Ένας κόσμος χωρίς δικηγόρους ή η ουτοπία του Τόμας Μορ

Ένας κόσμος χωρίς δικηγόρους ή η ουτοπία του Τόμας Μορ

 Και να σκεφτεί κανείς ότι έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να υπάρχουν δικηγόροι επειδή δεν θα έχουν αντικείμενο εργασίας, τον οραματίστηκε ένας νομικός, γιος δικαστή. Ο Τόμας Μορ (Thomas More) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1478 στο Λονδίνο, σπούδασε στην Οξφόρδη και υπήρξε μέλος του κύκλου του Τζον Μόρτον, αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρυ. Αφού έλαβε ευρεία θεολογική και κλασσική μόρφωση, έγινε δικηγόρος, μέλος του Κοινοβουλίου και αναδείχθηκε σε διάφορα διοικητικά και δικαστικά αξιώματα. Το 1529 έγινε αρχικαγκελάριος. Υπήρξε όμως και σπουδαίος συγγραφέας. Η «Ουτοπία» (1515) είναι το πιο γνωστό από τα έργα του κι ένα από τα πλέον συζητημένα κείμενα μέχρι σήμερα, καθώς ανοίγει ορίζοντες σκέψης διαχρονικούς, που συνδέουν το παρελθόν με το μέλλον και επιχειρούν να αγγίξουν τα προβλήματα των εκάστοτε κοινωνιών. Ο τίτλος του προέρχεται από ελληνικές λέξεις (ου-τόπος, ένας τόπος που δεν υπάρχει).
Πρόκειται για την περιγραφή μιας ιδανικής κοινωνίας ισότητας, κοινοκτημοσύνης, θρησκευτικής ανοχής, με κυρίαρχα στοιχεία την αλληλεγγύη και την συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς ιδιοκτησία και χρήματα και χωρίς δικηγόρους. Xωρίς σύστημα δικαιοσύνης δηλαδή και χωρίς δικαστές να δικάζουν και να καταδικάζουν. Αυτή η ιδανική κοινωνία είναι και μια κριτική της αγγλικής κοινωνίας της εποχής του Μορ. Είναι ο ίδιος ο Μορ όμως που διατυπώνει τις επιφυλάξεις του για το κατά πόσον είναι δυνατή η αφθονία αγαθών χωρίς την ύπαρξη κινήτρων και εκφράζει την ανησυχία του για την αδιαφορία των οκνηρών που θα επιβαρύνει τους εργατικούς. Τελικά μεταθέτει την πραγμάτωση της ουτοπίας του στο απώτερο μέλλον «όταν όλοι οι άνθρωποι θα είναι καλοί».
Η ουτοπική προσδοκία του διαψεύστηκε πολύ γρήγορα και μπορεί για το απώτερο μέλλον να μη το έμαθε ποτέ, αλλά το κοντινό του το συνειδητοποίησε όταν άκουσε την ετυμηγορία στη δίκη του. Αρνούμενος να αναγνωρίσει τον βασιλιά Ερρίκο ως αρχηγό της Εκκλησίας της Αγγλίας, ο Μορ είχε ήδη διαπράξει βαρύ αδίκημα. Το ότι το 1533 αρνήθηκε να παραστεί στον γάμο του Ερρίκου με την Άννα Μπολέιν, μετά το διαζύγιό του από την Αικατερίνη της Αραγονίας, είχε σαν συνέπεια να κληθεί ενώπιον βασιλικής επιτροπής ώστε να παραδεχθεί ενόρκως ότι ο γάμος του Ερρίκου με την Αικατερίνη ήταν άκυρος, και ο γάμος του με την Άννα Μπολέιν έγκυρος. Ο Μορ αρνήθηκε να δώσει τον όρκο που σήμαινε άρνηση του παπικού πρωτείου με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί σε δίκη με όχι και τόσο αμερόληπτους δικαστές καθώς ανάμεσα τους ήταν ο πατέρας, ο αδελφός και ο θείος της Άννας Μπολέιν, από τους οποίους καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και αποκεφαλίστηκε. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Καλός υπηρέτης του βασιλιά, πρωτίστως όμως του Θεού»
Η ίδια του η ζωή έδειξε στον Μορ πως αυτό το νησάκι με το όνομα Ουτοπία είναι άφταστο και μακρινό. Και το ήξερε και ο ίδιος. Στις ζωές των ανθρώπων δεν υπάρχει χώρος για ανιδιοτέλεια και αλληλεγγύη, συνωστίζονται μόνο η απληστία, ο ανταγωνισμός, η μικροπρέπεια και η κακοβουλία. Όμως ακόμα κι έτσι την χρειάζονται οι άνθρωποι την ουτοπία. Μπορεί να μη την φτάνουν, όμως κοιτώντας προς αυτήν κάνουν μερικά βήματα μπροστά. Στο βιβλίο του «Η Ιστορία των Ουτοπιών» Ο Λιούις Μάμφορντ γράφει: «Θεωρήσαμε την ουτοπία αντίθετο του πραγματικού κόσμου. Κι όμως, αυτό που κάνει υποφερτό τον πραγματικό κόσμο είναι οι ουτοπίες μας. Όσο περισσότερο αντιδρούν οι άνθρωποι στο περιβάλλον τους και το τροποποιούν με βάση ένα ανθρώπινο σχέδιο τόσο περισσότερο ζουν στην ουτοπία» . Ή όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ «πρόοδος δεν είναι παρά η υλοποίηση της μιας μετά την άλλη ουτοπίας». (βιογραφικά στοιχεία από: Wikipedia.gr, tovima.gr)

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on LinkedInGoogle+Email to someone