιμετρήσει στα μειονεκτήματα της αντίδρασής του την υψηλή δικαστική δαπάνη, την ανάγκη προσφυγής στα δικαστήρια του τόπου εγκατάστασης του δανειστή – λόγω της ρήτρας παρέκτασης της αρμοδιότητος που συνοδεύει παρανόμως τα δάνεια αυτά- και την απειλή κακών, που άμεσα ή έμμεσα η συμπεριφορά των εισπρακτικών εταιριών υποδηλώνει. Από την πλευρά των τελευταίων, εξάλλου, δεν υπάρχει ούτε η βούληση, ούτε η αντικειμενική ευχέρεια να στήσουν επιστημονικά «ευήκοον ους» στις νομικά δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του ατυχούς οφειλέτη.

οξύτητα είχε πει ότι «οι εισπρακτικές εταιρίες συνιστούν αληθή νάρκη στα θεμέλια του κράτους δικαίου»2. Οι ανησυχίες, συνεπώς, των δικαστικών επιμελητών, που πρώτοι αισθάνθηκαν τις σε βάρος του κλάδου τους και της δικαιοσύνης συνέπειες, δεν απετέλεσαν έκπληξη. Οι αναφερθείσες παραπάνω παρατηρήσεις τους, που έδωσαν αφορμή για τη μελέτη του θέματος, είναι, πράγματι, τα κύρια επακόλουθα της δράσης τέτοιων εταιρειών. Η διαπίστωση και μόνο αυτή θα ήταν ίσως αρκετή να ελκύσει – έστω και καθυστερημένα – το ενδιαφέρον της πολιτείας και των δικαστικών εν γένει λειτουργών. Οφείλει, ωστόσο, να διαπιστώσει κανείς ότι οι ίδιοι, πρωτίστως, οι επαγγελματικοί σύλλογοι δικαστικών επιμελητών και δικηγόρων θάπρεπε να απαγορεύσουν με αυστηρότητα στα μέλη τους να συνεργάζονται παντοιοτρόπως με τέτοιες εταιρίες. Χωρίς τη σύμπραξή τους, οι εταιρίες θα στερούνταν την όποια επίφαση νομιμότητας της δράσεώς τους και θα αποκάλυπταν τους πραγματικούς τους στόχους. Με τη σύμπραξή τους, παραβιάζουν δικαιικούς και δεοντολογικούς κανόνες, αφού καλύπτουν μια παράνομη ή εν δυνάμει παράνομη δραστηριότητα, μια δραστηριότητα που θίγει ανταγωνιστικά και αθέμιτα τα συμφέροντα του κλάδου τους και των ιδίων, μια δραστηριότητα που περιγελά την ανεξαρτησία και την αυταξία του «δημοσίου λειτουργήματος» δικηγόρων και επιμελητών3. Τι συμβαίνει, λοιπόν, από επόψεως ελληνικού δικαίου με τις εισπρακτικές αυτές εταιρείες;
Ο πρόδηλος λόγος εμφάνισης εισπρακτικών εταιριών στην Ελλάδα
Η εμφάνιση εισπρακτικών εταιριών στον ευρωπαϊκό χώρο χρονολογείται μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι εταιρείες των χρόνων εκείνων
2. Βλ. Σπ. Ψυχομάνη, Τραπεζικές δραστηριότητες αμφισβητήσιμης νομιμότητας, 2002, σ. 76 επ.
3.Βλ άρθρα 1§1, 21, 25 αλλά και 89 § 1 του ν. 2318/1995 περί Κώδικος Δικαστικών Επιμελητών και άρθρα 1,38,39,40,45,46,48 και 175 του ν.δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος στων Δικηγόρων». Βλ. επίσης τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων.

ήταν οικογενειακής μορφής και λειτουργούσαν ως απλά γραφεία συνεργαζόμενων συγγενών με τις ιδιότητες κυρίως των δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών και οικονομολόγων4. Η βαθμιαία επέκταση των δραστηριοτήτων τους ενέτεινε το σκεπτικισμό για τη νομιμότητα της δράσης τους και τουλάχιστον – στο μέτρο γνώσεως του γράφοντος – στη Γερμανία θεσπίστηκαν κανόνες που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία τέτοιων εταιρειών, για τις οποίες απαιτείται επίσημη άδεια, όπως επί δικηγόρων και έλεγχος της αξιοπιστίας και της επιστημονικής γνώσης των συμμετεχόντων προσώπων5. Με το αυστηρά επιχειρηματικό γερμανικό πνεύμα, τα εισπρακτικά γραφεία καλύπτουν αυξημένες εισπρακτικές ανάγκες της αγοράς, για τις οποίες δεν υπάρχει επαρκής προσφορά δικηγορικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών δικαστικών επιμελητών. Η κάλυψη αυτής μάλλον της ανάγκης, σε συνδυασμό με την έλλειψη αυστηρής αξιολογικής νομοθετικής ρυθμιστικής αντιμετώπισης θεσμών της δικαιοσύνης, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το φόβο κατάχρησης της εισπρακτικής ελευθερίας. Θα μπορούσε κανείς να παραλληλίσει τη θέση τους με εκείνη των «δικολάβων» του ελληνικού δικαίου. Στην ελληνική όμως πραγματικότητα δεν έχουν εμφανισθεί παρόμοιες αναγκαιότητες. Στη χώρα μας περισσεύουν οι δικηγόροι και οι δικαστικοί επιμελητές. Έπειτα, το μείζον πρόβλημα της ελληνικής αγορά δεν είναι οι δυστροπούντες οφειλέτες, αλλά οι επικίνδυνα κατά πλεονεκτικές πιστοδοτικές πρακτικές των δανειστών και κατά κανόνα των τραπεζών. Οι τελευταίες είναι μάλιστα εκείνες που, όπως φαίνεται, πρωτοστατούν στην ίδρυση και τροφοδοσία με υποθέσεις των εισπρακτικών εταιρειών.

4.Στη Γερμανία, μάλιστα, γίνεται ακόμα λόγος για εισπρακτικά «γραφεία» και όχι για εταιρείες.- Βλ. W. Jackle, Die Εrstattungsfahigkeit der Kosten eines Inkassoburos, JZ 1978.675 επ.
5.Βλ. Gr. Von Westphalen, Inkassobedingungen, Vertragsrecht und AGB – Klauselwerke, 1997, Anm, 19- H. Heinrichs, Palandt Komm. Zum BGB, 60 Aufl., 2001, Par. 398, Anm. 28

Έτσι, ο μόνος ανομολόγητος λόγος δραστηριοποίησης εισπρακτικών εταιριών στην Ελλάδα φαίνεται ότι είναι η άσκηση όχι νομικής, αλλά κάθε μορφής αθέμιτης πίεσης στον αδυνατούντα να πληρώσει τα συχνά αδικαιολόγητα διογκωμένα χρέη οφειλέτη. Πράγματι, τι άλλο ή τι περισσότερο από έναν δικηγόρο ή δικαστικό επιμελητή έχει να κάνει ένας άσχετος με το δίκαιο υπάλληλος εισπρακτικής εταιρείας, ει μη να πιέσει «εξωνομικά» – άρα και παράνομα και ανελαστικά, προς ίδιον εν μέρει όφελος – τον ατυχή οφειλέτη προς πληρωμή χρημάτων που δεν διαθέτει; Και κάτι ακόμα. Ο πληθωρισμός δικηγόρων και επιμελητών στη χώρα μας και οι επακόλουθες δύσκολες συνθήκες απασχόλησης επέτρεψαν δυστυχώς την εκμετάλλευση των κλάδων τους από τράπεζες και άλλες επιχειρήσεις που τους απασχολούν πλέον κατ΄ αποκοπή , έναντι γλίσχρων και μη ανταποκρινόμενων στο νόμο αμοιβών και μόνο για τις ελάχιστες αναγκαίες και αποψιλωμένες από κάθε πρωτοβουλία και δικηγορική ανεξαρτησία πράξεις. Αυτές, όμως, ζητούν και εισπράττουν στο ακέραιο αμοιβές, επιτασσόμενες δικαστικές δαπάνες και έξοδα. Με άλλα λόγια, οι εισπρακτικές εταιρίες και οι τράπεζες, που τις σύστησαν ως θυγατρικές τους, φαίνεται να ενθυλακώνουν τις δικηγορικές αμοιβές και τα πλέον τούτων επιτασσόμενα δικαιολογημένα ή μη έξοδα, τρέφοντας με αυτά την πολυσχιδή παρανομία τους και αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό τα έσοδά τους, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την απασχόληση έμμισθων ή με πλήρη κατ’ αποκοπή αμοιβή δικηγόρων, ώστε να επιτυγχάνουν και μείωση των λειτουργικών τους δαπανών.
Η εγγύτερη νομική αξιολόγηση του φαινομένου
1. Οι δικαστικοί, καταρχήν, επιμελητές είναι κατά το νόμο (άρθρο 1, §1 ν.2318/1995) «άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί», οι οποίοι ως έργο έχουν, μεταξύ άλλων, την εκτέλεση των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 ΚΠολΔ (§2 άρθρου 1 ν. 2318/1995) ενεργούντες ως «όργανα της πολιτείας», όντες «υπάλληλοι», κατά την Π.Κ. 13, και εντός των εξουσιών, που τους παρέχουν με τρόπο ειδικό και καθορισμένο οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. (π.χ. άρθρο 929 ΚΠολ.Δ). Τίποτα πέραν αυτού. Στα πλαίσια των καθηκόντων τους συνεργάζονται, βεβαίως, με τους εντολείς τους, που μπορούν να είναι είτε οι ίδιοι οι δικαιούχοι, όταν ο νόμος τους επιτρέπει την αυτοπρόσωπη ενέργεια – π.χ. ως προς την εντολή για εκτέλεση(ΚΠολΔ 927) – , είτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους σε κάθε άλλη περίπτωση, είτε ακόμα και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του δικαιούχου, εφόσον κοινοποιηθούν προηγουμένως στον υποκείμενο σε εκτέλεση οφειλέτη η επιταγή και τα έγγραφα που τους νομιμοποιούν (ΚΠολΔ 925). Κάθε άλλη ενέργεια, που υπερβαίνει τα αυστηρά υπό του νόμου προσδιοριζόμενα όρια, συνιστά παράνομη πράξη. Η αναγκαστική εκτέλεση, πράγματι, αποτελεί από μόνη της νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος στην προσωπικότητα του οφειλέτη. Κατά συνέπεια, κάθε αντικείμενη στο νόμο ή υπερβαίνουσα τους όρους και το σκοπό του νόμου συμπεριφορά αποτελεί αυθαιρεσία και παρανομία. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, παρατηρήθηκε ήδη εξαρχής πως οι εισπρακτικές εταιρείες δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να προσφέρουν τίποτα το νόμιμο.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 89 § 1 του ν. 2318/1995, όποιος, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή, ενεργεί πράξεις που ανάγονται στα καθήκοντα του, τιμωρείται κατά το άρθρο 175 του Π.Κ. Το ίδιο τιμωρείται και ο δικαστικός επιμελητής, που διευκολύνει αυτές τις πράξεις. Το συμπέρασμα και από τη διάταξη του άρθρου αυτού είναι πρόδηλο. Καμία εισπρακτική εταιρεία δεν μπορεί να υποκαταστήσει άμεσα ή έμμεσα το δικαστικό επιμελητή στα νόμιμα έργα του. Αλλά και κάθε δικαστικός επιμελητής έχει καθήκον να απέχει από πράξεις τυπική νομιμοποίησης της δράσης τέτοιων εταιρειών. Άρα, ούτε στα πλαίσια του νόμου, ούτε εκτός των πλαισίων του είναι δυνατή η ανάπτυξη δραστηριότητας εισπρακτικής εταιρίας σε βάρος του δημόσιου λειτουργήματος των δικαστικών επιμελητών.
Με βάση, λοιπόν, τις παρατηρήσεις αυτές μπορεί κανείς ανεπιφύλακτα να συμπεράνει, αφενός μεν ότι ο σκοπός των εισπρακτικών εταιρειών, στην έκταση που υποκαθιστά ή υπερβαίνει τις νόμιμες αρμοδιότητες των δικαστικών επιμελητών είναι παράνομος – στο θέμα όμως αυτό θα επανέλθουμε – , αφετέρου δε ότι η άμεση ή έμμεση άσκηση καθηκόντων δικαστικού επιμελητή συνιστά αντιποίηση κατά την ΠΚ 175, με συμμετοχή πλειόνων στην πράξη, ως ηθικών κυρίως αυτουργών και συνεργών στα πλαίσια της εταιρείας και της μητρικής της, ενώ στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις υπέρβασης των νόμιμων ορίων μπορεί να στοιχειοθετούνται πλείονα αδικήματα, όπως απειλή, εκβιασμός, σωματική βλάβη κ.λπ.
2. Οι δικηγόροι, από το άλλο μέρος, είναι, επίσης, κατά το νόμο «άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί» (άρθρο 38ν.δ. 3026/1954). Έργο τους είναι εκείνο που περιγράφεται στα άρθρα 39,41 και 42 του ν.δ. 3026/1954 και σε άρθρα του ΚΠολΔ. Αυτό το έργο «ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο» (άρθρο 39 ν.δ. 3026/1954). Ο δικηγόρος, εξάλλου, «υποχρεούται να μην υπογράψει γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα μη συντεταγμένα παρ’ αυτού ή περί ων δεν διεσκέφθη μετά του συντάκτου» (άρθρο 51 του ν.δ. 3026/1954). Δεν δύναται, επίσης, «να παράσχη τας υπηρεσίας αυτού δωρεάν ή επ’ αμοιβή ελάσσονι της υπό του παρόντος νόμου κεκανονισμένης» (άρθρο 175 §1 ν.δ. 3026/1954). Έχει, ακόμα, υποχρέωση να περιφρουρεί και να προασπίζει την αξιοπρέπειά του και να μή δέχεται να ασκεί το λειτούργημά του κάτω από συνθήκες που διακινδυνεύουν το κύρος του. Δεν επιτρέπεται, ιδίως, να παρέχει στον εντολέα του προσωπικές εξυπηρετήσεις, άσχετες με την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος (άρθρα 45 §1, και 38-40 ν.δ. 3026/1954)6.
6. Έτσι, απόφαση Πειθ. Συμβ. ΔΣΑ 21/1981, ΝοΒ 30.116

Απαγορεύεται, τέλος, οποιαδήποτε υπηρεσία, εργασία ή απασχόληση του δικηγόρου «απάδουσα εις την αξιοπρέπειαν ή ανεξαρτησίαν αυτού»( άρθρο 63 §1 ν.δ. 3026/1954). Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται πειθαρχικές κυρώσεις (άρθρα 51 §3, 63 §6 , 64 επ. , 175 §3 νδ. 3026/1954).
Τα παραπάνω, βέβαια, αφορούν μόνον περιπτώσεις συνεργασίας δικηγορών με εισπρακτικές εταιρείες, που μπορούν, με βάση τις αναφερθείσες διατάξεις, να κριθούν παράνομες και τουλάχιστον ,πειθαρχικά κολάσιμες. Για τις ίδιες, αντίθετα, τις εισπρακτικές εταιρίες καταλυτικής σημασίας είναι οι διατάξεις, ιδίως, του άρθρου 40, σύμφωνα με το οποίο: «1. Πρόσωπο, το οποίο, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, παρέχει τις υπηρεσίες…. ή προβαίνει στην έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων …τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 175 του Π.Κ. … 2. Κάθε ιδιώτης που αναλαμβάνει , χωρίς δικηγόρο ή με δικηγόρο της εκλογής του, ή εμφανίζεται ή διαφημίζει ότι αποδέχεται την επιμέλεια υποθέσεων ή άσκηση έργων, για τα οποία είναι αποκλειστικά αρμόδιος ο δικηγόρος … τιμωρείται ύστερα από έγκληση δικηγόρου ή δικηγορικού συλλόγου με τις ποινές που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο. Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, την ίδια ποινική ευθύνη έχει ο εκπρόσωπος του. 3. Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μπορεί να ζητήσει… κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τη σφράγιση του γραφείου ή καταστήματος, όπου ασκούνται οι παράνομες ενέργειες….».
Στην έκταση, επομένως, που μία εισπρακτική εταιρεία αναλαμβάνει την έκδοση διαταγών πληρωμής, την επικύρωση αντιγράφων, την έρευνα σε υποθηκοφυλακεία , την παράσταση σε δημόσιες αρχές, την κοινοποίηση αντιγράφων απογράφων με σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση και άλλες ενέργειες, που ανήκουν στη δικηγορική ύλη, και διενεργούνται με την τυπική απλώς ή και με την ουσιαστική συνεργεία δικηγόρου της επιλογής της, ενεργεί παράνομα. Εφόσον, μάλιστα, ο εν γένει εισπρακτικός σκοπός της δεν μπορεί να έχει εκ των πραγμάτων άλλο περαιτέρω νόμιμο περιεχόμενο, η ίδια η ίδρυση των εταιριών αυτών πάσχει από ακυρότητα λόγω παράνομου σκοπού.
Κατά συνέπεια, κάθε δικηγόρος οφείλει να απέχει από την παροχή υπηρεσιών σε εισπρακτικές εταιρείες, για να μη διωχθεί πειθαρχικά και , ενδεχομένως, ποινικά, ως απλός συνεργός. Κάθε δικηγόρος, που γίνεται γνώστης ενεργειών εισπρακτικών εταιριών κατά οφειλετών εντολέων του, έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον σύλλογό του και να προβεί στην προβλεπόμενη έγκληση (βλ. άρθρα 2 και 3 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων). Κάθε δικηγορικός σύλλογος έχει δικαίωμα να προβαίνει, επίσης, στην προβλεπόμενη έγκληση και να ζητά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων τη σφράγιση των γραφείων της εταιρίας. Αν η εισπρακτική εταιρία είναι προσωπική, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να επικαλείται την ακυρότητά της λόγω του παράνομου σκοπού της και το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα την ακυρότητά, όταν αυτή προκύπτει από τα υποβληθέντα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά (ΑΚ 174, 180, 741)7. Αν η εισπρακτική εταιρεία είναι κεφαλαιουχική, η ακυρότητα «κηρύσσεται» για το μέλλον με δικαστική απόφαση επιφέρουσα τη λύση της εταιρείας, κατόπιν αγωγής που μπορεί να ασκήσει ο έχων έννομο συμφέρον (άρθρα 4α ν. 2190/1920 και 7ν 3190/1955). Ειδικά, επί ανωνύμου εισπρακτικής εταιρίας ο παράνομος κατά τα ανωτέρω σκοπός υποχρεώνει τη διοίκηση (αρμόδιο Νομάρχη) να απορρίψει την αίτηση για την παροχή άδειας σύστασης της εταιρείας, ενώ, αν εκ παραδρομής την παράσχει, οφείλει ως προασπιστής του γενικού συμφέροντος να επιδιώξει την κατά το
7. Βλ. Μ. Καράση, στο Γεωργίαδη – Σταθόπουλου ΑΚ: άρθρο 180, αρ. 3 – Πρβλ. Σπ. Ψυχομάνη, στο συλλογικό έργο «Το δίκαιο των προσωπικών εταιρειών», τόμ. Ι, σ. 45.

άρθρο 4α κήρυξη της ακυρότητας της εταιρείας ή – ορθότερα- να ανακαλέσει αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αίτησης θεραπείας οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον την χορηγηθείσα καθ’ υπέρβαση της εξουσίας του και της αρχής της νομιμότητος των διοικητικών πράξεων άδεια συστάσεως της εταιρείας (άρθρο 52 ν. 2190/1920, άρθρο 24 ν. 2690/1999), ενώ δεν αποκλείεται η ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Ανάπτυξης (άρθρο 24 ν. 2690/1999) και η εν γένει προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια προς ακύρωση της παράνομης πράξης του νομάρχη (άρθρα 63 επ. ν. 2717/1999).
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ν.146/1914 «απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπό ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Είναι μεν προφανές πως κατά το γράμμα του νόμου και τις προθέσεις των συντακτών του τα λεγόμενα «ελευθέρια» επαγγέλματα, όπως είναι και εκείνα του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή, δεν καταλαμβάνονται από την απαγόρευση. Με βάση, όμως, αξιολογικές κρίσεις αρυόμενες από τις ρυθμίσεις των νεότερων ν. 703/1977 και 2251/1994 προτείνεται η με τελολογική διαστολή εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 146/1914 σε κάθε επιχειρηματική – οικονομική δραστηριότητά και, βεβαίως, στα ελευθέρια επαγγέλματα8. Κατά την άποψη, επομένως αυτή, η δραστηριότητα των εισπρακτικών εταιριών μπορεί να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου αυτού και να κριθεί ευχερώς ως αντικειμένη στα χρηστά ήθη. Υπέρ αυτής της απόψεως συνηγορεί και το γεγονός ότι η εισπρακτική εταιρία είναι εμπορική και ασκεί ούτως ή άλλως την εμπορική δραστηριότητα της παραγγελίας ή της πρακτορείας. Αναμειγνύεται, συνεπώς, σε «εμπορικές συναλλαγές» με ανταγωνιστικό πράγματι σκοπό και κατά τρόπο αντικείμενο στα χρηστά ήθη, αφού παρέχει συγκεντρωτικά υπηρεσίες σε πελάτες- ιδίως,
8. Βλ. Δ. Τσιμπανούλη, στο «Αθέμιτος Ανταγωνισμός»(Επιμ. ύλης Ν. Ρόκας), 1996, άρθρο 1, αρ. 116 επ., σ. 67 επ. με τις εκεί πλείονες παραπομπές.

τράπεζες – αποκλείοντας τη διασπορά των υποθέσεων σε δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές, παρεμποδίζοντας έτσι τον ανταγωνισμό και αποκτώντας προβάδισμα με παράβαση κανόνων δικαίου, που αφορούν τόσο την άσκηση των επαγγελμάτων του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή, όσο και τον νόμιμο τρόπο είσπραξης των αιτήσεων. Είναι μάλλον αδιάφορη η διαπίστωση ότι οι θιγόμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν είναι έμποροι. Αρκεί να παρέχουν «όμοιες ή συγγενείς» υπηρεσίες ως «επαγγελματίες» κατά τη διάταξη του άρθρου 10ν 146/1914. Αυτοί, λοιπόν, φαίνεται ότι μπορούν να ασκήσουν κατά των εισπρακτικών εταιριών τις προβλεπόμενες στο ν. 146/1914 αξιώσεις για παράλειψη και αποζημίωση.
Ούτως ή άλλως, η δραστηριότητα των εισπρακτικών εταιριών, ενόψει των υποκείμενων σε αυστηρούς νομοθετικούς περιορισμούς επαγγελμάτων του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητού, συνιστά αναμφίβολα κατάχρηση της οικονομικής ελευθερίας, έναντι της οποίας οι τελευταίοι μπορούν ασφαλώς να προστατευθούν, εκτός των άλλων, και με επίκληση των άρθρων 5 §1 και 25 §§1 και 3 του Σ. (τριτενέργεια), βασίζοντας σ’ αυτές τουλάχιστον τις διατάξεις τις αξιώσεις τους για παράλειψη και αποζημίωση.
4. Όσον αφορά ειδικότερα τη σχέση εισπρακτικών εταιρειών με τράπεζες, που συναντάται συχνότερα στην πράξη, αφού ιδίως σ’ αυτή τη σχέση διαβλέπουν οι τράπεζες μιαν ακόμα πηγή πλουτισμού9, μπορεί κανείς να παρατηρήσει πιο συγκεκριμένα και τα εξής:
Η προσφυγή του οποιουδήποτε πελάτη στις υπηρεσίες μιας τράπεζας συνοδεύεται από την πίστη – εμπιστοσύνη – ότι η τράπεζα θα του υποδείξει τον λυσιτελέστερο τρόπο χειρισμού οικονομικής του υποθέσεως και θα εκπληρώσει με ακρίβεια τις συμβατικές υποχρεώσεις,
9.Έτσι, εξηγείται και η συχνά συναντώμενη πρωτοβουλία των τραπεζών να ιδρύουν θυγατρικές εισπρακτικές εταιρίες.

που θα αναλάβει, πράττοντας επιπλέον των συμφωνηθέντων, ότι είναι χρήσιμο και αναγκαίο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του. Πρόκειται, δηλαδή, για τη δημιουργία σχέσης εμπιστοσύνης, από την οποία απορρέει η γενική υποχρέωση της τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα του κάθε πελάτη της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτή, η παρεπόμενη, αλλά βασική τραπεζική υποχρέωση βρίσκει το νομικό της θεμέλιο, καταρχήν, στην καλή πίστη και , χρονικά, καταλαμβάνει όλα τα στάδια της σχέσεως με τον πελάτη. Εκκινεί από την απλή συναλλακτική επαφή, δηλαδή τη διαπραγμάτευση (ΑΚ 197, 198), διατρέχει ολόκληρο το συμβατικό στάδιο και επεκτείνεται περαιτέρω, χωρίς τερματισμό, στους μετασυμβατικούς χρόνους (ΑΚ 288)10.
Εξειδίκευση της γενικής αυτής υποχρέωσης συνιστά , μεταξύ άλλων, το καθήκον διαφύλαξης του λεγόμενου «τραπεζικού απορρήτου»11. Ως τραπεζικό απόρρητο νοείται η υποχρέωση, την οποία έχει η τράπεζα απέναντι στον πελάτη της να σιωπά για όλες – χωρίς διάκριση- τις προσωπικές και οικονομικές του υποθέσεις, που γίνονται γνωστές σ’ αυτήν από την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας 12. Το απόρρητο, βεβαίως, ισχύει έναντι πάντων, ακόμα και έναντι υπαλλήλων άλλων τμημάτων της ίδιας τράπεζας 13.
Η νομική του θεμελίωση δεν βρίσκεται, πάντως, μόνο στις αναφερθείσες παραπάνω διατάξεις για την καλή πίστη. Το απόρρητο συνδέεται πρωτίστως με την προσωπικότητα του καθενός , αφορόν την ιδιωτική και οικονομική του ζωή. Είναι το ατομικό δικαίωμα σεβασμού του ίδιου του
10.Βλ. Μ. Καράση στο Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΑΚ: άρθρα 197-198, αρ. 4,7 και 9- Σταθόπουλο στο Γεωργίαδη – Σταθόπουλου ΑΚ:άρθρο 288, αρ. 23 και 30- N.Horn, Heymann Komm, zum HGB, 1990, Bd, 4, Anh. Par.372, Anm. 12ff.- Επίσης, Εφ. Αθ 2403/1962, ΝοΒ 12.101 –ΕφΑθ 1669/1967, ΝοΒ 15. 833.
11.Περί αυτού βλ., ιδίως, σε ευρεία δικαιοσυγκριτική επισκόπηση και εμβριθείς αναλύσεις, R. Giovannopoulos, Die Harmonisierung des privatrechtlichen Bankgeheimnisses im- europais- chen Wirtschaftsverkehr, 2001.
12.Έτσι ενδεικτικά, Horn, ό.π., σ. 331, Anm. 44 – Canaris, Bankvertragsrecht, 1975, Anm. 48 – R. Fischer, Bankrecht, 1989, σ. 189.
13. Βλ. Canaris, ό.π., Anm. 54- Γ. Γραμματίκας, Το τραπεζικό απόρρητο, 1991, σ.62.

προσώπου και της ιδιωτικής του ζωής, ακόμα και όταν αυτή εκδηλώνεται προς τον κοινωνικό περίγυρο, για να ικανοποιήσει ανάγκες της, που η οργανωμένη κοινωνία μπορεί και πρέπει να ικανοποιεί αποδίδοντας τον οφειλόμενο σεβασμό στην ατομική ελευθερία των κοινωνών της. Αυτόν τον σεβασμό οφείλει, έτσι να επιδεικνύει, τόσο το κράτος σε επίπεδο εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, όσο και ο κάθε πολίτης προς τον συμπολίτη του. Η εκδήλωση, έτσι, μιας πλευράς της οικονομικότητας του ατόμου έναντι άλλου, που έχει τον κοινωνικό, επαγγελματικό προορισμό να ανταποκριθεί, δεν αποτελεί συμπεριφορά ευρέως κοινοποιήσιμη. Αυτός ο άλλος είναι πάντα βεβαρημένος με την υποχρέωση τηρήσεως του σχετικού απορρήτου, χάριν προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της προσωπικής ελευθερίας του κάθε συμπολίτη του. Δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση βρίσκουν, λοιπόν, ευρύτερη νομική θεμελίωση στο δικαίωμα στην προσωπικότητα, όπως αυτό εννοείται προστατευόμενο στη διάταξη του άρθρου 57 ΑΚ και, κυρίως, στο συνταγματικά προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την οικονομική ελευθερία του άρθρου 5 §1 του Συντάγματος 14.
Με τις διαπιστώσεις αυτές μπορεί κανείς να αχθεί σε μία ακόμα επισήμανση που αφορά τη σύσταση και λειτουργία των εισπρακτικών εταιριών και τη συνεργασία τους με τράπεζες. Οι τελευταίες, πράγματι, γίνονται αποδεκτές πολλών εκδηλώσεων της οικονομικής ελευθερίας του κάθε πολίτη, που τις προσεγγίζει ως πελάτης, από το στάδιο ήδη των διαπραγματεύσεων προς κατάρτιση μιας τραπεζικής σύμβασης. Βαρύνονται, συνεπώς, με το καθήκον τήρησης του απορρήτου, σύμφωνα με τα προλεχθέντα. Τα διαδραματιζόμενα, δηλαδή, παραμένουν μυστικά για πάντα, αφού το καθήκον τήρησης του απορρήτου επεκτείνεται και
14. Βλ. Canaris, ό.π., Anm. 37, 38

στο μετασυμβατικό στάδιο, ανεξάρτητα, μάλιστα, από τον τρόπο λήξεως της σχέσεως. Εξαίρεση, μπορεί να υπάρξει μόνον, αν συνήνεσε στη διάσπαση του απορρήτου ο ίδιος ο πελάτης ή αν προβλέπεται τούτο από ειδικό νόμο, που τη θέσπισή του δικαιολογεί η προφανής, αντικειμενική και εύλογη ανάγκη προστασίας του γενικού συμφέροντος, ή αν το ιδιωτικό συμφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση και με κριτήρια αντικειμενικά και πρόσφορα αναδεικνύεται εξαιρετικά ως αξιότερο προστασίας με εφαρμογή των γενικών διατάξεων του Α.Κ και του άρθρου 25 §3 του Συντάγματος 15.
Στα διαγραφέντα πλαίσια, η τράπεζα έχει, βεβαίως, τη δυνατότητα, σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης μιας σχέσεως, να παραδίδει σε δικηγόρο της επιλογής της τα αναγκαία στοιχεία για την εξωδικαστική και δικαστική επιδίωξη είσπραξης απαιτήσεως κατά πελάτη της. Μπορεί ασφαλώς – στην έκταση που τούτο είναι δυνατό κατά ο νόμο- να απευθύνεται ευθέως και σε δικαστικό επιμελητή για την κοινοποίηση στον πελάτη δηλώσεων βουλήσεως, που έχουν νομική σημασία για τη σχέση, όπως είναι ιδίως οι εξώδικες οχλήσεις, οι καταγγελίες, οι απλές επιδόσεις αντιγράφων αποφάσεων οι εντολές προς εκτέλεση. Μπορεί, επίσης , αναθέτει τις υποθέσεις σε προστηθέντες της ( υπαλλήλους ) για να παρακολουθούν την εξέλιξή τους σε συνεργασία με δικηγόρους και επιμελητές. Μπορεί, ακόμα, να παρέχει πληρεξουσιότητα σε συγκεκριμένους υπαλλήλους της- και μόνον εν ανάγκη σε τρίτους – , ώστε ως αντιπρόσωποι της να μπορούν να προβαίνουν σε δικαιοπραξίες, όπως την κατάρτιση συμβιβασμού, τις ειδικές εντολές σε δικηγόρους και επιμελητές, ακόμα και τις καταβολές. Εκείνο, που δεν μπορεί να κάνει η τράπεζα, είναι να αναθέτει εξ ολοκλήρου μια υπόθεση, η οποία εμπίπτει στο τραπεζικό απόρρητο, σε άλλο νομικό πρόσωπο και υπαλλήλους τους (εισπρακτικές εταιρίες), οι οποίοι με τον τρόπο αυτό λαμβάνουν γνώση
15. Πρβλ.Canaris, ό.π.
ενός μέρους ή του συνόλου των σχέσεων του συγκεκριμένου πελάτη με την τράπεζα, παραβιάζοντας μια απόρρητη πλευρά της προσωπικής του, οικονομικής ζωής.
Η ανάθεση, πράγματι, της εισπρακτικής διαδικασίας μιας απαιτήσεως σε ειδικού σκοπού εταιρία συνεπάγεται κατάλυση του απορρήτου. Ο λόγος είναι ότι η εταιρία αυτή ούτε η δικηγορική ιδιότητα φέρει, ούτε έργα δικαστικού επιμελητή μπορεί να διεκπεραιώσει, ούτε αναγκαίος μεσολαβητής ή αντιπρόσωπος μεταξύ τράπεζας και αρμοδίων προς είσπραξη δημόσιων λειτουργών μπορεί να είναι, ούτε γίνεται φορέας συγκεκριμένης αντιπροσωπευτικής εξουσίας, εξουσίας δηλαδή για επιχείρηση ορισμένης δικαιοπραξίας, σύμφωνα με την ΑΚ 211. Η εντολή προς είσπραξη είναι εκ των πραγμάτων (έμμισθη) εντολή (μίσθωση έργου) για επιχείρηση κάθε είδους υλικής πράξεως, αδικοπραξίας και δικαιοπραξίας, προσφορών να επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η εισπρακτική εταιρεία δεν είναι οπωσδήποτε αντιπρόσωπος, αφού η αντιπροσωπεία προϋποθέτει εννοιολογικά εξουσία μόνο προς δήλωση βουλήσεως (δικαιοπραξία) (ΑΚ 211). Δεν συνιστά, επίσης, νόμιμη παροχή εξουσίας προς αντιπροσώπευση (πληρεξουσιότητα) στα πλαίσια του τραπεζικού απορρήτου, επειδή η παροχή της γενικής αυτής εξουσίας ούτε αναγκαία είναι, αφού η τράπεζα μπορεί να αναθέτει απευθείας και με κάθε νομιμότητα την εισπρακτική διαδικασία σε δικηγόρους και επιμελητές και να καταρτίζει μόνο της τις προκύπτουσες συμβάσεις με τον οφειλέτη – πελάτη, ούτε επιτρεπόμενη είναι στην έκταση που υπερβαίνει ποσοτικά το αναγκαίο μέτρο και καθιστά έτσι την εισπρακτική εταιρεία ικανή να αποκτήσει γνώση μέρους της απόρρητης προσωπικής και οικονομικής ζωής του πελάτη της τράπεζας. Αυτή η μεθοδευμένη διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που μετέχουν στην απόκτηση, κατοχή και δυνατότητα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ούτε με το δικαίωμα στην προσωπικότητα συνάδει, ούτε μπορεί να είναι επιτρεπτή και στα πλαίσια του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».
Ως παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου η ανάθεση υποθέσεως σε εισπρακτική εταιρεία, συνεπάγεται τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου του άρθρου 252 Π.Κ. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται πλέον και επί τραπεζικών υπαλλήλων, μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε σχετικά το άρθρο 4 του ν. 1738/1987. Η ποινική δίωξη ασκείται εν προκειμένω αυτεπάγγελτα. Όσον αφορά μάλιστα τον οφειλέτη, κατά του οποίου στρέφεται η εισπρακτική εταιρία, η διάρρηξη του απορρήτου του παρέχει το δικαίωμα απόκρουσης των δικαστικών της ενεργειών, μεταξύ άλλων, και με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ16.
Γ. Συμπεράσματα
1. Οι εισπρακτικές εταιρείες είναι επικίνδυνες για το κράτος δικαίου. Δεν εξυπηρετούν καμία άλλη αναγκαιότητα, παρά μόνο την εκτός των ορίων του νόμου ενέργεια πράξεων προς όφελος των ιδίων και των εντολέων τους. Ο αδυνατών – όχι πάντα κακόπιστα- να πληρώσει τα χρέη του οφειλέτης βρίσκεται ουσιαστικά απροστάτευτος μπροστά στην αδιαλλαξία και το εισπρακτικό μένος του επιστημονικά ακατάρτιστου και συνειδησιακά κα ανυποχώρητου υπαλλήλου μιας τέτοιας εταιρείας. Η παροχή, όμως, πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας σε όλους τους πολίτες είναι βασική, συνταγματική υποχρέωση του κράτους. Για το λόγο αυτό, ενδεικνυόμενη ίσως ενέργεια θα ήταν η νομοθετική ρητή απαγόρευση της ίδρυσης και λειτουργίας εισπρακτικών εταιρειών
2. Η αντιτιθέμενη στα δημόσια λειτουργήματα του δικαστικού επιμελητή
16.Έτσι, Horn, ό.π., σ. 332, Anm. 54.

και δικηγόρου δράση των εισπρακτικών εταιρειών επιβάλλει σε δικαστικούς επιμελητές και δικηγόρους το δεοντολογικό καθήκον αποχής από κάθε είδους συνεργασία με τέτοιες εταιρείες, εν ανάγκη με πρωτοβουλία των επαγγελματικών τους σωματείων.
3 Η δραστηριότητα εν γένει των εισπρακτικών εταιρειών μπορεί να στοιχειοθετήσει το έγκλημα της αντιποίησης του άρθρου 175 ΠΚ. Οπωσδήποτε, όμως απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 40 του ν. 3026/1954. Η διαπιστούμενη αυτή παρανομία του εισπρακτικού εταιρικού σκοπού καθιστά τις εταιρείες άκυρες με όλες τις εντεύθεν συνέπειες. Ο αρμόδιος Νομάρχης και ο υπουργός ανάπτυξης έχουν , προφανώς, τη δυνατότητα να ανακαλέσουν την άδεια συστάσεως των ανώνυμων εισπρακτικών εταιρειών.
4. Η δραστηριότητά τους συνιστά, εξάλλου, ανταγωνιστική προς τα επαγγέλματα του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή συμπεριφορά, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, επειδή περιορίζει τον ανταγωνισμό και δίνει προβάδισμα με παράβαση κανόνων δικαίου. Οι εισπρακτικές εταιρείες υπόκεινται συνεπώς σε αξιώσεις παράλειψης.
5. Η ανάθεση εισπρακτικών υποθέσεων από τράπεζες σε εισπρακτικές εταιρείες συνιστά παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου, Κατά συνέπεια, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να ασκηθεί αυτεπάγγελτα ποινική δίωξη κατά τραπεζών και εισπρακτικών εταιριών για το λόγο αυτό.
Θεσσαλονίκη, 22.4.2003

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone