απόφαση european dynamics

απόφαση european dynamics

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 16ης Απριλίου 2015 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως — Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Πρόσκληση για την υποβολή προσφορών — Κριτήρια αναθέσεως — Διαφάνεια — Αντικειμενική αξιολόγηση — Αίτημα αποζημιώσεως»

Στην υπόθεση C‑173/14 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 8 Απριλίου 2014,

European Dynamics Belgium SA, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο),

European Dynamics Luxembourg SA, με έδρα το Ettelbrück (Λουξεμβούργο),

Ευρωπαϊκή Δυναμική — Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα),

European Dynamics UK Ltd, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),

εκπροσωπούμενες από τον Β. Χριστιανό, δικηγόρο,

αναιρεσείουσες,

όπου ο έτερος διάδικος είναι ο

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), εκπροσωπούμενος από τους T. Jabłoński και S. Marino καθώς και από τις Γ. Γαβριηλίδου και C. Maignen, επικουρούμενους από τον H.-G. Kamann, Rechtsanwalt,

καθού-εναγόμενος πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Rodin, πρόεδρο τμήματος, E. Levits (εισηγητή) και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης European Dynamics Belgium κ.λπ. κατά EMA (T‑158/12, EU:T:2014:36, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές-αγωγές τους (στο εξής: προσφυγές) με αιτήματα την ακύρωση της αποφάσεως EMA/67882/2012 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), της 31ης Ιανουαρίου 2012, και την καταβολή αποζημιώσεως.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται με τις σκέψεις 1 έως 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:

«1      Με προκήρυξη διαγωνισμού της 8ης Αυγούστου 2011 […], ο [EMA] κίνησε τη διαδικασία διαγωνισμού EMA/2011/17/ICT, που αφορούσε την παροχή εξωτερικών υπηρεσιών στον τομέα των εφαρμογών λογισμικού για τα επιγραμμικά συστήματα επεξεργασίας συναλλαγών και περιελάμβανε δύο παρτίδες.

2      Ο σκοπός του διαγωνισμού συνίστατο στη σύναψη, για κάθε παρτίδα, συμβάσεως-πλαισίου με τρεις κατ’ ανώτατο όριο παρόχους, διάρκειας τεσσάρων ετών. Η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε την ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως-πλαισίου στην πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά βάσει των κριτηρίων που καθορίζονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, στην πρόσκληση για την υποβολή προσφορών ή στο περιγραφικό έγγραφο. Η παρτίδα 1 συνίστατο στην παροχή προσωπικού, κατά χρόνο και κατ’ αντικείμενο, για επιγραμμικά συστήματα επεξεργασίας συναλλαγών και αφορούσε ποσότητα 19 000 ανθρωποημερών ετησίως. Το τμήμα 2 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε ότι, για την παρτίδα 1, ο ΕΜΑ σκόπευε να συνάψει πλείονες συμβάσεις-πλαίσια, με το σύστημα της διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας, με μέγιστο όριο τις τρεις συμβάσεις.

3      Η διαδικασία αξιολογήσεως των υποβαλλομένων προσφορών περιελάμβανε τρία στάδια: εφαρμογή των κριτηρίων αποκλεισμού κατά την οποία θα εξεταζόταν κατά πόσον οι υποψήφιοι μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία (τμήμα 13 της συγγραφής υποχρεώσεων)· εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής με σκοπό να καθοριστεί κατά πόσον οι προσφέροντες είχαν τις χρηματοοικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές ικανότητες προς εκτέλεση της συμβάσεως (τμήματα 14 και 15 της συγγραφής υποχρεώσεων)· εφαρμογή των κριτηρίων αναθέσεως για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς (τμήμα 16 της συγγραφής υποχρεώσεων).

4      Το σημείο 16.1.1 της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε οκτώ κριτήρια αναθέσεως για την παρτίδα 1. Τα έξι πρώτα κριτήρια ήταν τεχνικής φύσεως, το έβδομο ήταν σχετικό με την τιμή και το όγδοο συνίστατο σε ενδεχόμενη παρουσίαση των προσφορών στην έδρα του EMA. Όσον αφορά τα έξι τεχνικά κριτήρια, στο σημείο 16.1.2 της συγγραφής υποχρεώσεων αναφερόταν ότι, επί συνόλου 60 βαθμών, τα κριτήρια σχετικά με τη μέθοδο επιλογής των στελεχών και διαχειρίσεως του προσωπικού αντιπροσώπευαν έκαστο 15 βαθμούς, τα κριτήρια σχετικά με τη διαχείριση των συμβάσεων και τη διασφάλιση των προσόντων αντιπροσώπευαν έκαστο 7 βαθμούς, το κριτήριο των σχέσεων με τις εγκαταστάσεις extra-muros αντιπροσώπευε 2 βαθμούς και το κριτήριο της ποιότητας της τεχνικής προτάσεως στο αντικείμενο της παρτίδας αντιπροσώπευε 14 βαθμούς. Το κριτήριο της τιμής αντιπροσώπευε 40 βαθμούς. Το σημείο 16.1.2.8 προέβλεπε 10 επιπλέον βαθμούς στην περίπτωση που οι διαγωνιζόμενοι καλούνταν να συμπληρώσουν τη γραπτή προσφορά τους με προφορική παρουσίαση ενώπιον της επιτροπής αξιολογήσεως του ΕΜΑ στις εγκαταστάσεις του οργανισμού, στην περίπτωση δε αυτή θα ζητούνταν από τους διαγωνιζομένους να πραγματοποιήσουν σενάριο προσομοιώσεως υπό πραγματικές συνθήκες σύμφωνα με τις διαδικασίες και τους όρους του τμήματος 4. Ως εκ τούτου, η μέγιστη δυνατή βαθμολογία ήταν 110.

5      Στο σημείο 16.1.2 της συγγραφής υποχρεώσεων διευκρινιζόταν ότι η τεχνική αξιολόγηση των προσφορών θα γινόταν βάσει των έξι τεχνικών κριτηρίων και ότι οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να συγκεντρώσουν το 60 % των συνολικών βαθμών για κάθε ένα από τα κριτήρια αυτά, άλλως αποκλείονταν από τη διαδικασία. Στο σημείο 16.1.2.7 διευκρινιζόταν ότι η αξιολόγηση της τιμής θα γινόταν βάσει μαθηματικού τύπου και ότι οι διαγωνιζόμενοι θα κατατάσσονταν αναλόγως των αποτελεσμάτων των κριτηρίων αναθέσεως συμπεριλαμβανομένου του κριτηρίου της τιμής.

6      Για την παρτίδα 1 υπέβαλαν προσφορές έξι διαγωνιζόμενοι, μεταξύ των οποίων η κοινοπραξία που αποτελούνταν από τις προσφεύγουσες […]. Τέσσερις από τους διαγωνιζομένους, μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες, μετείχαν στο στάδιο κατά το οποίο εξετάστηκαν τα κριτήρια αναθέσεως.

7      Με επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου 2011, η επιτροπή αξιολογήσεως κάλεσε τις προσφεύγουσες σε συνάντηση στις εγκαταστάσεις του ΕΜΑ, προκειμένου να παρουσιάσουν την προσφορά τους στις 16 Δεκεμβρίου 2011. Η επιτροπή αξιολογήσεως παρέσχε διευκρινίσεις σχετικά με το πρόγραμμα και την οργάνωση της συναντήσεως, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι η παρουσίαση μπορούσε να καλύπτει μόνο τις απαντήσεις που απαιτούνταν για την αξιολόγηση από πλευράς των κριτηρίων αναθέσεως, χωρίς δυνατότητα προσθήκης νέων στοιχείων σε σχέση με την υποβληθείσα προσφορά. Η επιτροπή αξιολογήσεως διαβίβασε συνημμένως ένα σενάριο προσομοιώσεως υπό πραγματικές συνθήκες (στο εξής: σενάριο) και ζήτησε από τις προσφεύγουσες να ανταποκριθούν σε αυτό φέρνοντας, ως μέλη της ομάδας τους, έναν υποψήφιο για κάθε έναν από τους ρόλους που περιγράφονταν στο σενάριο. Η επιτροπή αξιολογήσεως σημείωσε ότι θα πραγματοποιούσε σύντομη συνέντευξη με κάθε υποψήφιο. Πληροφόρησε επίσης τις προσφεύγουσες ότι έπρεπε να συμμετάσχει και ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις, προκειμένου να παρουσιάσει τη μεθοδολογία επιλογής των στελεχών, καθώς και ένας εκπρόσωπος της ομάδας εκπαιδεύσεως, ώστε να παρουσιάσει τα σχετικά με την εκπαίδευση τμήματα της υποβληθείσας προσφοράς.

8      Στην επιστολή του ΕΜΑ της 9ης Δεκεμβρίου 2011 επισυνάπτονταν δύο έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο περιείχε πρόγραμμα διεξαγωγής της παρουσιάσεως, με τον αριθμό των βαθμών για κάθε πτυχή της, εκ των οποίων οι 40, από τους εκατό, αφορούσαν τις συνεντεύξεις με τους υποψηφίους που προτείνονταν για το σενάριο, καθώς και κατευθυντήριες οδηγίες προς τους προσφέροντες για να προετοιμάσουν την παρουσίαση των προσφορών τους. Αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι σκοπός των συνεντεύξεων με τους προτεινόμενους υποψηφίους ήταν να αξιολογηθεί κατά πόσον το αποτέλεσμα των διαδικασιών που περιγράφονταν στη μεθοδολογία επιλογής των στελεχών, δηλαδή οι υποψήφιοι, ανταποκρινόταν στα στοιχεία που παρέχονταν στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών, ήτοι στις περιγραφές των προφίλ. Το δεύτερο έγγραφο περιέγραφε τα στοιχεία του σεναρίου και τα αποτελέσματα στα οποία οι υποψήφιοι όφειλαν να καταλήξουν. Απαιτούσε την υποβολή πέντε βιογραφικών σημειωμάτων υποψηφίων για τις συγκεκριμένες ειδικότητες.

9      Με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2011, οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν το σύννομο του προγράμματος διεξαγωγής της παρουσιάσεως, όπως αυτό προέκυπτε από την επιστολή της 9ης Δεκεμβρίου [2011], έναντι της ρυθμίσεως περί δημοσίων συμβάσεων, τονίζοντας ιδίως ότι η προβλεπόμενη παρουσίαση δημιουργούσε διάκριση υπέρ του ήδη από δεκαετίας περίπου συνεργαζομένου με τον ΕΜΑ διαγωνιζομένου, του οποίου η επιχειρησιακή δομή ήταν έτοιμη, καθώς και ότι η διαδικασία αυτή ήταν διαφορετική από την προβλεπόμενη στη συγγραφή υποχρεώσεων.

10      Με επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 2011, ο ΕΜΑ απάντησε στις προσφεύγουσες, υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, η παρουσίαση αποτελούσε μέρος της διαδικασίας αξιολογήσεως, ότι όλοι οι υποψήφιοι είχαν στη διάθεσή τους την ίδια προθεσμία, η οποία αναφερόταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, για να ανταποκριθούν στην πρόσκληση παρουσιάσεως των προσφορών τους, ότι το σενάριο προβλεπόταν από τη συγγραφή υποχρεώσεων και ότι η παρουσίαση των υποψηφίων για τους ρόλους που προβλέπονταν στο σενάριο αποσκοπούσε στην εξακρίβωση του αποτελέσματος των διαδικασιών προσλήψεως που περιγράφονταν στις υποβληθείσες προσφορές.

11      Οι προσφεύγουσες παρουσίασαν την προσφορά τους στις 16 Δεκεμβρίου 2011 στις εγκαταστάσεις του ΕΜΑ, χωρίς να παραστούν οι υποψήφιοι για τους ρόλους που προέβλεπε το σενάριο, ο υπεύθυνος για τις προσλήψεις και ο εκπρόσωπος της ομάδας εκπαιδεύσεως.

12      Με επιστολή της 31ης Ιανουαρίου 2012, ο EMA πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι, κατόπιν αξιολογήσεως των προσφορών που υποβλήθηκαν, είχε αποφασιστεί να της ανατεθεί η δεύτερη σύμβαση πλαίσιο κατά σειρά προτεραιότητας […].»

 Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

3        Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησαν πρωτοδίκως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως σχετικά με, πρώτον, την εκ των υστέρων προσθήκη κριτηρίου αναθέσεως το οποίο δεν περιλαμβανόταν στις τεχνικές ιδιότητες της συγγραφής υποχρεώσεων, δεύτερον, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως λόγω της αξιολογήσεως ενός κριτηρίου ποσοτικής επιλογής ως κριτηρίου αναθέσεως και, τρίτον, παραβίαση της αρχής της διαφάνειας.

4        Όσον αφορά τον πρώτο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το κύριο επιχείρημα των αναιρεσειουσών είναι ότι, ζητώντας από τους διαγωνιζομένους να παρουσιάσουν την προσφορά τους στην έδρα του EMA, παρουσίαση η οποία αποτελούσε το όγδοο κριτήριο αναθέσεως, η αναθέτουσα αρχή προσέθεσε κριτήριο ή επιμέρους κριτήριο αξιολογήσεως μη προβλεπόμενο από τα συμβατικά έγγραφα που είχαν γνωστοποιηθεί πριν την κατάθεση των προσφορών.

5        Αφού περιέγραψε, με τη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το περιεχόμενο του τμήματος 4 της συγγραφής υποχρεώσεων και επισήμανε, ειδικότερα, ότι στο σημείο 4.2.5.4 αυτής παρατίθεται η διαδικασία παραγγελίας για την παροχή της υπηρεσίας, αποτελούμενη από διάφορα στάδια κατά τα οποία ο ανάδοχος στον οποίο απευθύνεται η παραγγελία παρουσιάζει στον EMA τους υποψηφίους οι οποίοι αντιστοιχούν στα προφίλ που αυτός έχει καθορίσει από την έναρξη της διαδικασίας, με σκοπό να προταθούν στον εν λόγω οργανισμό υποψήφιοι για τις προκαθορισμένες από αυτόν θέσεις, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, με τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαδικασία εκτελέσεως του σεναρίου ήταν σχεδιασμένη με σκοπό την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση της πραγματικής λειτουργίας της μεθόδου επιλογής προσωπικού, και όχι των προσόντων των εξωτερικών συνεργατών που μετείχαν στην εκτέλεση του σεναρίου.

6        Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση που διατύπωσαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου στον οποίο στηρίχθηκε η προσφυγή ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, με τις σκέψεις 36 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις αρχές βάσει των οποίων διακρίνεται το «κριτήριο επιλογής» από το «κριτήριο αναθέσεως», εν συνεχεία επισήμανε, με τη σκέψη 47 της αποφάσεως αυτής, ότι το σημείο 15.3 της συγγραφής υποχρεώσεων αποτελεί κριτήριο επιλογής των διαγωνιζομένων, στο πλαίσιο του οποίου καλούνταν να αποδείξουν ότι διαθέτουν την πείρα και το προσωπικό που απαιτείται για την παροχή των ζητούμενων υπηρεσιών. Με τις σκέψεις 48 και 49 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, αντιθέτως, τα κριτήρια αναθέσεως των σημείων 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν αποσκοπούσαν, βάσει του περιεχομένου τους, στην αξιολόγηση της πείρας των διαγωνιζομένων.

7        Συναφώς, αναφερόμενο στην έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως του EMA, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι κατά το στάδιο της αναθέσεως η εν λόγω επιτροπή αξιολογήσεως έκρινε την αξιοπιστία των προσφορών που υποβλήθηκαν, βάσει των αποδείξεων που προσκόμισαν οι διαγωνιζόμενοι σχετικά με την εκτέλεση παλαιότερων συμβάσεων. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 52 της αποφάσεως αυτής, ότι από τη δικογραφία δεν προέκυπτε κανένα στοιχείο ικανό να στηρίξει τη θέση ότι κατά την εξέταση των κριτηρίων αναθέσεως η επιτροπή αξιολογήσεως αξιολόγησε την πείρα των διαγωνιζομένων.

8        Απαντώντας στη δεύτερη αιτίαση που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες παρερμήνευσαν τη νομολογία στην οποία στηρίζουν τα περί απαγορεύσεως συνεκτιμήσεως, από την αναθέτουσα αρχή η οποία προκήρυξε τον διαγωνισμό, της πείρας που έχει αποκτηθεί στο πλαίσιο παλαιότερων συμβάσεων με την εν λόγω αρχή.

9        Όσον αφορά τον τρίτο λόγο στον οποίο στηρίχθηκε η προσφυγή ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχή της διαφάνειας και διέπουν τη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, εν συνεχεία απέρριψε, με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα όσα υποστήριξαν οι αναιρεσείουσες σχετικά με την αξιολόγηση και τη σαφήνεια του έκτου κριτηρίου αναθέσεως, στηριζόμενο στην έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως του EMA και αφού διαπίστωσε ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αμφισβητήσει τη σημασία του κριτηρίου αυτού.

 Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

10      Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να καταδικάσει τον ΕΜΑ στα δικαστικά έξοδα.

11      Ο ΕΜΑ ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

12      Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν τέσσερις λόγους.

 Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

13      Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τον λόγο ακυρώσεως περί προσθήκης, από την αναθέτουσα αρχή, κριτηρίου αναθέσεως κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, διότι παρέλειψε να εξετάσει εάν κατά την προβλεπόμενη στο πλαίσιο του όγδοου κριτηρίου αναθέσεως παρουσίαση του σεναρίου, στην οποία κλήθηκαν να προβούν οι αναιρεσείουσες με το έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2011, αξιολογήθηκαν και βαθμολογήθηκαν οι εξωτερικοί συνεργάτες των υποψηφίων. Η αξιολόγηση αυτή, ως μη προβλεπόμενη από τη συγγραφή υποχρεώσεων, ισοδυναμεί με προσθήκη νέου κριτηρίου ή επιμέρους κριτηρίου αναθέσεως.

14      Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι αντιφατική, διότι στις σκέψεις 8 και 29, αφενός, και 33, αφετέρου, της αποφάσεως αυτής εκτίθενται δύο διαφορετικοί σκοποί της παρουσιάσεως που προβλέπεται στο σημείο 16.1.2.8 της συγγραφής υποχρεώσεων.

15      Ο EMA προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών όπως ακριβώς αυτά προέκυπταν από την προσφυγή. Όσον αφορά τα περί αντιφατικής αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο EMA τονίζει ότι οι αναιρεσείουσες συγχέουν διαφορετικά στοιχεία που εξετάσθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

16      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 33 και 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προβλεπόμενη στο πλαίσιο του όγδοου κριτηρίου της συγγραφής υποχρεώσεων διαδικασία εκτελέσεως του σεναρίου, περιλαμβάνουσα την παρουσίαση στην οποία κλήθηκαν να προβούν οι αναιρεσείουσες με το έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2011, ήταν σχεδιασμένη με σκοπό την αξιολόγηση της πραγματικής λειτουργίας της μεθόδου επιλογής προσωπικού και τον έλεγχο της ποιότητας των επιδόσεων της μεθόδου επιλογής, και όχι την αξιολόγηση και βαθμολόγηση των προσόντων των εξωτερικών συνεργατών που μετείχαν στην εκτέλεση του σεναρίου.

17      Επομένως, κακώς προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα επιχειρήματα που είχαν προβάλει οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από το σημείο 43 της προσφυγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αφορούσαν ειδικώς την προσθήκη νέου κριτηρίου αναθέσεως, σχετιζόμενου με την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των εξωτερικών συνεργατών των διαγωνιζομένων κατά την παρουσίαση του σεναρίου στην έδρα του EMA.

18      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, τονίζεται ότι η αιτίαση που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως αυτής.

19      Πράγματι, ενώ στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει τον σκοπό της περιγραφόμενης στο σημείο 4.2.5.4 της συγγραφής υποχρεώσεων διαδικασίας παραγγελίας για την παροχή της υπηρεσίας, η οποία αποτελεί ένα εκ των αντικειμένων της επίμαχης προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται στον σκοπό άλλης διαδικασίας, και συγκεκριμένα της διαδικασίας εκτελέσεως του σεναρίου στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του κριτηρίου αναθέσεως που προβλέπεται από το σημείο 16.1.2.8 της συγγραφής υποχρεώσεων.

20      Επομένως, η σχετική αιτιολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αντιφατική.

21      Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

22      Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε κατά τρόπο γενικό και, συνεπώς, εσφαλμένο ότι τα κριτήρια αναθέσεως που απαριθμούνται στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν αποσκοπούσαν στην αξιολόγηση της πείρας των διαγωνιζομένων. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι είχαν υποστηρίξει, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το τελευταίο σημείο των κριτηρίων αναθέσεως που περιλαμβάνονται στα σημεία αυτά της συγγραφής υποχρεώσεων, σχετικά με την υποχρέωση των διαγωνιζομένων να αποδείξουν συναφώς την πείρα τους, ήταν πανομοιότυπο με το κριτήριο ποιοτικής επιλογής του πέμπτου σημείου του τμήματος 15, σημείο 4.1 αυτής. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, αντί να εξετάσει στην προαναφερθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ειδικά και αποκλειστικά το τελευταίο σημείο των εν λόγω κριτηρίων αναθέσεως, προέβη σε γενική και συνολική εκτίμηση των κριτηρίων αυτών, υποπίπτοντας έτσι σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

23      Κατά το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε εσφαλμένως, με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα κριτήρια αναθέσεως των σημείων 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων δεν καθιστούσαν δυνατή την αξιολόγηση της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας των διαγωνιζομένων κατά το στάδιο της αναθέσεως. Κατά συνέπεια, τα κριτήρια αυτά έπρεπε να εξεταστούν ως κριτήρια επιλογής.

24      Ο EMA υποστηρίζει κυρίως ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως συνιστά αίτημα επανεξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο και είναι, ως εκ τούτου, προδήλως απαράδεκτος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25      Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του υπό εξέταση λόγου, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά τα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων, οι διαγωνιζόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίσουν αποδείξεις όσον αφορά την εφαρμογή στην πράξη καθενός εκ των τεσσάρων πρώτων κριτηρίων αναθέσεως στο πλαίσιο της εκτελέσεως τριών πρόσφατων συμβάσεων.

26      Συναφώς, με τη σκέψη 51 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο ρητώς αποφάνθηκε ότι η επιτροπή αξιολογήσεως του ΕΜΑ διαπίστωσε, «βάσει των αποδείξεων που προσκόμισαν οι διαγωνιζόμενοι σχετικά με την εκτέλεση παλαιότερων συμβάσεων, την πρακτική εφαρμογή των μεθόδων, των δομών και των διαδικασιών διαχειρίσεως που περιγράφονται στις προσφορές και την ποιότητά τους.»

27      Επομένως, αφενός, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά την εκτίμησή του, τις σχετικές με τις αποδείξεις απαιτήσεις που απορρέουν από τα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων.

28      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί του προβληθέντος από τις αναιρεσείουσες λόγου ακυρώσεως, ορθώς δεν περιορίστηκε στην εξέταση μεμονωμένων στοιχείων όπως αυτά προκύπτουν από τη διατύπωση των κριτηρίων αναθέσεως που απαριθμούνται στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων. Πράγματι, για την εξέταση των εν λόγω κριτηρίων είναι απαραίτητο να συνεκτιμηθεί μεταξύ άλλων το πλαίσιο της αξιολογήσεώς τους.

29      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε τέτοια εξέταση, διευκρινίζοντας, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσκόμιση αποδείξεων σχετικά με παλαιότερες συμβάσεις απαιτούνταν κατά το στάδιο της εξετάσεως των κριτηρίων αναθέσεως και ότι, στο πλαίσιο αυτό, παρείχε στην αναθέτουσα αρχή τη δυνατότητα να εκτιμήσει την αξιοπιστία των υποβληθεισών προσφορών, ιδίως ως προς τη δυνατότητα υλοποιήσεως των προτεινόμενων τεχνικών λύσεων ή της καταλληλότητας του προσωπικού σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προσφορών.

30      Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, καθώς και για την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνει υπόψη. Επομένως, η διαπίστωση των ως άνω πραγματικών περιστατικών και η εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, υπό την επιφύλαξη της παραμορφώσεώς τους, δεν αποτελούν νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (διάταξη Power-One Italy κατά Επιτροπής, C‑372/11 P, EU:C:2012:462, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31      Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι μια τέτοια παραμόρφωση πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μην απαιτείται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (διάταξη Power-One Italy κατά Επιτροπής, C‑372/11 P, EU:C:2012:462, σκέψη 57).

32      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο ΕΜΑ ζητούσε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την «εφαρμογή στην πράξη» των απαριθμούμενων στα σημεία 16.1.2.1 έως 16.1.2.4 της συγγραφής υποχρεώσεων κριτηρίων αναθέσεως, με πρόδηλο σκοπό να ελέγξει εάν οι διαγωνιζόμενοι έχουν προσφάτως εφαρμόσει τις μεθόδους και τις διαδικασίες που παρουσιάζουν σε σχέση με τα διάφορα κριτήρια αναθέσεως, και όχι προς επανεξέταση της πείρας τους.

33      Δεδομένου πάντως ότι οι αναιρεσείουσες δεν ζητούν από το Δικαστήριο να κρίνει εάν το Γενικό Δικαστήριο προέβη έτσι σε παραμόρφωση των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά να διαπιστώσει ότι, βάσει των εν λόγω στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να κρίνει ότι αυτά αποτελούν κριτήρια επιλογής και όχι αναθέσεως, κατ’ ουσίαν ζητούν από το Δικαστήριο να προβεί κατ’ αναίρεση σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, πράγμα που εκφεύγει της αρμοδιότητάς του.

34      Επομένως, το επιχείρημα αυτό των αναιρεσειουσών κρίνεται απαράδεκτο.

35      Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος.

 Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

36      Με τον λόγο αυτόν, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη συνεκτίμηση, κατά το στάδιο της αναθέσεως, της πείρας την οποία έχουν αποκτήσει οι διαγωνιζόμενοι στο πλαίσιο παλαιότερων συμβάσεων με την ίδια αναθέτουσα αρχή.

37      Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού προβάλλεται, αφενός, ότι με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο κακώς δέχθηκε ότι η εν λόγω νομολογία έχει εν προκειμένω εφαρμογή και, αφετέρου, ότι με τη σκέψη 57 της αποφάσεως αυτής το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε συσταλτικά την προαναφερθείσα νομολογία, δεχόμενο ότι, κατά τη νομολογία αυτή, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να στηριχθεί, όσον αφορά την πείρα των διαγωνιζομένων, ούτε στις συμβάσεις που έχουν συνάψει παλαιότερα με αυτήν ούτε σε αυτές που έχουν συνάψει με οποιαδήποτε άλλη αναθέτουσα αρχή.

38      Κατά τον ΕMA, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

39      Οι αιτιάσεις που προσάπτονται στο Γενικό Δικαστήριο σχετικά με τη συνεκτίμηση των συμβάσεων που έχουν συναφθεί παλαιότερα μεταξύ του διαγωνιζομένου και της αναθέτουσας αρχής στηρίζονται σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

40      Πράγματι, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι η πείρα που έχουν αποκτήσει οι διαγωνιζόμενοι στο πλαίσιο συμβάσεων με την αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, κατά το στάδιο της αναθέσεως, για την αξιολόγηση των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών των προσφορών. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε, με τη σκέψη 57 της αποφάσεως αυτής, ότι οι εν λόγω συμβάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών μιας προσφοράς, βάσει των οποίων η αναθέτουσα αρχή μπορεί, όπως εν προκειμένω, να εκτιμήσει την αξιοπιστία των υποβληθεισών προσφορών ως προς τη δυνατότητα υλοποιήσεως των προτεινόμενων τεχνικών λύσεων ή την καταλληλότητα των διαθέσιμων πόρων σε σχέση με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προσφορών.

41      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε κατά τρόπο εσφαλμένο τη νομολογία που παρέθεσε στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διότι η κρίση του ότι η πείρα που έχει αποκτηθεί από άλλες αναθέτουσες αρχές δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως χωριστό κριτήριο αναθέσεως ισχύει μόνο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ποιότητας των προσφορών κατά το στάδιο της αναθέσεως.

42      Πάντως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, οι παλαιότερες συμβάσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη, ανεξαρτήτως της αναθέτουσας αρχής με την οποία έχουν συναφθεί, ως αποδεικτικό στοιχείο των τεχνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών μιας προσφοράς.

43      Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

44      Πρώτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα επιχειρήματα τους σχετικά με το έκτο κριτήριο αναθέσεως που παρατίθεται στο σημείο 16.1.2.6 της συγγραφής υποχρεώσεων, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείουσες δεν αμφισβήτησαν τη σημασία του.

45      Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο κακώς περιόρισε την εκτίμησή του όσον αφορά την ακρίβεια και τη σαφήνεια του προαναφερθέντος κριτηρίου αναθέσεως αποκλειστικά στο περιεχόμενο της εκθέσεως αξιολογήσεως. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει τη διατύπωση του κριτηρίου αυτού.

46      Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο, επικεντρώνοντας την εξέτασή του στον σκοπό και όχι στη διατύπωση του έκτου κριτηρίου, παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθώς δεν απάντησε στα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών.

47      Ο EMA υποστηρίζει, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παραμόρφωσε τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών. Αφετέρου, επισημαίνει ότι, με τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο να επανεξετάσει επιχειρήματα τα οποία είχαν προβάλει πρωτοδίκως και τα οποία επαναφέρουν κατ’ αναίρεση.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

48      Διαπιστώνεται εξαρχής ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Πράγματι, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 70 της προσφυγής τους, καθώς και από τα σημεία 70 και 71 του υπομνήματος απαντήσεως, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ρητώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ ουσίαν, ότι «ουδόλως δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ελάμβαναν οι ίδιες ακόμη υψηλότερη βαθμολογία ως προς το κριτήριο αυτό, εάν μπορούσε να αξιολογηθεί αντικειμενικά η προσφορά τους».

49      Επομένως, ορθώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό, με τη σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες δεν υποστήριξαν ότι η προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της διαφάνειας θα είχε ως συνέπεια την άνιση μεταχείριση των διαγωνιζομένων.

50      Δεύτερον, με τις σκέψεις 71 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε συγκεκριμένα το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθούν και να βαθμολογηθούν αντικειμενικά οι προσφορές των διαγωνιζομένων βάσει του έκτου κριτηρίου αναθέσεως που προβλεπόταν στο σημείο 16.1.2.6 της συγγραφής υποχρεώσεων.

51      Συναφώς, διαπιστώνεται, αφενός, ότι στη σκέψη 71 της εν λόγω αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στη διατύπωση του κριτηρίου αυτού.

52      Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι σκοπός του εν λόγω κριτηρίου ήταν να αξιολογηθεί η αντίληψη των διαγωνιζομένων σχετικά με τις συνέπειες που μπορούν να έχουν επί των συστημάτων λογισμικού οι τεχνολογικές εξελίξεις που αυτοί έχουν εντοπίσει.

53      Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε μόνον το επιχείρημα των αναιρεσειουσών, όπως αυτό προκύπτει από τις γραπτές παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως, αλλά, επιπλέον, τον αντικειμενικό χαρακτήρα του έκτου κριτηρίου, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο.

54      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, ομοίως δε και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της εν μέρει ως αβάσιμη και εν μέρει ως απαράδεκτη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

55      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή ο ΕΜΑ ζήτησε να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα έξοδα και οι τελευταίες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Καταδικάζει τις European Dynamics Belgium SA, European Dynamics Luxembourg SA, Ευρωπαϊκή Δυναμική — Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE και European Dynamics UK Ltd στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone